Ελληνικές πολυεθνικές

Συμβολή στις εξαγωγές, την έρευνα, την απασχόληση

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 20/06/2007

Πενιχρές διατηρούνται πολλά χρόνια τώρα οι επιδόσεις της Ελλάδας στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων για τη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων. Στη σχετική κατάταξη 140 χωρών των Ηνωμένων Εθνών, βρισκόμαστε σταθερά στην τελευταία εικοσάδα. Και οι εγχώριες επενδύσεις άλλωστε πολύ περισσότερο στρέφονται στον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των υφισταμένων οργανωμένων μονάδων, που δεν είναι και τόσο πολλές, παρά στην επέκταση ή τον πολλαπλασιασμό τους. Συνέπεια είναι η επίμονα υψηλή ανεργία, η αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας και δημιουργίας αρκετών καλών θέσεων εργασίας, αντίστοιχων με τις προσδοκίες των νέων, των πολλών πτυχιούχων προπάντων, η υστέρηση στη διάχυση των νέων τεχνολογιών, η περιορισμένη ανάπτυξη νέων ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται το αντίστροφο φαινόμενο: αυξάνονται σημαντικά οι επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, στα Βαλκάνια κατά πρώτο λόγο. Στις επενδύσεις στο εξωτερικό η Ελλάδα κατείχε το 2005 την 49η θέση (μεταξύ των 140 χωρών).

Σημαίνει αυτή η εκροή επενδύσεων φυγή κεφαλαίων που αναζητούν επικερδέστερες τοποθετήσεις σε περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους, εις βάρος της εγχώριας οικονομίας και απασχόλησης; Όχι, όπως τεκμηριώνει η πρώτη εμπεριστατωμένη μελέτη των ελληνικών πολυεθνικών επιχειρήσεων που δημοσίευσε προχθές το ΙΟΒΕ*. Βασισμένη σε ένα δείγμα έντεκα μεγάλων (με τα ελληνικά μέτρα) βιομηχανιών, τεσσάρων τραπεζών, του ΟΤΕ και δύο ακόμα επιχειρήσεων υπηρεσιών, που έχουν συνολικά 42 θυγατρικές στο εξωτερικό, αντιπροσωπευτικό για τις περίπου 50 μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις με ξένες επενδύσεις (καθώς οι πολλές μικρομεσαίες λειτουργούν διαφορετικά, με πρώτο κριτήριο το κόστος), η μελέτη διερευνά τις επιπτώσεις της δραστηριότητάς τους στην εγχώρια οικονομία.

Σημαντικότερο κίνητρό τους αναδεικνύεται η εκμετάλλευση νέων αγορών, όπου δημιουργήθηκαν μεγάλες ευκαιρίες στις γειτονικές χώρες. Στη Βουλγαρία οι ελληνικές επενδύσεις έρχονται δεύτερες μεταξύ των ξένων φθάνοντας το 1,4 δισ. ευρώ, στη Ρουμανία δέκατες με 3 δισ. ευρώ, ακολουθούν στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ενώ σε μικρότερο βαθμό αναπτύσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Βόρεια Αφρική, στις ΗΠΑ. Ως πολύ σημαντικό παράγοντα αξιολογούν οι επιχειρήσεις επίσης τη διατήρηση της ανταγωνιστικής τους θέσης στη διεθνή αγορά. Αλλά την εκμετάλλευση του χαμηλότερου κόστους στις χώρες υποδοχής την καταγράφουν ένατη σε σημασία. Οπωσδήποτε δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας στο εξωτερικό: μέση ετήσια αύξηση 7,9% την πενταετία 2001-2005, παράλληλα διατηρούν όμως ή και αυξάνουν την απασχόλησή τους στην Ελλάδα (κατά 1,5% τον χρόνο οι πολυεθνικές βιομηχανίες, οριακά υψηλότερα από το 1,2% της συνολικής βιομηχανίας). Η μελέτη κάνει έτσι λόγο για «ανάχωμα στην ανεργία» από τις δραστηριότητες αυτές, επισημαίνοντας ιδίως ότι οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στην Ελλάδα είναι υψηλών δεξιοτήτων. Το 2005 η δραστηριότητα στο εξωτερικό αντιπροσώπευε το 33% των συνολικών πωλήσεων των ομίλων και το 41% των απασχολουμένων τους.

Την ίδια περίοδο οι όμιλοι του δείγματος αύξαναν εκρηκτικά τις εξαγωγές τους, με ετήσιο ρυθμό 170%, δεκαπλάσιο του εθνικού, ενώ με ρυθμό 114% αύξαναν τις εγχώριες εξαγωγές τους. Οι πωλήσεις τους αυξάνονταν με μέσο ρυθμό 13%. Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι ωστόσο η αύξηση των δαπανών τους για έρευνα και ανάπτυξη κατά 15,1% τον χρόνο, που από 2% του τζίρου τους το 2001 προσέγγιζαν το 4% το 2005 (με διαφοροποιήσεις κατά κλάδο και αποφασιστική τη συμβολή της πιο ελαφράς βιομηχανίας), όταν οι αντίστοιχες δαπάνες του συνολικού ιδιωτικού τομέα ήσαν τραγικά χαμηλές και μειώνονταν από 0,2% σε 0,17%. Διότι, κατά τους μελετητές, αντικατοπτρίζει τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου παραγωγικού προφίλ, απαραίτητου για την επικράτηση σε νέες αγορές, αλλά ταυτόχρονα ισχυροποιεί τις εγχώριες παραγωγικές δομές σε ένταση γνώσης και εξειδίκευσης.

Σ υμπεραίνοντας ότι οι επενδύσεις στο εξωτερικό συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ελληνικής επιχειρηματικότητας και στη βελτίωση της ικανότητας για καινοτομία, η μελέτη εισηγείται μέτρα που θα τις διευκολύνουν: φορολογικά, εργατοασφαλιστικά για την απρόσκοπτη μετακίνηση Ελλήνων και ξένων εργαζομένων από τις θυγατρικές στη μητρική και αντίστροφα, θεσμικό πλαίσιο για εταιρείες παροχής υπηρεσιών, δημιουργία ενός παρατηρητηρίου που θα τις παρακολουθεί και θα τις μελετά συστηματικά.

Όσο ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική και αν είναι όμως η ανάδειξη των θετικών επιπτώσεων από τη δραστηριότητα ελληνικών πολυεθνικών επιχειρήσεων, δεν φθάνει. Όπως παρατήρησε προχθές στο περιθώριο της παρουσίασής της η εκ των συντακτών της μελέτης καθηγήτρια στην Επιχειρηματική Σχολή της Κοπεγχάγης Μαρίνα Παπαναστασίου, για την εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων στη χώρα δεν έχουμε ώς τώρα συστηματική στρατηγική. Ούτε και γενικότερα, για την ανάπτυξη των εγχώριων επενδύσεων, θα προσέθετε κανείς. Εφόσον δεν αρκούν κάποια σποραδικά, επί μέρους καλά αποτελέσματα, χρειάζεται να κάνουμε κάτι περισσότερο.

* Θεοδόσιος Παλάσκας, Μαρίνα Παπαναστασίου, Φραγκίσκος Φιλιππαίος, « Ο ρόλος των ελληνικών πολυεθνικών επιχειρήσεων στην οικονομία και προϋποθέσεις περαιτέρω ανάπτυξής τους », ΙΟΒΕ 2007.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι