Διάλογος για μια δυνατή και εποικοδομητική σχέση μεταξύ αριστεράς και κινημάτων

Των Π. Φλόρες ντ’ Αρκάις, Σ. Κοφφεράτι

Σέρτζιο Κοφφεράτι, τεύχος 4/2002, Μετάφραση και εισαγωγικό σημείωμα του Στάθη ΛΟΥΚΑ, ΜικροΜέγα, 01/01/2003

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος από το διάλογο μεταξύ του Π. Φλόρες ντ’Αρκάης – διευθυντού του ιταλικού περιοδικού "ΜικροΜέγα" - και του Σ. Κοφφεράτι, πρώην γεν. γραμμ. της CGIL. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4/2002 του περιοδικού, ακριβώς τις ημέρες της διεξαγωγής της συνάντησης της Φλωρεντίας.

Ο Σ. Κοφφεράτι, το πιο δημοφιλές πρόσωπο της αριστεράς σήμερα, παραιτήθηκε από τη Γενική Γραμματεία όπου διαδέχθηκε το 1994 τον Μπρούνο Τρεντίν, λόγω καταστατικών χρονικών ορίων, την 21/09/02. Τη συνδικαλιστική του πορεία ο Κοφφεράτι την άρχισε τις αρχές της δεκαετίας του 1970, σε ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια του Μιλάνου (Πιρέλλι-Μπικόκα), με έναν αδυσώπητο αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία, στο χώρο του εργοστασίου, και με μια ουσιαστική συμβολή του συνδικάτου στη διαδικασία παραγωγικής αναδιάρθρωσης της χημικής βιομηχανίας, που να διασφαλίζει συγχρόνως την παραγωγή και την απασχόληση. Σαν γραμματέας της CGIL οργάνωσε για την προάσπιση του άρθρου 18 του "Καταστικού της Εργασίας", στη Ρώμη, τις 23/03/02 τη μεγαλύτερη συγκέντρωση (3 εκατ. άτομα) που έγινε μεταπολεμικά στην Ιταλία. Η συγκέντρωση αυτή, με τον όγκο και το περιεχόμενό της, αποτέλεσε σταθμό στις εξελίξεις της ιταλικής αριστεράς και κεντροαριστεράς. Η επιτυχία της, πέρα από άλλους λόγους, οφείλεται και στην αντίληψη για τη σχέση πολιτικής, συνδικάτου και κινημάτων, που διαφαίνεται μέσα από τα τμήματα του διαλόγου που ακολουθούν, και που κινείται στα χνάρια των καλύτερων παραδόσεων της ιταλικής αριστεράς.

Συνεχιστής αυτής της αντίληψης είναι και ο σημερινός γεν. γραμμ. της CGIL, ο Γ. Eπιφάνι που προέρχεται από το παλιό σοσιαλιστικό κόμμα. (PSI). Σε αυτή την αντίληψη σε μεγάλο βαθμό – όχι μόνο για λόγους οργανωτικούς (μαζική συμμετοχή της CGIL σε κάθε επίπεδο και από κάθε πλευρά) – οφείλεται και η οργανωτική και η πολιτική επιτυχία της συνάντησης της Φλωρεντίας. Δεν πρέπει να ξεφεύγει από την προσοχή όσων τη συνάντηση της Φλωρεντίας προσπαθούν μονοσήμαντα να εξηγήσουν, παραμένοντας στα χνάρια της Γένοβας, ότι:

α. η επιτυχία της Φλωρεντίας, δηλ. το αποκαλούμενο πλέον "μοντέλο Φλωρεντίας", οφείλεται στη σύγκλιση θεσμών σε δημοτικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.

β. αυτή η σύγκλιση των θεσμών οφείλεται στη σύγκλιση των προσπαθειών του συνόλου των δυνάμεων της αριστεράς και κεντροαριστεράς σε δημοτικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, μέσω της οποίας απομονώθηκε και η προβοκατόρικη επίθεση για απαγόρευση της δεξιάς.

γ. η συνάντηση χαρακτηρίστηκε από ένα άνοιγμα του φάσματος των κοινωνικών και πολιτικών ομάδων που συμμετείχαν (από απλά αντικαπιταλιστικές, σε κεϋνεσιανές και καθολικές), ενώ πολλά ήταν τα κοινά σημεία, παρ’όλες τις διαφορές της προέλευσης.

δ. η ωριμότητα και η πολιτική επιτυχία της συνάντησης είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης και πλουραλιστικής διαδικασίας που κινείται στο πλαίσιο της αντίληψης που προκύπτει από το διάλογο.

ε. η επιτυχία ήταν τέτοια, που έσπρωξε τον πρόεδρο της Ε.Ε. Ρομάνο Πρόντι στην εξής δήλωση "Τα λόγια αυτών των νέων έχουν μια σημασία. Είναι ανάγκη να τα ακούει κανείς ακόμη και αν ηχούν παράξενα και ατελή, και να τα μετατρέψει σε πολιτική. Τα κινήματα, όταν δεν είναι βίαια, όταν δεν εξαρτώνται από ένα κόμμα και δεν έχουν μια άμεση επιδίωξη, δημιουργούν μια γόνιμη ατμόσφαιρα, που οδηγεί τον κόσμο στην περίσκεψη. Η περίσκεψη γίνεται ακόμη και με ένα θέαμα, ένα γυρωγυρωόλοι, με μια εκδήλωση".

(Προηγουμένως ο διάλογος σχετίζονταν με τη γέννηση του Συνδικάτου CGIL και με την τότε μορφή εργασίας).

Σέρτζιο Κοφφεράτι: Εκείνη την εποχή, η μορφή εργασίας που κυριαρχούσε, και στη γεωργική, ήταν η χειρωνακτική. Η νέα μορφή εργασίας ήταν η βιομηχανική. Σήμερα, η κυριαρχούσα μορφή εργασίας είναι η βιομηχανική, ενώ η καινούργια μορφή εργασίας είναι οι διαφοροποιημένες δραστηριότητες, εκείνες που αποκαλούνται "άτυπες εργασίες". Πού ευρίσκεται, λοιπόν, η καινοτομία; Πιστεύω ότι, τους μήνες που πέρασαν, έβαλα με μεγάλη αποφασιστικότητα στο κέντρο της πρωτοβουλίας της CGIL το θέμα των δικαιωμάτων.

Φυσικά, η CGIL, ξεκινώντας από τους λόγους ύπαρξής της, ασχολήθηκε με τα δικαιώματα που καθορίζονται στη σφαίρα της εργασίας. Κάνοντάς το όμως με αυστηρότητα, με αποφασιστικότητα, δεν μπορούσε να μην συναντήσει πολλά άλλα υποκείμενα. Που είχαν στρέψει την προσοχή και την ευαισθησία τους στο θέμα των δικαιωμάτων που αφορούν κατά κύριο λόγο τη θέση του πολίτη.

Όποιοι αγωνίστηκαν αυτούς τους μήνες για το δικαίωμα σε μια πλουραλιστική πληροφόρηση, σε έναν ελεύθερο τύπο, στηρίχτηκαν στο δικαίωμα που καθιερώνεται από το άρθρο 21 του Ιταλικού Συντάγματος. ΄Οποιοι αγωνίστηκαν για τη δικαιοσύνη, και για ένα αποτελεσματικό κι ανεξάρτητο δικαστικό λειτούργημα, έβαλαν στον αγωνιστικό στίβο μια σκέψη, που κι αυτή αντιστοιχεί σε ένα βασικό δικαίωμα του πολίτη – αποτελεί κι αυτό μέρος της ουσιαστικής δημοκρατίας. Όποιοι αντιμετώπισαν τα θέματα που είναι προσφιλή στην ειρηνιστική κουλτούρα, ή τη no global κουλτούρα, έχουν κι αυτοί συμβάλει στο να ζωντανέψει, στο σώμα της ιταλικής κοινωνίας, ένα άθροισμα αναγκών που αναφέρονται στα βασικά δικαιώματα – όπως το να ζούμε εν ειρήνη σε έναν κόσμο με κανόνες, κι όχι σε έναν κόσμο όπου η έλλειψη κανόνων προκαλεί ρήξεις, πολέμους και περιθωριοποίση των πιο αδυνάτων και φτωχών.

Κάθε ένα απο αυτά τα υποκείμενα κινήθηκε ελεύθερα, με φανερή και θετική έμπνευση. Ήταν αναπόφευκτο και, προσθέτω, δίκαιο, αυτά τα υποκείμενα να αλληλοεπιδρούν, και, σε ορισμένες περιστάσεις, να βρεθούν ενωμένα: αυτό συνέβηκε, λόγου χάρη, τις 23 Μαρτίου 2002, στη διαδήλωση της CGIL (σσ: Ρώμη, 3 εκατομ.). Συνέβηκε και τόσες άλλες φορές, με τις πρωτοβουλίες των "γύρω γύρω όλοι", ή των κινημάτων για την είρήνη (πορεία Περούτζια-Ασίζη), ή των κινημάτων no global.

Όλοι μαζί και χωριστά, αλήθεια, δώσαμε ουσία και περιεχόμενο σε μια σημαντική ιδέα, που θα έπρεπε να γίνει σθστατικό στοιχείο του τυπικού και υλικού Ευρωπα ϊκού Συντάγματος. Ακριβώς η ιδέα της αλυσίδας των αλληλένδετων δικαιωμάτων. Η Χάρτα των Δικαιωμάτων της Νίκαιας καθορίζει το αδιαχώριστο μεταξύ των δικαιωμάτων των ατόμων, των δικαιωμάτων του πολίτη και των δικαιωμάτων που γεννιούνται στη σφαίρα των οικονομικών σχέσεων.

Νά: αυτή η αλυσίδα, αυτή η διασύνδεση, αυτό το αδιαχώριστο, πήρε σάρκα κι οστά με τις πρωτοβουλίες πολλών υποκειμένων, που όμως δούλεψαν μαζί. Πιστεύω ότι αυτή η συνεργασία είναι πολύ σημαντική και αντι προσωπεύει μια από τις κληρονομίες αυτού του τελευταίου χρόνου. Γιατί οι συνεργίες υπήρξαν φανερές και θετικές, συμπαρέσυραν και έπεισαν πάρα πολλά άτομα, και πιστεύω ότι ήταν πολύ σημαντικός ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα διαφορετικά υποκείμενα δημιούργησαν τη μεταξύ τους συνεργασία. Κατά τη γνώμη μου, είναι θεμελιώδης ο αμοιβαίος σεβασμός. Σημαντικό είναι να αναγνωρίζεται μια λειτουργία διαφορετική μεν, αλλά στον ίδιο βαθμό νόμιμη και θεμιτή. Δεν υπήρξε, δηλαδή, από τη μεριά κανενός από αυτά τα υποκείμενα, καμμιά προσπάθεια ηγεμονοποίησης σε σχέση με τα άλλα, παρ’όλες τις φανερές διαφορές μεγέθους και ιστορίας, που το κάθε ένα απ’ αυτά κουβαλούσε απάνω του.

Με τέτοια διαλεκτική σχέση, μέσα από όλες τις δυσκολίες, και ακόμη και με όλες τις αντίθέσεις που υπάρχουν στις μορφές μιας πραγματικής διαλεκτικής, πραγματοποιήθηκε η ανάπτυξη ενός διάχυτου κινήματος. Ενός κινήματος που, πέρα από τα άλλα, κέντρισε την πολιτική να ασχοληθεί με τα θέματα που πρότεινε. Η πολιτική δεν έδειξε πάντα την κατάλληλη προσοχή: κάποιες φορές, η πολιτική και η θεσμική αντιπροσώπευση "αναγκάστηκαν" να λάβουν υπόψη τους τους ερεθισμούς αυτούς, άλλες φορές, αντίθετα, συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση των ερεθισμών αυτών. Πιστεύω ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ’ένα πολύ κρίσιμο πέρασμα, και θα το περιέγραφα ως εξής: ή εδραίωνεται η διαλεκτική αυτή, τελειοποιώντας τις μορφές της, ξεκινώντας όμως από την αναγνώριση της πλήρους νομιμότητας κάθε καινούργιου υποκειμένου και παγιώνοντας τους πρωτότυπους τρόπους που το κάθε ένα χρησιμοποιεί, ή, σ’ αντίθετη περίπτωση, διατρέχουμε τον κίνδυνο της οπισθοδρόμησης.

Κανένα από τα υποκείμενα αυτά δεν είχε την απαίτηση να αντιπροσωπεύει το σύνολο της πολυσύνθετης ιταλικής κοινωνίας. Κανένα από τα υποκείμενα αυτά δεν είχε την απαίτηση να αντικαταστήσει την πολιτική: έστειλαν όμως πολύ ισχυρά μηνύματα στην πολιτική, για να λάβει υπόψη της τα αιτήματα που προωθούν. Τώρα, λοιπόν, είναι η σειρά της πολιτικής να εξετάσει με μεγάλη προσοχή όχι μόνο την ουσία αυτών των μηνυμάτων, αλλά και τις μορφές, τους τρόπους με τους οποίους τα μηνύματα αυτά δημιουργήθηκαν και ζωντάνεψαν, με τη συμβολή δεκάδων χιλιάδων προσώπων. Αυτό είναι το κομβικό σημείο, δυναμικά θετικό, της σχέσης μεταξύ της πολιτικής και του κινήματος.

Δυστυχώς, όμως, δεν βλέπω πάντα, από τη μεριά της πολιτικής, μια προσήκουσα προσοχή. Γιατί, όταν όποιος έχει καθήκοντα συνολικής αντιπροσώπευσης, και επόμενα διαμεσολάβησης, όπως η πολιτική, χάνει καιρό και χάνεται, επιμένοντας στις ριζοσπαστικές πλευρές των κινημάτων, κάνει λάθος. Είναι φανερό ότι κάθε μορφή μερικής αντιπροσώπευσης, συμπεριλαμβανομένης της συνδικαλιστικής (παρ’όλο που αυτή έχει μια πλατύτερη αντιπροσωπευτικότητα, και σε σχέση με τα υποκείμενα, και σε σχέση με τα περιεχόμενά της), εμπεριέχει ένα όριο – που καμιά φορά είναι και πλεονέκτημα! – που είναι η ριζοσπαστικοποίηση. Όποιος έχει καθήκοντα διαμεσολάβησης πρέπει να τη λάβει υπ’ όψη του: δεν μπορεί να ζητάει από τους άλλους να λύσουν το πρόβλημα αυτό, που δεν αποτελεί αντίθεση των κινημάτων και είναι, αντικειμενικά, στοιχείον της φύσης τους. (...)

Πιστεύω ότι πρόκειται για θετικά γεγονότα. Είμαι αρκετά μεγάλος, κι επόμενα έχω γνωρίσει τα κινήματα του τέλους της δεκαετίας του $60 και της αρχής της δεκαετίας του $70: δεν είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά. Δεν είχαν αυτή τη μετριοπάθεια και, πάνω απ’ όλα, ήταν συχνά περιορισμένα από την ίδια την ιδέα να μετασχηματιστούν, με τη σειρά τους, σε υποκείμενα πολιτικής αντιπροσώπευσης – πειρασμός που δεν ταλανίζει τα σημερινά κινήματα. Πιστεύω ότι η CGIL είχε το προτέρημα να προσφερθεί για να γίνει σημείο αναφοράς και να δομήσει αυτή την αλυσίδα των σχέσεων μαζί με άλλους. Δεν πρόκειται για καινούργιο λειτούργημα, που δήθεν υπερβαίνει τον ιστορικό ρόλο του συνδικάτου: είναι, αντίθετα, η άσκηση μιας δικιάς του παλιάς λειτουργίας, που την εξασκεί με αυστηρότητα, και που απέκτησε αξία και μεγαλύτερη σημασία γιατί μερικοί άλλοι, στο μεταξύ, είχαν "ξεχαστεί".
Αν μιλήσουμε για παράδοξο, το παράδοξο ευρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ κάναμε την πολύ παραδοσιακή μας δουλειά με την πιο παλαιά της μορφή, εμφανιστήκαμε σαν υποκείμενο ασυνήθιστα καινούργιο και σύγχρονο. (...)

Π. Φλόρες ντ’ Αρκάις: (…) Συγκεκριμένα, πώς μπορεί να διαρθρωθεί αυτό το "άνοιγμα" των κομμάτων προς τα κινήματα; Γιατί η μόνιμη εντύπωση είναι ότι οι υπεύθυνοι των κομμάτων ομιλούν μεν πολύ για την αναγκαιότητα του "ακούειν" τα κινήματα (όταν αυτά είναι ισχυρά και δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν ή να χλευαστούν), αλλά μετά θέλουν να διαφυλάσσουν ζηλότυπα το μονοπώλιο της "χρήσης", αυτών των κινημάτων και της δύναμής τους, που η πολιτική θέλει να κάνει. Ενώ το πρόβλημα της απομάκρυνσης από την πολιτική – επαναλαμβάνω: πρόβλημα ευρωπαϊκό – έχει τις ρίζες του ακριβώς σ’ αυτή την απαίτηση του μονοπωλίου. Αν τα κόμματα δεν παραιτηθούν απ’ αυτή την απαίτηση, θα παραμένουν μέρος του προβλήματος και δεν θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν παράγοντας λύσης.
Οι πάρα πολλοί πολίτες, για τους οποίους μιλάς εσύ, και για τους οποίους λες ότι δεν πρέπει να χαθεί ούτε ένα ψίχουλο από την καλή τους διάθεση, θέλουν να συμμετέχουν ισότιμα και απευθείας στην πολιτική απόφαση. Δεν θέλουν να αποτελέσουν μόνο μοχλό αλλαγής των συσχετισμών δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα, ενώ η χρήση της δύναμης αυτής, όταν πρόκειται να παρθεί η απόφαση, επανέρχεται και παραμένει όλη μέσα στους κομματικούς μηχανισμούς. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνουν τα κόμματα, για να επιτρέψουν και στον πολίτη(…) να έχει κάποιο βάρος, να συμμετέχει στις αποφάσεις; Σε ποια κατεύθυνση πρέπει να μετασχηματιστούν, για να μπορούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις, στ’ αλήθεια ισότιμα, ο επαγγελματίας πολιτικός κι αυτός που με την πολιτική ασχολείται ερασιτεχνικά; Ποιοι εκσυγχρονισμοί πρέπει να γίνουν στη μορφή και στην πράξη της κομματικής ενέργειας και ποιοι, ίσως, στην εκλογική και θεσμική αρχιτεκτονική; (…)

Σέρτζιο Κοφφεράτι: Τα κόμματα έχουν, από καθορισμό τους, μια λειτουργία γενικής αντιπροσώπευσης, και την πολιτική τους γραμμή την καθορίζουν όργανα που εκλέγονται δημοκρατικά από τα μέλη τους. Αν, όμως, ένα συγκεκριμένο κόμμα θέλει να είναι ικανό να έχει αποτελεσματικές πολιτικές, σε κάθε συγκεκριμένο θέμα που ντε φάκτο έφτασε να τραβήξει την προσοχή του συνόλου χάρη στις ενέργειες ενός κινήματος, πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργήσει τις μορφές και τους τρόπους με τους οποίους θα ακούει το κίνημα και θα διαλέγεται μ’ αυτό. ΄Οχι για ν’ αποδεχθεί παθητικά τη λύση που το συγκεκριμένο κίνημα θεωρεί χρήσιμη για το ειδικό θέμα, αλλά για να έχει με το κίνημα όλες τις δυνατότητες εμβάθυνσής του σχετικού θέματος, και να ζητήσουν μαζί τη λύση. Με τέτοιο τρόπο, ώστε ο συμβιβασμός, που επιβάλλει η γενικότερη αντιπροσώπευση, να είναι οπωσδήποτε πιο κοντά στην ευαισθησία και στους λόγους που υπέδειξε το κίνημα εκείνο, ως έκφραση μιας προσοχής που περιορίζεται σ’ ένα μόνο θέμα..

Φυσικά, πολλές φορές το θέμα, παρ’ ότι μοναδικό, δεν είναι ελάσσωνος σημασίας. Σκέψου, λόγου χάρη, για να μη μιλάμε κυρίως ή αποκλειστικά για τους "γύρω γύρω όλοι", τα περιβαλλοντικά προβλήματα: αποτελούν τμήματα σύνθετων πολιτικών, αλλά η περιβαλλοντική ευαισθησία είναι μια ευαισθησία που μπορεί να δημιουργηθεί από ένα κόμμα ακόμη και διά μέσω σχέσεων και επαφών με οργανώσεις που κινούνται αποκλειστικά μέσα στον ορίζοντα του περιβάλλοντος. Η διαδικασία για την από κοινού εμβάθυνση πρέπει να μελετηθεί, να ανακαλυφθεί: είναι κάτι, όμως, από το οποίο δεν μπορούμε να παραιτηθούμε. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο τα κινήματα θα μπορέσουν να επηρεάσουν όχι μόνο τον προσανατολισμό και την ισορροπία της κομματικής γραμμής πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, αλλά ακόμη και το βάρος που το συγκεκριμένο θέμα αυτό θα πρέπει να έχει στον συνολικό προσανατολισμό του κόμματος.

Φυσιολογικό είναι η γενική αντιπροσώπευση να υπερβαίνει τις επιμέρους ευαισθησίες: καμια φορά είναι δυνατό να τις δει και να τις εκτιμήσει, ενώ καμια φορά είναι δυνατό να μην τις αντιληφθεί αμέσως ή ακόμη να διατρέχει τον κίνδυνο να τις αγνοήσει εντελώς. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν ένα ή περισσότερα κινήματα που προβάλλουν τα αιτήματα αυτά, και που τα ζωντανεύουν θετικά – και επαναλαμβάνω: έστω και με την ριζοσπαστικότητα που αναγκαστικά κατέχει όποιον ασχολείται με ένα ειδικό θέμα. Τέτοια ριζοσπαστικότητα είναι αντικειμενική, αναπόφευκτη, συχνά θετική, γιατί είναι αλήθεια ότι όποιος γνωρίζει τα πάντα σχετικά με το δέντρο, είναι πιθανό να μην γνωρίσει τον χαρακτήρα, τη σύσταση και τα όρια του δάσους: οι γνώσεις του σχετικά με το δέντρο όμως είναι πολύτιμες, αν τις συντονίσεις με όλα τα υπόλοιπα.

Έχω την εντύπωση, αντίθετα, ότι πολλές φορές οι πολιτικές δυνάμεις τείνουν να γίνουν αυτοσυστηνόμενες και επομένως να τρέφουν κάποιο φόβο απέναντι σε όσα κινούνται έξω απ’ αυτές, γιατί τα αντιλαμβάνονται σαν κάτι το ανταγωνιστικό. Πιστεύω ότι πρόκειται για αβάσιμο φόβο και ότι θα χρειαζόταν αντίθετα το κουράγιο να συγκριθεί κανείς με ό,τι διαφορετικό και καινούργιο: όχι για να πνιγεί κανείς μεσα του, αλλά γιατί, αν αυτή η σύγκριση γίνει χωρίς διάθεση εκμετάλλευσης κι αν δεν υπάρξει προσπάθεια σφετερισμού για ιδιόχρηση, μπορεί να προκύψουν ενδιαφέροντα ερεθίσματα. Στη θέση τους –εννοώ των κομμάτων– δεν θα είχα κανένα φόβο να ανοιχθώ σε μια σύγκριση αυτού του είδους. Μου φαίνεται, αντίθετα, ότι αυτός ο φόβος κάπου υπάρχει και ακόμα ότι συνοδεύεται από χρησιμοποιητική προδιάθεση, που θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν το γρηγορότερο. Από την άλλη μεριά, εκεί που χρησιμοποιήθηκαν όλες οι συνέργειες κι εκεί όπου, στη διάρκεια των περασμένων μηνών ή χρόνων, δεν κυριάρχησε ο φόβος της "μόλυνσης", τα κέρδη στάθηκαν σημαντικά για όλους.(…)

Θέμα επικαιρότητας:
Διάλογος για τις Προοπτικές της Αριστεράς

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι