Η πετρελαϊκή κρίση και η Ευρώπη

Παντελής Κάπρος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 20/07/2008

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παγκόσμια οικονομία βιώνει την τρίτη πετρελαϊκή κρίση. Η πρώτη συνέβη μετά τον πόλεμο του Γιομ-Κιπούρ τον Οκτώβριο 1973 και η δεύτερη το 1980-1981 μετά την Ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν. Οι σημερινές τιμές πετρελαίου σε σταθερά δολάρια έχουν υπερβεί κατά 45% το ιστορικό μέγιστο που σημειώθηκε το 1980-81. Ομως, χάρις στην ενίσχυση του ευρώ έναντι του δολαρίου οι σημερινές τιμές του πετρελαίου σε σταθερά Ευρώ είναι λίγο χαμηλότερες από το μέγιστο του 1980-81.

Το 1986 οι τιμές του πετρελαίου μειώθηκαν κατά τρεις φορές από τα επίπεδα του 1980-81 και στη συνέχεια έμειναν σταθερές σε επίπεδα μεταξύ 25 και 40 δολαρίων (του 2008) για περίπου 18 χρόνια. Οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν να αυξάνουν το 2004 και τριπλασιάστηκαν μέσα σε τρία χρόνια.

**Οι αναπτυγμένες χώρες έχουν περιορίσει τη χρήση πετρελαίου ουσιαστικά μόνο στον τομέα των μεταφορών και στην πετροχημεία. Επομένως, η τρίτη πετρελαϊκή κρίση έχει μικρότερες αρνητικές συνέπειες στην οικονομία συγκριτικά με τις δύο προηγούμενες. Ομως, οι τιμές του πετρελαίου συμπαρασύρουν τις τιμές του φυσικού αερίου προς τα πάνω, το οποίο έχει αποκτήσει σημαντικό μερίδιο στο ενεργειακό ισοζύγιο των αναπτυγμένων χωρών τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή όσο και στην τελική κατανάλωση.

Ετσι, οι τιμές όλων των ενεργειακών μορφών αυξάνουν ασκώντας πίεση στον πληθωρισμό και οδηγώντας σε επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης των αναπτυγμένων χωρών.

**Η πρόσθετη επιβάρυνση των αναπτυγμένων χωρών για την προμήθεια ενεργειακών προϊόντων ανέρχεται στο 1,8% του ΑΕΠ ετησίως.

Παρά την ελαφρά κάμψη της ζήτησης πετρελαίου στις αναπτυγμένες χώρες, η παγκόσμια ζήτηση συνεχίζει να αυξάνει παρά την άνοδο των τιμών. Αυτό οφείλεται στην ταχύτατη μεγέθυνση των οικονομιών αναπτυσσόμενων χωρών όπως η Κίνα και η Ινδία. Οι χώρες αυτές εξαρτώνται από το πετρέλαιο περισσότερο συγκριτικά με τις αναπτυγμένες. Αν η πετρελαϊκή κρίση συνεχισθεί, αναμένεται επιβράδυνση της ανάπτυξης και στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Η οικονομική επίπτωση σε αυτές εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 2,5%-3% του ΑΕΠ ετησίως.

**Οι αναλύσεις σχετικά με την προσφορά και τη ζήτηση πετρελαίου συμφωνούν ότι υφίσταται επάρκεια προσφοράς και μακροχρόνιων αποθεμάτων, ενώ αναμένεται πρόσθετη προσφορά κατά το επόμενο χρονικό διάστημα τόσο από χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ όσο και από νέους παραγωγούς στην Κασπία, Βραζιλία και Καναδά.

Βέβαια η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης πετρελαίου εξακολουθεί να βρίσκεται σε ασταθή κατάσταση, οπότε μικρές μεταβολές οδηγούν σε απότομες διακυμάνσεις των τιμών.

**Η αστάθεια της ισορροπίας της αγοράς τροφοδοτείται επίσης από την επικράτηση αβέβαιων προσδοκιών, οι οποίες σχετίζονται τόσο με γεωπολιτικούς παράγοντες (όπως η τρέχουσα κρίση με το Ιράν) όσο και με την αστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επομένως, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει περαιτέρω αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, όμως οι αναλύσεις συμφωνούν στην εκτίμηση ότι, σε ό,τι αφορά στην προσφορά και τη ζήτηση, η αγορά θα τείνει μεσοχρόνια να ισορροπήσει σε τιμές που θα κυμαίνονται μεταξύ 70 και 80 σημερινών δολαρίων το βαρέλι.

**Λόγω της ενίσχυσης του ευρώ έναντι του δολαρίου, η ευρωπαϊκή οικονομία έχει υποστεί μικρότερες επιπτώσεις από ό,τι άλλες αναπτυγμένες χώρες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης είναι, όμως, η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου, το οποίο μεταξύ άλλων έχει ήδη συμπαρασύρει ανοδικά τις τιμές ηλεκτρισμού σε όλες τις σχεδόν της χώρες της Ευρώπης, πράγμα που θέτει σε κίνδυνο την ανταγωνιστικότητα κρίσιμων βιομηχανικών κλάδων αλλά και επιβαρύνει τα νοικοκυριά.

**Οι υψηλές, αλλά όχι υπερβολικές, τιμές πετρελαίου διευκολύνουν την ευρωπαϊκή στρατηγική για αντιμετώπιση του κινδύνου της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρώπη αναμένει να ωθήσει την οικονομική της ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητά της μέσω της νέας αγοράς για ενεργειακά και περιβαλλοντικά αποδοτικούς εξοπλισμούς σε όλους τους τομείς: από τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και νέων πυρηνικών σταθμών, έως νέα αποδοτικά αυτοκίνητα και οικιακούς εξοπλισμούς.

**Η στρατηγική αυτή, η οποία αποτυπώνεται και στην «ατζέντα της Λισαβόνας», απαιτεί ωστόσο διαχείριση της μεταβατικής περιόδου (περίπου 15-20 ετών) στην οποία κεντρικό ρόλο θα επιτελέσει το φυσικό αέριο. Το φυσικό αέριο (με συγκριτικά μικρές περιβαλλοντικές συνέπειες) διασφαλίζει ευελιξία επενδύσεων και ανταγωνιστικότητα στην ηλεκτροπαραγωγή και τη βιομηχανία και έτσι αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή μέχρις ότου ωριμάσουν και διαδοθούν οι νέες καθαρές ενεργειακές τεχνολογίες. Η μετάβαση αυτή και επομένως και η στρατηγική κινδυνεύουν να ακυρωθούν αν οι σημερινές υψηλότατες τιμές του φυσικού αερίου συνεχισθούν.

**Η πολιτική πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ενωση είναι η διαμόρφωση μιας ευρασιατικής και μεσογειακής αγοράς φυσικού αερίου που θα έχει κατά το δυνατόν αυτόνομη λειτουργία και ισορροπία από την αγορά πετρελαίου και θα έχει μακροχρόνιο χαρακτήρα με μικρή αβεβαιότητα και διακυμάνσεις τιμών.

* Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΠΡΟΣ είναι καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι