Σε αναζήτηση ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης

Ελίζα Παπαδάκη, 21/10/2007

Συμπληρώνονται έντεκα χρόνια φέτος που η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ρυθμούς μεγέθυνσης σαφώς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό μάλλον θα συνεχιστεί και το 2008, ενόσω η δυναμική των ανεπτυγμένων οικονομιών επιβραδύνεται με την παρατεινόμενη χρηματοοικονομική κρίση: Μόλις δημοσιεύθηκε η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που προβλέπει για τη χώρα μας μιαν αύξηση του ΑΕΠ 3,6% (από 3,9% φέτος), την τρίτη υψηλότερη στην Ευρωζώνη μετά το Λουξεμβούργο και τη Σλοβενία. Χωρίς ουσιαστικές αλλαγές όμως η τάση αυτή δεν θα αντέξει πια πολύ. Το τωρινό "μοντέλο ανάπτυξης" της Ελλάδας έχει εξαντληθεί.

Στην παραδοχή αυτή συμπίπτουν όλοι οι αναλυτές της ελληνικής οικονομίας, ερευνητικά κέντρα και διεθνείς οργανισμοί. Σημαίνει ότι, έτσι όπως πορευόμαστε, σε πολύ λίγα χρόνια θα απειληθεί το σημερινό επίπεδο των εισοδημάτων και της απασχόλησης στη χώρα μας. Για να αποτραπεί μια τέτοια αρνητική εξέλιξη, η δημιουργία των προϋποθέσεων για μια νέα ανάπτυξη θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Η κυβέρνηση αγνοεί αυτήν την ανάγκη διαβεβαιώνοντας ότι με τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί ήδη άλλαξε το "μοντέλο" της χώρας. Μόνο σε επιμέρους επιστημονικούς κύκλους επιχειρείται να ανοίξει το θέμα. Μια τέτοια ενδιαφέρουσα προσπάθεια ήταν το συμπόσιο "Σε αναζήτηση ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης" που διοργάνωσε την περασμένη εβδομάδα το Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών.

Το πρώτο επιχείρημα που επικαλείται ο υπουργός Οικονομίας \Γιώργος Αλογοσκούφης\, όταν ισχυρίζεται ότι το "μοντέλο" άλλαξε, είναι η αύξηση των εξαγωγών που όντως συντελέσθηκε τα δύο τελευταία χρόνια (παραλείποντας μονίμως να αναφερθεί στις τριπλάσιες και ταχύτερα αυξανόμενες εισαγωγές).

Το πόσο πενιχρή παραμένει η επίδοση των ελληνικών εξαγωγών καταδεικνύεται ωστόσο σε ένα διάγραμμα που παρουσιάσθηκε στο Συμπόσιο από τον καθηγητή του ΕΜΠ \Λευτέρη Παπαγιαννάκη:\ Το 2006 οι εξαγωγές αγαθών έφθαναν στην Ελλάδα μόλις στο 7% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό συγκρίσιμο μόνο με την πολύ μεγάλη και αυτάρκη οικονομία των ΗΠΑ, όταν σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και σε πολύ φτωχότερες, το ποσοστό είναι πολλαπλάσιο. Και οι μεταβολές που συντελούνται σε μας και στον διεθνή περίγυρο είναι δυσμενείς.

Καίρια ήταν εδώ η επισήμανση της καθηγήτριας \Λούκας Κατσέλη\ (βουλευτού επικρατείας του ΠΑΣΟΚ) ότι στις συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδας η συμμετοχή των αγαθών είναι πλέον μόνο 34% έναντι 66% των υπηρεσιών, αντίστροφα από την Ε.Ε. των 15, όπου η σχέση αγαθών/υπηρεσιών είναι 76,5% προς 23,5%. Η στροφή προς τις υπηρεσίες χαμηλής εξειδίκευσης (εμπόριο, ξενοδοχεία κ.λπ.) αποτυπώνεται και στην εξέλιξη της διάρθρωσης της απασχόλησης: 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενοι χωρίς πτυχίο απασχολούνται πλέον εδώ, συχνά προσωρινά και με πολύ χαμηλές αμοιβές, γι αυτό και η απειλή της φτώχειας είναι τόσο υψηλή, τόνισε η κ. Κατσέλη.

Ποιες μεταρρυθμίσεις;

Την περασμένη Πέμπτη ο κ. Αλογοσκούφης δημοσίευσε την Έκθεση Εφαρμογής του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων για το 2007. Αν και το πρόγραμμα διανύει το τρίτο έτος του, στο μεγαλύτερο μέρος της η Έκθεση καταγράφει διάφορες κυβερνητικές δράσεις ή προθέσεις δράσεων ("εκπονούνται" σχέδια, "δρομολογούνται" πολιτικές) για να τηρηθούν οι κοινοτικές προδιαγραφές, χωρίς αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Χαρακτηριστικά είναι ολόκληρα τα κεφάλαια για την εκπαίδευση και κατάρτιση και για το περιβάλλον, άλλωστε ποια πραγματοποιημένη πρόοδος θα μπορούσε να σημειωθεί εδώ;

Αλλά και οι λιγοστές αναφορές σε αποτελέσματα είναι τυπικού χαρακτήρα, διόλου ουσιαστικές: Στο κεφάλαιο για το επιχειρηματικό περιβάλλον, για παράδειγμα, ως επιβεβαίωση βελτίωσης οι συντάκτες της Έκθεσης επικαλούνται την κατάταξη της Ελλάδας στην 100ή θέση μεταξύ 178 χωρών από την Παγκόσμια Τράπεζα (!) θεωρώντας ότι ανέβηκε 9 θέσεις από πέρυσι (ισχυρισμός που δεν τεκμηριώνεται στα δημοσιευμένα στο διαδίκτυο αναλυτικά στοιχεία, όπως παρουσιάσθηκαν στην "Αυγή" στις 7.10). Και σε κάθε περίπτωση παραμένει με μεγάλη απόσταση η χαμηλότερη της Ευρώπης και εξηγεί την απουσία ξένων άμεσων επενδύσεων που θα διεύρυναν και θα αναβάθμιζαν την παραγωγική βάση και την απασχόληση.

Στην ανάγκη ριζικής αλλαγής του θεσμικού πλαισίου επέμειναν έτσι οι περισσότεροι εισηγητές στο Συμπόσιο του ΙΜΜ. Αυτό όμως θα προϋπέθετε τη μακροχρόνια εμμονή σε ορισμένους κεντρικούς στόχους, χωρίς άσκοπες ανατροπές πολιτικής, παρεμβάσεις που θα υπερβαίνουν τον τετραετή ορίζοντα του εκλογικού κύκλου, τόνισε ο καθηγητής (και πρώην υπουργός) \Τάσος Γιαννίτσης\. Αυτό σημαίνει την επένδυση του παραγωγικού πλεονάσματος στη μελλοντική ανάπτυξη και λιγότερο στη διανομή του για βραχυπρόθεσμα οφέλη, όπως συνέβη στις χώρες που έχουν πετύχει: Την αντιμετώπιση της εκτεταμένης διαφθοράς και, προπάντων, την πολιτική επένδυση στη γνώση, τον μεγάλο απόντα σήμερα, με όλο τον σχετικό στόμφο να μεταφράζεται σε σπατάλη πόρων.

Χρειάζεται σχεδιασμός με μετρήσιμους στόχους και με την αντίστοιχη δέσμευση πόρων για να υλοποιηθεί ένα σύστημα δημόσιων πολιτικών με επίκεντρο την αξιοποίηση της τεχνολογίας από όλους και για όλους, τη διάχυση της γνώσης παντού, την καλλιέργεια της καινοτομίας, συμπλήρωσε ο αν. καθηγητής (ΕΜΠ) \Γιάννης Καλογήρου\: Η επένδυση στη γνώση, είπε, πρέπει να αποτελέσει την καρδιά μιας νέας μεγάλης κοινωνικής συμφωνίας για την ανάπτυξη.

Η κοινωνική και πολιτική συναίνεση είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί βιωσιμότητα για την οικονομία, το περιβάλλον και το κοινωνικό κράτος, τόνισε ο πρόεδρος του ΙΜΜ καθηγητής \Στέργιος Μπαμπανάσης.\

...και ποιες επιχειρήσεις;

Αλλά η υποβόσκουσα διαρθρωτική κρίση της χώρας δεν αφορά μόνο τον δημόσιο τομέα, υπογράμμισε ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης. Αφορά εξίσου, αν όχι περισσότερο, τον επιχειρηματικό τομέα. Υπάρχουν επιχειρήσεις που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά είναι λίγες, δεν συγκροτούν την κρίσιμη μάζα που απαιτείται για να προχωρήσει η χώρα. Την υστέρηση αυτή απεικονίζει το ύψος των δαπανών για έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη σε σύγκριση με τις πρωτοπόρους Φινλανδία και Ιρλανδία αλλά και με τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 25 στο δεύτερο διάγραμμα:

Οι μέσες ευρωπαϊκές δημόσιες δαπάνες είναι 1,7 φορές μεγαλύτερες από τις ελληνικές, οι επιχειρηματικές όμως είναι εξαπλάσιες. Τη σχετική αδιαφορία του μεγάλου όγκου των εγχώριων επιχειρήσεων καταδεικνύει άλλωστε και το ελληνικό παράδοξο, η ανεργία να είναι υψηλότερη στους πτυχιούχους παρά στους λιγότερο καταρτισμένους νέους.

Τα σταθερά τους προβλήματα παρουσίασε με βάση τις έρευνες του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου για την Επιχειρηματικότητα ο \Σταύρος Ιωαννίδης\ (Πάντειο, ΙΟΒΕ): Οι νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις έχουν ρηχό χαρακτήρα, καθώς στη μεγάλη τους πλειονότητα απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, όχι σε άλλες επιχειρήσεις, αδυνατούν να "δουν" καλές ευκαιρίες, βασίζονται σε μεγάλο ποσοστό στην οικογενειακή χρηματοδότηση και περισσότερο από όσο σε κάθε άλλη χώρα φοβούνται την αποτυχία, που σημαίνει ότι δεν αναλαμβάνουν καινοτομικά εγχειρήματα.

Κοινωνικές αντιστάσεις

Στη υψηλή ενεργειακή ένταση και ένταση άνθρακα της ελληνικής οικονομίας επέμεινε, παρουσιάζοντας το ενεργειακό μας σύστημα, η καθηγήτρια \Δανάη Διακουλάκη\ (ΕΜΠ), για να υποστηρίξει ότι δεν πρόκειται για απλές συγκυριακές αδυναμίες: αντανακλούν τη γενικότερη υστέρηση στη διαμόρφωση ενός μοντέλου ανάπτυξης που θα αξιοποιεί τη νέα γνώση, θα προάγει την καινοτομία, θα ενισχύει την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα και θα σέβεται το περιβάλλον. Αλλά η υστέρηση αυτή δεν αφορά μόνο τις αδράνειες και τις παραλείψεις του κράτους και των επιχειρήσεων, συχνά συνδέεται με τις αντιστάσεις ολόκληρης της κοινωνίας στην αλλαγή, τόνισε.

Ενδεικτική είναι η σταθερά χαμηλότερη τιμολόγηση του οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα σε σύγκριση με όλες τις άλλες χώρες: ελαφρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά και ενθαρρύνει την κατάχρηση στην κατανάλωση.

Το εύλογο σήμερα αίτημα για την επιδότηση των φτωχότερων νοικοκυριών για το πολύ υψηλό κόστος της θέρμανσης δεν συμπληρώνεται με την ενίσχυση της μόνωσης στις κατοικίες ώστε η εξοικονόμηση να γίνει στάση ζωής.

|(Στο Συμπόσιο έγιναν ακόμα πολλές ενδιαφέρουσες εισηγήσεις που δεν χωρούσαν να αναφερθούν εδώ).|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι