Η έκρηξη του ελλείμματος δείχνει το πρόβλημα

Η ανταγωνιστικότητα χειροτερεύει, ΙΟΒΕ και τράπεζες υποδεικνύουν μέτρα, η κυβέρνηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει τους προεκλογικούς εξωραϊσμούς

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 23/09/2007

Με την προεκλογική του φόρα, ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης συνέχισε και την περασμένη εβδομάδα να εξωραϊζει την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής. Μια σειρά σοβαρά προβλήματα ήρθε ωστόσο να επισημάνει το ΙΟΒΕ για να αναδείξει ως κορυφαίο σύμπτωμα την επιδεινούμενη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ ανάλογες εκτιμήσεις δημοσίευσαν μεγάλες τράπεζες.

Η επιδείνωση αυτή αποτυπώνεται στη διαρκώς μεγαλύτερη άνοδο των εισαγωγών από τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα να διευρύνεται ολοένα περισσότερο το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας. Τη δυσμενή αυτή τάση επιβεβαίωσαν και τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το ισοζύγιο πληρωμών: Το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου οι εξαγωγές (μη συνυπολογίζοντας καύσιμα και πλοία που υπόκεινται σε συγκυριακές αυξομειώσεις) αυξήθηκαν κατά 5,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2006, και μόνο γι’ αυτές θέλει να μιλάει ο κ. Αλογοσκούφης. Αλλά οι υπερτριπλάσιες εισαγωγές (πάλι χωρίς καύσιμα και πλοία) αυξήθηκαν κατά 11,5%, με αποτέλεσμα το σχετικό έλλειμμα να διογκωθεί κατά 14,2%, ή κατά 1,9 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα καταγράφεται και μια δεύτερη ανησυχητική εξέλιξη: η πολύ μεγάλη αύξηση, 32,7% ή 2 δισ. ευρώ, που παρουσίασαν οι πληρωμές τόκων, μερισμάτων και κερδών στο εξωτερικό.

Αυτή, όπως εξηγεί στο εβδομαδιαίο Δελτίο της η Διεύθυνση Μελετών της Alpha Bank, είναι αποτέλεσμα μιας ολοένα υψηλότερης εισροής κεφαλαίων: Οι ξένες επενδύσεις χαρτοφυλακίου, που έφθασαν τα 25 δισ. ευρώ στο επτάμηνο, από 8,7 δισ. την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, έρχονται να χρηματοδοτήσουν τα δημόσια ελλείμματα (κρατικά ομόλογα), να διευκολύνουν την πιστωτική επέκταση των τραπεζών, και να αγοράσουν μετοχές, ωθώντας προς τα πάνω τις τιμές στο Χρηματιστήριο. Συνεπάγονται τις μεγάλες πληρωμές τόκων, μερισμάτων και κερδών στο εξωτερικό, αλλά και μεγάλη αύξηση της εγχώριας ζήτησης, η οποία κατευθύνεται σε εισαγόμενα προϊόντα, αφού η ανταγωνιστικά αδύναμη εγχώρια παραγωγή εκτοπίζεται σταδιακά από εισαγωγές. Διπλά επιβαρυμένο, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (που αθροίζει τα ισοζύγια εμπορευμάτων, υπηρεσιών, εισοδημάτων και μεταβιβάσεων από και προς την Ε.Ε.) έφθασε έτσι τα 19 δισ. ευρώ το επτάμηνο, ήταν κατά 4,2 δισ. ή κατά 28,3% μεγαλύτερο από το αντίστοιχο επτάμηνο του 2006, και κατά τις εκτιμήσεις των μελετητών της Alpha θα ξεπεράσει το 11,5% του ΑΕΠ φέτος.

Πόσο ακόμα μπορεί να συνεχίζεται μια τέτοια εκρηκτική διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος της χώρας; Για να μειωθεί, υποστηρίζουν στην Alpha, απαιτείται να αυξηθεί η εγχώρια αποταμίευση, η οποία περιορίσθηκε το 2006 στο 15% του ΑΕΠ, έναντι 21,5% στην Ευρωζώνη. Και αυτό σημαίνει δύο πράγματα, προσθέτουν: Πρώτον, να μειωθεί αμέσως το έλλειμμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης και να μετατραπεί σε πλεόνασμα. Και δεύτερον, να αυξηθεί η ιδιωτική αποταμίευση, κυρίως για τις συντάξεις, μέσω ουσιαστικής μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Την ανάγκη αυτή, υπενθυμίζεται, παγίως επισημαίνει στις εκθέσεις της η Τράπεζα της Ελλάδος.

Από τη ζήτηση στην προσφορά

Σε μια προσέγγιση αφενός πιο πολιτική, αφετέρου περισσότερο από τη σκοπιά της παραγωγής, όχι στυγνά χρηματοοικονομική, το ΙΟΒΕ καταλήγει σε ανάλογα συμπεράσματα. Παρεμβαίνοντας την επομένη των εκλογών, στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του περιλαμβάνει ειδικό κεφάλαιο για τη συνολική αποτίμηση της οικονομικής κατάστασης και την πολιτική κατεύθυνση που θεωρεί ότι θα πρέπει να ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση.

Η ανάπτυξη με ρυθμούς γύρω στο 4% επί μια δεκαετία έφερε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας από το 65,7% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15 το 1997 στο 82% περίπου φέτος, σημειώνει. Αλλά αυτή η σύγκλιση άρχισε να επιβραδύνεται από το 2006, όταν συνολικά η Ευρώπη άρχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα. Για να φθάσουμε επομένως το μέσο βιοτικό επίπεδο της Ε.Ε. των 15 "στο ορατό μέλλον", θα έπρεπε εμείς να έχουμε διπλάσιους ρυθμούς (π.χ. 5,5% φέτος), και αυτό το ιεραρχεί το ΙΟΒΕ ως "κυρίαρχη εθνική προτεραιότητα".

Η ευνοϊκή επίδραση από την ένταξη στην Ευρωζώνη (σταθερότητα του ευρώ, πολύ χαμηλά επιτόκια σε σύγκριση με το παρελθόν) έφερε μια μεγέθυνση στηριγμένη κυρίως στην εγχώρια ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις, ενώ πάντως συνέβαλε επίσης στη δημιουργία κάποιων πιο εύρωστων επιχειρήσεων και σε νέους τομείς, στην επέκταση ορισμένων στο εξωτερικό, στη συνολική άνοδο της παραγωγικότητας. Πλέον όμως εξαντλείται, ενώ ισχυροί παραμένουν οι παράγοντες "που λειτουργούν αποτρεπτικά για την ανάπτυξη": Το γραφειοκρατικό κράτος και η χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών του, η αδυναμία εκσυγχρονισμού της γεωργίας, η ελλειπής ενσωμάτωση της γνώσης στην παραγωγική διαδικασία, η δομική ανεργία, ο ατελής ανταγωνισμός σε πολλές αγορές, η εκτεταμένη παραοικονομία.

Το κορυφαίο σύμπτωμα όλων αυτών των διαρθρωτικών αδυναμιών είναι η επιδεινούμενη διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, που αποτυπώνεται στο διαρκώς διευρυνόμενο εξωτερικό έλλειμμα. Παρά την αύξηση των εξαγωγών τα δύο τελευταία χρόνια, ο εξωτερικός τομέας της οικονομίας (εισαγωγές και εξαγωγές) μειώνει σταθερά την ανάπτυξη (αφαιρεί μονάδες από το ΑΕΠ). Η εγχώρια ζήτηση δεν μπορεί πλέον να διασφαλίσει ταχείς ρυθμούς ανόδου, ενδέχεται άλλωστε να αποδυναμωθεί. Γι’ αυτό, κατά το ΙΟΒΕ, επιβάλλεται η μετατόπιση της βαρύτητας στην προσφορά, στη διεύρυνση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας να παράγει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Τον πρωταρχικό αυτό στόχο όμως το ΙΟΒΕ δεν τον εξειδικεύει σε πολιτικές προτάσεις, εξαντλώντας την κριτική και τις υποδείξεις του στη δυσλειτουργία του κράτους και του δημόσιου τομέα, σα να ήταν δυνατό να τον προωθήσουν από μόνες τους οι αγορές.

Κριτική και υποδείξεις

Η έως τώρα οικονομική πολιτική, εκτιμά το ΙΟΒΕ, δεν διαφοροποιείται αισθητά την περίοδο 2000-2004 και μετά το 2004 ως προς τους στόχους: τη δημοσιονομική προσαρμογή και τις διαρθρωτικές αλλαγές.

Με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απομυθοποιεί τη μεγάλη μείωση του δημοσίου ελλείμματος της τελευταίας διετίας, αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος οφείλεται στη μείωση των τόκων, στη μη επανάληψη των Ολυμπιακών δαπανών και στην αύξηση του ΦΠΑ. Παραθέτει άλλωστε τα στοιχεία για την ανησυχητική υστέρηση εσόδων και υπέρβαση των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού το πρώτο εξάμηνο φέτος, αναμένοντας πιθανή επιδείνωση στη συνέχεια λόγω των πυρκαγιών αλλά και του "πολιτικού κύκλου", δηλαδή των εκλογικών παροχών. Συμπεραίνει έτσι ότι όση δημοσιονομική προσαρμογή έχει επιτευχθεί είναι "εύθραυστη".

Επαινεί βεβαίως τα αναπτυξιακά κίνητρα, τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, απλουστεύσεις στην έκδοση αδειών και τις αποκρατικοποιήσεις, θεωρώντας ότι βελτίωσαν το περιβάλλον για τις επιχειρήσεις. Αλλά ταυτόχρονα κρίνει πολύ αρνητικές τις καθυστερήσεις στη μεταρρύθμιση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, του ασφαλιστικού και του εκπαιδευτικού συστήματος.

Αντίστοιχα επαινεί τη μείωση των φορολογικών συντελεστών αδιακρίτως, τονίζει όμως ότι η συμβολή τους στην ανάπτυξη θα ήταν σημαντικότερη αν παράλληλα απλουστευόταν το φορολογικό σύστημα και βελτιωνόταν η φορολογική διοίκηση.

Καταλήγει έτσι σε τέσσερες προτεραιότητες για την οικονομική πολιτική της νέας περιόδου:

Δημοσιονομική προσαρμογή, που απαιτεί μακροχρόνιο πρόγραμμα, απλούστευση και κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας που σήμερα ενθαρρύνει τη φοροδιαφυγή, διαφάνεια και έλεγχο σκοπιμότητας και αποτελεσματικότητας στις δαπάνες.

Παρεμβάσεις για την αποτελεσματικότητα του κράτους.

Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος μέσα από κοινωνικό διάλογο, αλλά και άμεσα μέτρα σε εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας για τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, την ένταξη των μεταναστών και τον περιορισμό των πρόωρων συντάξεων.

Αντιμετώπιση των καταστροφών με σαφείς στόχους σε ένα "νέο δρόμο οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης".

Αναγκαστική αναθεώρηση

Μιαν ανάλογα προβληματική ανάλυση της ελληνικής οικονομίας δημοσίευσε η Eurobank: στις προκλήσεις για τη νέα οικονομική πολιτική προτάσσει την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αλλά και την εκπαιδευτική, επισημαίνοντας τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την παιδεία από 3,6% σε 3,1% του ΑΕΠ αντί του υπεσχημένου 5%, και το πολύ χαμηλό τους επίπεδο για έρευνα και ανάπτυξη, ενώ σημειώνει την επιδείνωση της αποτελεσματικότητας του κράτους μεταξύ 2002 και 2006 σύμφωνα με δείκτες της Παγκόσμιας Τράπεζας. Για φέτος η Eurobank προβλέπει το εξωτερικό έλλειμμα να φθάσει στο 11,5% του ΑΕΠ και το δημόσιο έλλειμμα στο 2,9% του ΑΕΠ.

Εμμένοντας στην προεκλογική πλασματικά ρόδινη εικόνα της οικονομίας ο κ. \Αλογοσκούφης\ επαναλάμβανε την περασμένη εβδομάδα ότι το δημόσιο έλλειμμα θα συγκρατηθεί στο 2,4%. Θα αναγκασθεί να την αναθεωρήσει αμέσως μετά τις προγραμματικές δηλώσεις, καθώς στο προσχέδιο του προϋπολογισμού δεν θα μπορεί να συγκαλύπτει σε τόση έκταση τη φετεινή επιδείνωση. Το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον που διαμορφώνεται στο μεταξύ η χρηματοοικονομική κρίση, η συνεχής άνοδος του ευρώ και του πετρελαίου, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες που η κυβέρνηση δεν έχει διόλου ετοιμασθεί να αντιμετωπίσει.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι