Γαλλία: Η παράδοξη επιστροφή της πολιτικής

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Αυγή της Κυριακής, 20/05/2007

Το αποτέλεσμα του β γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών, αναμέτρηση που τόσο απασχόλησε και την Ελλάδα, ήταν για τους περισσότερους αναμενόμενο. Καμία έκπληξη της τελευταίας στιγμής: νίκησε εκείνος ο οποίος όλοι, ή σχεδόν, πίστευαν ότι θα είναι ο νικητής, ο Νικολά Σαρκοζύ. Πέρα από το τελικό αποτέλεσμα, η λεγόμενη στα καθ ημάς "παράσταση νίκης" ανάμεσα στους δύο υποψηφίους ήταν, τις τελευταίες τρεις ημέρες πριν την αναμέτρηση της 6ης Μαϊου, συντριπτική κατά της Σεγκολέν Ρουαγιάλ: το 73% είχε πεισθεί για την νίκη της δεξιάς, μόλις ένα πενιχρό 11% εξακολουθούσε να πιστεύει σε ένα θαύμα. Ακόμα και ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους άλλους αριστερούς ψηφοφόρους η απογοήτευση ήταν διάσπαρτη (με αντίστοιχα ποσοστά 63% υπέρ του Σαρκοζύ και 25% υπέρ της Ρουαγιάλ).

Η εμπιστοσύνη

Πώς από εκείνα τα ποσοστά της τάξης του 51/49 (υπέρ του Σαρκοζύ) που κατέγραφαν ορισμένες τουλάχιστον δημοσκοπήσεις μετά τον α γύρο περάσαμε σε αυτή την μεγάλη ήττα; Ένας από τους από τους παράγοντες που συνήργησαν στη διεύρυνσή της, ή, έστω την κατέστησαν ορατή σε αρκετούς αναλυτές, φαίνεται να ήταν και η τηλεοπτική μονομαχία των δύο υποψηφίων της 2ας Μαϊου. Αν και μία τέτοια μονομαχία δεν είναι ικανή να δώσει από μόνη της τη νίκη σε έναν υποψήφιο, ωστόσο μπορεί να αποβεί καθοριστικής σημασίας γι αυτόν που θα χάσει τις εκλογές. Στην μονομαχία αυτή, και παρά τα όσα έγραψαν διάφορες ευρωπαϊκές κυρίως εφημερίδες περί "ισοπαλίας" ανάμεσα στους δύο μονομάχους, η ήττα της Σ. Ρουαγιάλ ήταν γενική και καθαρή, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα. Ο Σαρκοζύ εμφανίσθηκε έναντι της Ρουαγιάλ γενικά "πιο πειστικός" (53/31), και ειδικότερα σε σειρά από πολύ σημαντικά θέματα: ανεργία (47/24), ανάπτυξη (53/24), συνταξιοδοτικό (52/23), Ευρώπη (49/23), φορολογία (52/21), ασφάλεια (60/17), μετανάστευση (65/13). Από την πλευρά της, η πειστικότητα της Ρουαγιάλ ουσιαστικά περιορίσθηκε σε θεματικές που ενσαρκώνονται σε "μεταϋλιστικές αξίες", σε ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον (53/21), και στα προβλήματα των ατόμων με κινητικά προβλήματα (47/30). Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι δύο υποψήφιοι ισοψήφισαν στο ζήτημα του συστήματος υγείας (35/35), θέμα που ενδιαφέρει κατεξοχήν τις λαϊκές τάξεις, ενώ ο Σαρκοζύ επικράτησε σε επίσης μεγάλης σημασίας κοινωνικά προβλήματα, όπως: κρίση στην κατοικία (42/32), (ενάντια στο) τριανταπεντάωρο (47/32), αγοραστική δύναμη (47/27), ακόμα και στον αγώνα κατά των μετεγκαταστάσεων των βιομηχανιών (37/27).

Ο σαρκοζισμός

Την ανωτέρω ενδεικτική απαρίθμηση θα πρέπει να την εντάξουμε στην ευρύτερη προσπάθεια του Σαρκοζύ να μετασχηματίσει, "απενοχοποιώντας" την, τη γαλλική δεξιά. Κατ αρχάς, αυτό που ουσιαστικά ο Σαρκοζύ πέτυχε, τουλάχιστον αυτό έδειξαν οι δημοσκοπήσεις και κυρίως τα εκλογικά αποτελέσματα του α γύρου, ήταν να εναρμονίσει σε ένα φαντασιακό επίπεδο ως ένα σημείο τον οικονομικό υπερ-φιλελευθερισμό του με τις αγωνίες και τις προσδοκίες ενός μέρους των λαϊκών τάξεων. Αν πιστέψουμε τις σχετικές αναλύσεις του γνωστού ανθρωπολόγου και δημογράφου Εμμανουέλ Τοντ, η γεωγραφική αγκύρωση της ψήφου υπέρ του Σαρκοζύ απαντάται "στις πλέον εξισωτικές παραδοσιακές ζώνες" της Γαλλίας, εκεί δηλαδή όπου το αίτημα για "ισότητα" παραδοσιακά ήταν κυρίαρχο: την παρισινή λεκάνη και τη μεσογειακή Γαλλία, κατεξοχήν "τόποι της Επανάστασης, της αποχριστιανοποίησης, της ουδετεροθρησκείας, της απόρριψης των ελίτ και της άρνησης της συνθήκης του Μάαστριχτ.".

Αλλά αυτή η ικανότητα ενσωμάτωσης μέρους της κοινωνικής δυσφορίας, και μάλιστα από έναν πολιτικό ο οποίος συμμετείχε στις δεξιές κυβερνήσεις της τελευταίας πενταετίας, στοιχείο από μόνο του εξ αντικειμένου επιβαρυντικό για την προσωπική του αξιοπιστία, δεν είχε ως προνομιακό όχημα μόνον έναν παραδοσιακού τύπου κοινωνικό λαϊκισμό. Ο τελευταίος ήταν ενταγμένος σε ένα ευρύτερο και θεμελιωδέστερο ζήτημα, το οποίο ο Σαρκοζύ το έθεσε ευθέως και μετωπικά ως το βασικότερο ερώτημα (της προεκλογικής του εκστρατείας) στην ίδια την γαλλική κοινωνία: |ποια είναι η γαλλική ταυτότητα σήμερα;| Η γνωστή του θέση περί δημιουργίας υπουργείου μετανάστευσης και εθνικής ταυτότητας, αυτό το ευθύ, και κατανοητό από όλους, "πολωτικό" ερώτημα συνόψιζε. Πριν μόλις λίγους μήνες, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι όποιος "μετανάστης" δεν αγαπά την Γαλλία είναι ελεύθερος να φύγει. Με την έννοια αυτή, ο σαρκοζισμός είναι ένας λαϊκο-φιλελεύθερος αστερισμός με "εθνική" δεσπόζουσα, που γνωρίζει να ασκεί μια ("παραδοσιακή") μεγάλη πολιτική (την οποία ειρωνεύονται όλοι οι μεταμοντέρνοι σοσιαλ-φιλελεύθεροι αντίπαλοί του), πολώνοντας έτσι την ίδια την κοινωνία σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Η ψήφος στον Σαρκοζύ ήταν βασικά μια |ταυτοτική ψήφος|, μία εν δυνάμει |ψήφος ένταξης |σε ένα πρόταγμα, η οποία αρθρώνει στο εσωτερικό της αιτήματα εθνικής ασφάλειας και κοινωνικής προστασίας, ενός ορισμένου "φόβου" του μέλλοντος, αποζητώντας μία ιδιόμορφη επιστροφή σε ένα μοντέλο παραδοσιακής ιεραρχίας/εξουσίας, υποτίθεται ικανό να προσφέρει "προστασία". Ας σημειωθεί ενδεικτικά ότι το "δίδυμο" Σαρκοζί-Λε Πεν στον α γύρο έλαβε τις διπλάσιες ψήφους από εκείνους οι οποίοι αντικειμενικά κατατάσσονται στην εργατική τάξη, απ ό,τι η Σ. Ρουαγιάλ. Την ίδια, ωστόσο, στιγμή, ο σαρκοζισμός εμφανίζεται, και είναι, ο πρωταθλητής του "πραγματισμού", του οικονομικού φιλελευθερισμού ως μονόδρομου. Πάνω σε αυτή την σύνθετη και αντιφατική πλατφόρμα, ωστόσο κατανοήσιμη σε προγραμματικό επίπεδο (και στα επιμέρους στοιχεία της) από τους ψηφοφόρους, επιτεύχθηκε αυτό που αρκετοί ονομάζουν "ανασυγκρότηση της γαλλικής δεξιάς".

Με την έννοια αυτή, και μόνον αυτή, θα ήταν αναλυτικό σφάλμα να δούμε σε αυτή την πραγματική όντως σκλήρυνση της γαλλικής δεξιάς (όπως οι επιθέσεις του Σαρκοζύ κατά του Μάη του 68, δαιμονοποιημένου και ως εκ τούτου αποκλειστικά κατασκευασμένου ως η αφετηρία ανόδου μιας αδιαφοροποίητης και ζημιογόνας κοινωνικο-πολιτισμικής επιτρεπτικότητας, η οποία έχει πλέον γίνει "κατεστημένο") μόνον μία "τακτική" αποδυνάμωσης της λεπενικής ακροδεξιάς. Το ευρύτερο ζήτημα ταυτότητας, στις διάφορες εκδοχές της, διαπερνά τα τελευταία χρόνια οριζόντια την γαλλική πολιτική σκηνή (βλ. παραδείγματος χάρη την απόρριψη της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης τον Μάιο του 2005), αντανακλάται λίγο πολύ μέσα σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Η εκλογική, πολιτική και ιδεολογική επιτυχία του Σαρκοζύ ήταν ότι, χωρίς σε καμία περίπτωση να απεμπολήσει την υποχρέωσή του να ανταποκριθεί στις ανάγκες του νεο-φιλελεύθερου πραγματισμού του, κατόρθωσε να μεταλλάξει, |ιδεολογικά |και| αξιακά,| μια πλαδαρή, κατεστημένη σιρακική γαλλική δεξιά (την πιο ηλίθια δεξιά του κόσμου, σύμφωνα με παλιότερη δήλωση του Λε Πεν), σε μια ελεγχόμενη, συμβατή με την δεξιά εκδοχή της ρεπουμπλικανικής δημοκρατικής παράδοσης, "άτυπη" |αντι-συστημική δύναμη, με "εθνοκεντρική" δεσπόζουσα|. Ο κυριότερος σύμβουλός του στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, συγγραφέας των ομιλιών του, ήταν ο "εθνικο-κυριαρχιστής" Ανρί Γκενό, φανατικός δηλαδή οπαδός μέχρι σήμερα της απόλυτης "εθνικής κυριαρχίας".

Η χαρούμενη ψευδαίσθηση της "συμμετοχικής δημοκρατίας"

Πώς να ερμηνεύσουμε την πολιτική ήττα της Σ. Ρουαγιάλ, παρά τα πράγματι καλά εκλογικά αποτελέσματα που έφερε στον α γύρο;. Η προεκλογική της εκστρατεία είχε πολλά κοινά στοιχεία με αυτήν του Γιώργου Παπανδρέου στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 2004. Εκκινώντας και αυτή από το μοντέλο ( και επιστρέφοντας διαρκώς σε αυτό) της λεγόμενης "συμμετοχικής δημοκρατίας" διοργάνωσε πλήθος "συμμετοχικών συζητήσεων" σε όλη τη χώρα προκειμένου να εκφραστεί ο αποκλεισμένος από την γραφειοκρατική αντιπροσώπευση "λαός" και να "ακούσει" η ίδια τα προβλήματά του. Χρησιμοποίησε το Ίντερνετ, έφτιαξε τη δική της εικονική "σφαίρα" διαδραστικού, και οριζόντιου πάνω απ όλα, "διαλόγου" και "δημιουργίας", τη "σεγκόσφαιρα", μίλησε πολύ για "δίκαιη τάξη", και για "αξίες", το σεβασμό του "άλλου" και του "διαφορετικού", την ανοιχτή, δημιουργική, αλληλέγγυα και αποκεντρωμένη κοινωνία. Ταυτόχρονα εργαλειοποίησε πολιτικά εμμέσως ακόμα και την έμφυλη φύση της προκειμένου να εναρμονίσει στο λόγο της την εξημέρωση των παθών που υποτίθεται ότι προσιδιάζει στις γυναίκες με την αναγκαιότητα του διαλόγου και των ευρύτερων συναινέσεων στην πολιτική. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχτεί ότι το προεκλογικό της πρόγραμμα, ακόμα και μετά την πρώτη "συμμετοχικο-δημοκρατική" φάση "ακρόασης" των κοινωνικών προβλημάτων, εξακολούθησε να είναι αφηρημένο: οι δεσμεύσεις της ήταν περισσότερο "αξιακές", παρά συγκεκριμένες και κατανοητές από το εν δυνάμει ακροατήριό της, χωρίς έναν κεντρικό προγραμματικό άξονα. Αλλά ακόμα και εκεί όπου στο "προεδρικό της σύμφωνο" υπεισέρχονταν δέσμες προγραμματικών προτάσεων, αυτές φάνταζαν και σε μεγάλο βαθμό ήταν το άθροισμα των συμπερασμάτων που προέκυψαν από τις "συμμετοχικές συζητήσεις" Η Σ. Ρουαγιάλ δεν έθεσε κανένα κεντρικό ερώτημα στην κοινωνία, ο λόγος της ήταν εξατομικευμένος και θεματικός.

Το όραμά της, όπως θα επισημάνει ο Πιέρ-Αντρέ Ταγγυέφ, ήταν ουσιαστικά στον αέρα, ένα πρόταγμα σε διαρκή διαμόρφωση ("projet |in progress|"), συνεπώς μη δεσμευτικό, όπου τον κύριο λόγο είχαν, αντί για τις εννοιολογικά αρθρωμένες αναπτύξεις, οι μικρές, συνθηματικές πολλές φορές, φράσεις, διανθισμένες με το χαμόγελο της υποψήφιας. Στη δική της περίπτωση, ο υπαρκτός λαϊκισμός της ήταν έντονα στραμμένος στο μέλλον, βαθιά εκσυγχρονιστικός (κατά των "αρχαϊσμών"), |υπερ-προοδευτικός| και φανατικά |μεταρρυθμιστικός| (διαρκής εξύμνηση της "|αλλαγής|", της "|καινοτομίας|", της "|ανανέωσης|", του "|μέλλοντος|": η προσωπική ιστοσελίδα της έφερε τον τίτλο "|επιθυμία μέλλοντος|"), ένας "συμμετοχικός" φεμινο-λαϊκισμός, ωστόσο, soft, ένας οριακά μετα-νεωτερικός κοινωνιο-λαϊκισμός προσαρμοσμένος στην ατομικοκεντρική "δημοκρατία της γνώμης".

Τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως διαδικασία αυτός ο λαϊκισμός ήταν περισσότερο υπο-πολιτικός, δεν κατόρθωσε να απευθύνει βασικά ερωτήματα προς την κοινωνία |ως σύνολο|, να την "πολώσει", δομώντας έτσι μια διάχυτη δυσφορία και τρέποντάς την σε ελεγχόμενη αντι-συστημική προοπτική. Η πόλωση που επιδίωξε (και στην οποία συνήργησαν πλήθος αριστερών διανοουμένων όλων των τάσεων και των αποχρώσεων), και ως ένα βαθμό πέτυχε και στους δύο εκλογικούς γύρους, ήταν αυτή του "αντι-σαρκοζικού μετώπου", πόλωση η οποία της επέτρεψε να μην γνωρίσει τη συντριβή του Λιονέλ Ζοσπέν του 2002, αλλά πάνω σε μία ατζέντα το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορούσε να ελέγξει. |Το ύφος, το πεδίο και το περιεχόμενο της πόλωσης το είχε επιλέξει με ηγεμονικό τρόπο ο αντίπαλος|. Αυτός ο δομικός ετεροπροσδιορισμός δεν ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός, το αντίθετο. Όταν ο Σαρκοζύ μίλησε για πρώτη φορά για την πρόθεσή του να δημιουργήσει υπουργείο μετανάστευσης και εθνικής ταυτότητας, η Ρουαγιάλ ξαφνικά θυμήθηκε τη Μασσαλιώτιδα. Παρά την "συμμετοχικο-δημοκρατική" της πορεία στον "μικρό λαό" της περιφέρειας, και λαμβανομένου επιπλέον υπόψη του γεγονότος της εκλογικής αποτυχίας της υπόλοιπης αριστεράς (λόγω κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, του "αντι-σαρκοζισμού"), η Ρουαγιάλ βασικά απέτυχε να διεισδύσει μαζικά στις λαϊκές τάξεις. Σύμφωνα τουλάχιστον με τα εκλογικά αποτελέσματα του Α γύρου, το ακροατήριό της εξακολούθησε να είναι νεο-μικροαστικό και κρατικοδίαιτο, ο σημαντικός κορμός, δηλαδή, της παραδοσιακής εκλογικής βάσης του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος τα τελευταία χρόνια.

Η αυταπάτη του "Κέντρου"

Βέβαια, ένα μέρος του εκλογικού σώματος, κοινωνικά και επαγγελματικά "προνομιούχο", και πολιτικά "εκσυγχρονιστικό", κατευθύνθηκε στον α γύρο προς τον χώρο του Κέντρου που εκφράσθηκε από τον Φρανσουά Μπαϊρού. Αλλά αυτή η θορυβώδης, και στιγμιαία κατά τα φαινόμενα, επανεμφάνιση του Κέντρου ποιο νόημα έχει, αν δεν ενταχθεί στο πλαίσιο της επανεμφάνισης του δίπολου αριστερά/δεξιά; Με άλλα λόγια, το Κέντρο εμφανίσθηκε όταν αναδύθηκαν πάλι μια αριστερά και μια δεξιά, σε πείσμα όλων όσοι προέβλεπαν και ευχόντουσαν κάθε είδους πολιτικές υπερβάσεις και συναινετικές συνθέσεις. Αν όμως η επανεμφάνιση του Κέντρου, σύμφωνα με την ωραία και οξυδερκή παρατήρηση του φιλελεύθερου φιλόσοφου Μαρσέλ Γκωσσέ, μαρτυρά μια "κεντρώα πόλωση", μία "αντι-συστημική ψήφο" εκείνων οι οποίοι βρίσκονται, παρ όλα αυτά, στην καρδιά του "συστήματος", είναι γιατί το παιχνίδι επανορίζεται με πολύ πιο πολωτικούς όρους μεταξύ αριστεράς/δεξιάς, έστω και αν το προγραμματικό και αξιακό περιεχόμενο των δύο τελευταίων έχει στο μεταξύ αλλάξει. Είναι η ενσωμάτωση των άκρων από την αριστερά και τη δεξιά, η αντιπαράθεση των δύο υπαρκτών, μέσα στη διαφορετικότητά τους, λαϊκισμών, όπως εν συντομία παρουσιάσαμε παραπάνω ορισμένα από τα βασικά τους χαρακτηριστικά, οι παράγοντες που ώθησαν κοινωνικά εύπορες και πολιτικά πτητικές μερίδες της αριστεράς (τους εκσυγχρονιστές του κοινωνικού ρεύματος του Μ. Ροκάρ) και της δεξιάς (μερίδα των μετριοπαθών της χριστιανο-δεξιάς) προς το Κέντρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το Κέντρο είναι ετεροκαθοριζόμενο, δεν μπορεί να μετασχηματισθεί από "κέντρο" σε κινηματική "κεντρικότητα", όπως θέλει ο ίδιος ο Μπαϊρού. Δεν μπορεί, δηλαδή, να μεταμορφωθεί σε κεντρική πολιτική δύναμη, σε άξονα ουδέτερων και περισσότερο ή λιγότερο ad hoc πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων, "αξιακά" υποτίθεται νοηματοδοτημένων, συμβάλλοντας στην ίδρυση μιας συζητητικής "δημοκρατίας του Κέντρου". Μόνον όσοι διαβάζουν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους αντι-συγκρουσιακούς και με βάση τις μυθολογίες της ορθολογικής επιλογής και/ή του ψηφοφόρου-πελάτη μπορούν να πιστέψουν σε μία τέτοια εξημερωμένη δημοκρατία χωρίς πολωτικά πάθη και συμφέροντα. |Ως "κεντρώος", "μεσαίος", "μετριοπαθής" μπορεί με αξιοπιστία να συμπεριφερθεί μόνον εκείνος ο οποίος διαθέτει εκ των προτέρων ισχυρή πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα. Μόνο, επομένως, όποιος έχει ήδη κατακτήσει την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία μπορεί να απευθύνεται με αξιοπιστία στον μυθολογημένο "μεσαίο χώρο", του οποίου η "κατάκτηση" είναι, ακριβώς, η έμπρακτη επιβεβαίωση αυτής της ηγεμονίας. |Μόνο ένας ηγεμονικός λόγος μπορεί να ενσωματώσει και να θέσει σε εφαρμογή, παραδείγματος χάρη, έναν ορισμένο τύπου α λα γαλλικά "μπλαιρισμού", προβαίνοντας από θέσεις πολιτικής και ιδεολογικής ισχύος σε μια μεταμοντέρνα προγραμματική "κοπτοραπτική", δηλαδή άσκηση μιας πολιτικής "τριγωνοποίησης", "μειγμάτων πολιτικής", όπως αυτή την οποία διαβλέπει, κατά ένα μέρος ορθά, ο Γιάννης Λούλης στον σαρκοζισμό (|Η Καθημερινή|, 13/5/2007).

Κατά τα φαινόμενα όμως αυτό θα είναι μάλλον το κεντρώο παιχνίδι που θα διαδραματισθεί το επόμενο διάστημα στο κεντρώο και αριστερό φάσμα της γαλλικής πολιτικής σκηνής. Για να το πούμε όσο απλούστερα γίνεται: αυτό που αναμένεται να διακυβευθεί είναι η συγκρότηση μιας τεχνοκρατικού ευρωπαϊστικού τύπου |μεταρρυθμιστικής κεντροαριστεράς|, ενός νέου "μεγάλου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος", κατά τα πρότυπα, πάνω κάτω, του νεοπαγούς ιταλικού Δημοκρατικού Κόμματος. Αν και είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να μιλήσει κανείς για ενδεχόμενη διάσπαση στο χώρο της γαλλικής σοσιαλιστικής αριστεράς, δεν διασπούνται τόσο εύκολα τα κόμματα διακυβέρνησης εν γένει, ωστόσο η μεθοδική αυτονόμηση και ρυμούλκηση της Σ. Ρουαγιάλ και ενός αριθμητικά σοβαρού τμήματος τους σοσιαλιστικού κομματικού προσωπικού σε κεντροαριστερά σενάρια (η περισσότερο ή λιγότερο ήπια προσαρμογή και υιοθέτηση, σε ένα αφηρημένο ακόμα επίπεδο, ενός βορειο-ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου αποτελεί ήδη στοιχείο του πολιτικού λόγου της Ρουαγιάλ και των νεαρών σαραντάρηδων τεχνοκρατών, οικονομολόγων στην πλειοψηφία τους, συνεργατών της) δεν θα πρέπει, το αντίθετο, να αποκλείεται.

Η εκ δεξιών επιστροφή της πολιτικής

Ποιο ήταν το βασικό μήνυμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών; |Το γεγονός της επανεμφάνισης της διαίρεσης αριστερά/δεξιά, το οποίο ήταν προϊόν μιας μαζικής, πρωτοφανούς για τα γαλλικά, και όχι μόνο, δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών, εκλογικο-πολιτικής κινητοποίησης. Αλλά και το γεγονός ότι οι γάλλοι ψηφοφόροι ουσιαστικά πολώθηκαν, "στρατοπέδευσαν" γύρω από ένα κεντρικό κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα που αφορά το παρόν και το μέλλον της χώρας τους, την εθνική και κοινωνική τους ταυτότητα, μέσα στην Ευρώπη και στην παγκοσμιοποίηση.

|Βέβαια, μια τέτοια εξέλιξη δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το δημοψήφισμα του 2005 που οδήγησε στην απόρριψη της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης έδειχνε ακριβώς τα πρόδρομα σημάδια μιας νέας ("αρνητικής", σύμφωνα με ορισμένους πολιτικούς αναλυτές) επαναπολιτικοποίησης, με άδηλη τότε κομματική και εκλογική αποκρυστάλλωση. Σε κάθε πάντως περίπτωση, όλοι όσοι μέχρι και εντελώς πρόσφατα θεωρούσαν ότι επέρχεται και στη Γαλλία ένα ορισμένο "τέλος της ιστορίας", το τέλος της εθνικής πολιτικής της ιστορίας, το τέλος της πολιτικής και πολιτισμικής της "εξαίρεσης", όλοι όσοι, δηλαδή, θεωρούσαν βέβαιη την μαζική εκλογική αποχή, την εμφάνιση για άλλη μια φορά της λεγόμενης "κρίσης της αντιπροσώπευσης", την εκλογική συρρίκνωση της "αριστεράς" και της "δεξιάς", των δύο βασικών πόλων που οργανώνουν το αντιπροσωπευτικό παιγνίδι, διαψεύσθηκαν. Όλοι όσοι θεωρούσαν ότι πλέον η πολιτική και ιδεολογική πόλωση είναι κατάλοιπο του παρελθόντος, ότι δεν μπορούν να κινητοποιήσουν και να εκβάλλουν σε συγκεκριμένες εκλογικές προτιμήσεις, ότι δεν μπορούν να συγκροτήσουν κοινωνικές και πολιτικές ταυτότητες και πλειοψηφίες, και πάλι έπεσαν έξω στις προβλέψεις τους. Όλοι όσοι επιχείρησαν να στιγματίσουν, ηθικά και πολιτικά, έναν ορισμένο διάχυτο "φόβο" μεγάλης μερίδας των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στο "νέο" και το "διαφορετικό", και πάνω σε μια τέτοια θεώρηση έστησαν τον μεταμοντέρνο, μετα-σοσιαλδημοκρατικό και νεο-φιλελεύθερο, ευρωπαϊσμό τους είδαν τις κεντρώες υπερ-προοδευτικές συναινετικές κατασκευές τους να καταρρέουν. |Η νίκη του σαρκοζισμού ήταν η (εκ δεξιών) επιβεβαίωση, για μια ακόμα φορά, του γεγονότος ότι η πολιτική συνεχίζει να γίνεται κατανοητή και να ασκείται από το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού στο πλαίσιο των εθνικών πολιτικών δομών, ως εθνική πολιτική, ως "μεγάλη πολιτική", όχι ως κοσμοπολιτική και/ή υποκοινωνική (π.χ. περιφέρειες, θεματική πολιτική, κλπ.) εκστρατεία προσεταιρισμού της "κοινωνίας των πολιτών". Ότι, με άλλα λόγια, η εθνική χρονικότητα του πολιτικού είναι απαράβατος όρος για όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς, για την ίδια την εκ μέρους τους διαμεσολάβηση των κοινωνικών διαιρέσεων, για την ίδια τη διαχείριση του πολιτικού νοήματος στην οποία καταστατικά όλοι ασκούνται, προκειμένου αυτοί οι σχηματισμοί να ενσωματώνουν από θέσεις κυριαρχίας, να ελέγχουν πολιτικά τις αποδομητικές συνέπειες ενός ορισμένου επικοινωνιακού "παγκόσμιου χρόνου". |Τελικά, όπως επισήμανε και πριν λίγες μέρες στην |Ουμανιτέ| (12/5/2007) ο κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας Μιχάλης Βακαλούλης, ο σαρκοζισμός "επαναποκαθιστά την πολιτική πρωτοβουλία", ξαναφέρνει δηλαδή τον |πολιτικό βολονταρισμό| στο προσκήνιο, και "την ίδια στιγμή την υποτάσσει στα κυρίαρχα συμφέροντα".

|Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ|.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι