Απατηλή οικονομική ανάπτυξη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 20/05/2007

Η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,6% το πρώτο τρίμηνο φέτος, όπως ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα, προσφέρει στην κυβέρνηση άλλη μιαν αφορμή να υπερηφανεύεται για τα αποτελέσματα της οικονομικής της πολιτικής και να σχεδιάζει προεκλογικές παροχές. Υποδηλώνει όμως μια τέτοια αύξηση ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης; Διαμορφώνονται, με άλλα λόγια, προϋποθέσεις ώστε να εξακολουθήσουν να αυξάνονται η παραγωγή, η απασχόληση, τα εισοδήματα, και να βελτιώνονται;

Κατ αρχάς πρόκειται για τον υψηλότερο ρυθμό μετά τα έκτακτα έτη 2003-2004, όταν καθοριστικό ρόλο έπαιζε η ολοκλήρωση μεγάλων έργων υποδομών και η προετοιμασία και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτό το 4,6% μένει βέβαια να οριστικοποιηθεί, καθώς οι σχετικές εκτιμήσεις των εθνικών λογαριασμών είναι ακόμα προσωρινές, έως τώρα πάντως οι προσωρινές εκτιμήσεις κατά κανόνα επιβεβαιώνονται, αν δεν αναθεωρούνται και προς τα πάνω. Συμπίπτει άλλωστε με τους καλύτερους ευρωπαϊκούς ρυθμούς της δεκαετίας που εμφανίζονται ήδη από πέρυσι: 3,1% είχε το ίδιο τρίμηνο η Ευρωζώνη, 4% η Ισπανία, 3,6% η Γερμανία, 3,2% η Αυστρία, 2,8% το Βέλγιο, 2,5% η Ολλανδία (πιο χαμηλά, βγαίνοντας από στασιμότητα ή ύφεση, η Ιταλία 2,3%, η Πορτογαλία 2,1%, τελευταία η Γαλλία με ένα 2% που απογοήτευσε το επιτελείο του Σαρκοζί). Στο ευνοϊκό αυτό περιβάλλον η Ελλάδα ίσως να έρχεται τρίτη μετά την Ιρλανδία και τη Φινλανδία, οι οποίες δεν έχουν ακόμα δημοσιεύσει στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2007.

Αλλά το πιο αξιοσημείωτο στα ελληνικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν είναι ότι στο μεγαλύτερό της μέρος η αύξηση του ΑΕΠ το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου οφείλεται στις επενδύσεις που εμφανίζουν μια θεαματική ετήσια αύξηση 15%, ενώ η αύξηση της κατανάλωσης ήταν μετρημένη, 2,7% (2,6% η ιδιωτική και 2,8% η δημόσια, οι σχετικές δαπάνες δηλαδή του προϋπολογισμού), η χαμηλότερη που καταγράφεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η συμβολή των επενδύσεων στην άνοδο του ΑΕΠ ήταν έτσι διπλάσια: 3,4 ποσοστιαίες μονάδες έναντι 1,7 μονάδων που προήλθαν από την κατανάλωση. Αρνητική ωστόσο συνεχίσθηκε η συμβολή του εξωτερικού εμπορικού ισοζυγίου: οι εξαγωγές δείχνουν έντονη αύξηση 9,4% φθάνοντας τα 11,3 δισ. ευρώ, αλλά ακόμα μεγαλύτερη, 14,4%, εμφανίζεται η αύξηση των πολύ υψηλότερων εισαγωγών στα 17,6 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα να αυξάνεται κατά 22,2%, αφαιρώντας μισή μονάδα από τη μεγέθυνση.

Ποιες επενδύσεις;

Μένει το ερώτημα σε τί συνίσταται αυτή η τόσο μεγάλη αύξηση των επενδύσεων. Εδώ τα προσωρινά στοιχεία των εθνικών λογαριασμών δεν δίνουν απάντηση. Από την επίσης μεγάλη περυσινή ετήσια αύξηση των επενδύσεων κατά 12,6%, το μεγαλύτερο μέρος οφειλόταν στις επενδύσεις σε κατοικίες (αύξηση 32,3%). Οι δημόσιες επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 7,6%, ποσοστό πολύ μέτριο αν ληφθεί υπόψη ότι τον προηγούμενο χρόνο είχαν συρρικνωθεί κατά 22%, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ άλλωστε διατηρούνται πλέον σε επίπεδα χαμηλότερα όλων των ετών μετά το 1997. Κατά 8,6% αυξήθηκαν πάντως το 2006 οι επιχειρηματικές επενδύσεις, αύξηση οπωσδήποτε αξιόλογη (μόλις 1,5% ήταν το 2005), αλλά και εδώ ενδιαφέρει η ποιοτική διάσταση: σε ποιο βαθμό συνέτειναν στην αναβάθμιση και την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας; Κατά πόσον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η εντύπωση του απλού παρατηρητή, που βλέπει ολόγυρά του να πολλαπλασιάζονται πελώρια εμπορικά κέντρα (για να πουλάνε ολοένα περισσότερα εισαγόμενα καταναλωτικά αγαθά), αλλά ελάχιστες νέες εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες διακρίνει;

Μια τέτοια συνολική αξιολόγηση δυστυχώς δεν επιχειρείται συστηματικά. Εξαίρεση αποτελεί η εξαμηνιαία έρευνα του ΙΟΒΕ για τις επενδύσεις στη βιομηχανία, όπου τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά: Στην τελευταία έρευνα, που δημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο, οι επιχειρήσεις προέβλεπαν για φέτος υποχώρηση των επενδύσεών τους κατά 2,1% συνολικά, καθώς μεγάλη μείωση αναμενόταν στον κλάδο ένδυση-υπόδηση και μικρή στα τρόφιμα-ποτά-καπνός, ενώ αντίθετα οι κλάδοι των χημικών και των μη μεταλλικών ορυκτών προγραμμάτιζαν σημαντική αύξηση. Αλλά από τις απαντήσεις τους, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, προκύπτει ότι "οι επιχειρήσεις φαίνεται να στηρίζουν τη θέση τους στην αγορά που ήδη δραστηριοποιούνται, ενώ αυξάνουν σταδιακά το ποσοστό των δαπανών τους για είσοδο σε νέες αγορές. Πάντως, εμφανίζονται διστακτικές στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών και μεθόδων παραγωγής".

Όσον αφορά τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδύσεις, η έρευνα εντοπίζει σταθερά ως σημαντικότερους τη ζήτηση και τις τεχνολογικές εξελίξεις και σε μικρότερο βαθμό τα κέρδη των επιχειρήσεων και τα επενδυτικά κίνητρα. Στην υποχώρηση των κερδών, που διαπίστωσε πρόσφατα για το 2006 δειγματοληπτική έρευνα του ΣΕΒ και της ICAP, δεν αποδίδεται μεγάλη σημασία: το περιθώριο καθαρού κέρδους προ φόρων, ο λόγος δηλαδή του κέρδους προς την αξία των πωλήσεων παραμένει ικανοποιητικό 5%, αν και χαμηλότερο από το 2005 (6,4%), και ακόμα περισσότερο η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων (ο λόγος του κέρδους προς τα επενδυμένα κεφάλαια) 9,7% από 11,6% το 2005. Ως προς τα κίνητρα, μένει να φανεί σε ποια έκταση θα υλοποιηθούν οι πάνω από 4.000 επενδυτικές προτάσεις στη μεταποίηση, αλλά και στον τουρισμό, που υπέβαλαν επιχειρήσεις το 2006 στα πλαίσια του νέου νόμου των κινήτρων, συνολικού ύψους 11,8 δισ. ευρώ. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, το σύνολο των επενδύσεων που κατέγραψαν οι εθνικοί λογαριασμοί το πρώτο τρίμηνο του 2007 έφθασε τα 19 δισ. ευρώ.) Αντίθετα, εντελώς οριακή αξιολογείται η επίδραση της φορολογίας των κερδών (που για να τη μειώσει δραστικά ο Γιώργος Αλογοσκούφης θυσίασε μακροχρόνια πολύτιμα δημόσια έσοδα), καθώς και της γενικότερης οικονομικής πολιτικής.

Η ζήτηση πάντως, που θεωρείται ο σημαντικότερος παράγων, σ αυτή τη φάση ενισχύεται, όπως πιστοποιεί και η ετήσια αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 3% που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του 2007 (έναντι αύξησης 1,4% ολόκληρο το 2006 και μείωσης 0,8% το 2005). Αξίζει εδώ να σημειωθεί η αύξηση κατά 5,4% του κλάδου τροφίμων-ποτών, που αντιπροσωπεύει το 20% της συνολικής μεταποίησης, των χημικών κατά 8,7%, των μηχανημάτων και ειδών εξοπλισμού κατά 11,5%, αλλά και οι αυξήσεις στην παραγωγή των παραδοσιακών κλάδων της κλωστοϋφαντουργίας κατά 1,5% και των ετοίμων ενδυμάτων κατά 5,4%, που παρουσίαζαν μακροχρόνια συνεχή πτώση. Ανοδικές άλλωστε καταγράφονταν μέχρι και τον Απρίλιο οι εκτιμήσεις και οι προσδοκίες των επιχειρήσεων στις έρευνες συγκυρίας.

Προβληματική διαγράφεται η πορεία μετά το 2008

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο διατηρήσιμη θα μπορέσει να αποδειχθεί η παρούσα ανοδική τάση.

Με ενδιαφέρον αναμένεται σχετικά μια μελέτη του ΙΟΒΕ για τη θέση της ελληνικής παραγωγής στις διεθνείς αγορές, η οποία θα δημοσιευθεί τον Ιούνιο. Εκεί τεκμηριώνεται η εκτίμηση ότι η ελληνική παραγωγή υστερεί έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της: αδυνατεί να καλύψει ικανοποιητικά την εγχώρια καταναλωτική ζήτηση, ενώ οι εξαγωγές χάνουν μερίδια στις ανεπτυγμένες αγορές, της Ε.Ε. κυρίως. Ενισχύονται τελευταία στις λιγότερο ανεπτυγμένες αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου όμως η επέκταση των ελληνικών προϊόντων, ή καν η παραμονή τους, προϋποθέτει, κατά τη μελέτη, τη βελτίωση του τεχνολογικού τους περιεχομένου. Διότι διαφορετικά, όσο θα ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο στις χώρες αυτές και τα καταναλωτικά τους πρότυπα θα συγκλίνουν στα δυτικά, οι ελληνικές εξαγωγές θα κινδυνεύσουν και εκεί.

Η μελέτη τεκμηριώνει άλλωστε τον "δυισμό" της βιομηχανίας, με το 42% περίπου να απαρτίζεται από επιχειρήσεις "έντασης εργασίας" και "έντασης εργασίας/κεφαλαίου", όπου απασχολούνται εργαζόμενοι χαμηλής εκπαίδευσης και χαμηλά αμειβόμενοι, σε συνεχή συρρίκνωση (πριν από δέκα χρόνια ξεπερνούσε το 50%). Λιγότερες από τις μισές επιχειρήσεις είναι "έντασης ανθρώπινου κεφαλαίου", και πολύ λίγες "έντασης τεχνολογίας", με εργαζόμενους υψηλής εκπαίδευσης και καλά αμειβόμενους, οι οποίες έχουν προοπτικές ανάπτυξης. Διασταυρώνονται έτσι και τα ευρήματα των επενδυτικών ερευνών.

Οι άλλοι τομείς της οικονομίας δεν έχουν μελετηθεί αντίστοιχα, την ποιότητα των επενδύσεών τους δεν τη γνωρίζουμε. Με βεβαιότητα όμως μπορούμε να υποθέσουμε χειρότερο δυϊσμό στη γεωργία και σε πολλούς κλάδους των υπηρεσιών, με πολύ μικρότερη αναλογία των παραγωγικών μονάδων που παρακολουθούν το διεθνή ανταγωνισμό, ή που εντάσσουν τις δραστηριότητές τους στις μακροχρόνιες ανάγκες της χώρας. Ενδεικτικό είναι το χάος που επικρατεί στην ενέργεια, όπου όποιοι μπορούν ορμούν να αρπάξουν μερίδες των κρατικών ενισχύσεων για ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, φυσικό αέριο ή και λιγνίτη, έξω από οποιοδήποτε εθνικό σχεδιασμό, ενώ για την εξοικονόμηση δεν γίνεται σχεδόν τίποτα και για την επάρκεια της τροφοδοσίας εξαρτώμαστε ολοένα περισσότερο από εισαγωγές.

Γενική είναι η εκτίμηση των αναλυτών της ελληνικής οικονομίας ότι η δυναμική της μεγέθυνσης φαίνεται εξασφαλισμένη για δύο, το πολύ τρία χρόνια, με τη συμβολή και των μεγάλων κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Η συνέχισή της όμως κατόπιν απαιτεί να αλλάξει το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. Τον κίνδυνο μιας σοβαρής κρίσης δεν μπορεί να αποτρέψει η κυβερνητική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας που εξαντλείται στη μείωση της φορολογίας, σε κίνητρα και στη μερική απελευθέρωση αγορών, χωρίς σχέδιο και με πολύ χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την παιδεία και την έρευνα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι