Η επιστροφή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου

Κάκη Μπαλλή, Αυγή της Κυριακής, 02/11/2008

Το ξέρουμε από τις «συστάσεις» του, που ήταν η αιτία -ή μήπως μόνο η αφορμή;- για να μας ζητάν οι υπουργοί των Οικονομικών μας να σφίγγουμε το ζωνάρι. Το ξέρουμε από τη σκληρή κριτική που του ασκείται από την παγκόσμια αριστερά -ότι π.χ. πιέζει τις χώρες που έχουν την ανάγκη του σε ιδιωτικοποιήσεις- ή από την αμερικανική δεξιά- ότι π.χ. δεν είναι αρκετά φιλελεύθερο. Το ξέρουμε ως παιδί της κρίσης και ως εργαλείο για την -περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη- αντιμετώπιση των κρίσεων. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «γέννημα» μαζί με την Παγκόσμια Τράπεζα της διάσκεψης του Μπρέτον Γουντς, στο τελείωμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, μέχρι πριν από λίγους μήνες ήταν για τους επικριτές του είτε αμαρτωλό, είτε παρωχημένο, είτε και τα δυο. Αίφνης σήμερα, καταμεσής της πιστωτικής κρίσης που έχει αρχίσει να γίνεται οικονομική, επιστρέφει στην πρώτη γραμμή σε ρόλο πυροσβέστη. Και αρκετοί πολιτικοί αυτού του δοκιμαζόμενου από την απληστία και την υστερία των αγορών κόσμου φλερτάρουν με την ιδέα να του δώσουν και το ρόλο του χωροφύλακα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην ευρασιατική σύνοδο κορυφής πριν από λίγες μέρες, πολλοί Ευρωπαίοι και Ασιάτες ηγέτες συμφώνησαν ότι χρειάζεται μια νέα «αρχιτεκτονική» στις αγορές, με αυστηρότερους ελέγχους και μεγαλύτερη διαφάνεια- και άφησαν να εννοηθεί ότι το ρόλο του συντονιστή και του επόπτη θα μπορούσε να τον παίξει το ΔΝΤ. Μπορεί και να έχουν δίκαιο, υπό τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, ότι θα δώσει γι αυτό την ευλογία της η επικείμενη παγκόσμια οικονομική σύνοδος κορυφής- έστω κι αν συμμετέχουν άμεσα μόνο οι G20, οι 20 ισχυρότερες βιομηχανικές και αναπτυσσόμενες χώρες- που έχει προγραμματιστεί για τις 15 Νοεμβρίου κάπου στην Ουάσινγκτον. Δεύτερον, ότι θα καταφέρει το ΔΝΤ να μεταρρυθμίσει τον εαυτό του- μια διαδικασία που είναι ήδη σε εξέλιξη αλλά μετʼ εμποδίων. Και τρίτον, ότι θα προικοδοτηθεί γενναιόδωρα, όχι μόνο από τις χώρες που ήδη δίνουν τον οβολό τους αλλά και από εκείνες που κρατάνε τσιγγούνικα στα ταμεία τους τα μεγάλα συναλλαγματικά τους αποθέματα- όπως οι χώρες του Περσικού και η Κίνα.

Ρυθμίσεις στις αγορές

Ο διοικητής του ΔΝΤ, ο Γάλλος Σοσιαλιστής, Ντομινίκ Στρος Καν, έχοντας προφανώς πάρει στα ζεστά την ιδέα για την αναβάθμιση του οργανισμού του οποίου ηγείται, ανήγγειλε την Πέμπτη σε συνέντευξή του στη γαλλική Le Monde ότι το ΔΝΤ θα προτείνει μια νέα «ρυθμιστική πολιτική» στη σύνοδο κορυφής της G20. Ο Στρος Καν δεν θέλει να θεωρείται το ΔΝΤ απλά ο «πυροσβέστης» που σπεύδει να σώσει τις δοκιμαζόμενες χώρες σε περιόδους κρίσεων, αλλά θα ήθελε επίσης το Ταμείο να έχει και ρόλο «χτίστη» στην ανοικοδόμηση της οικονομίας. Γι’ αυτό και θα προτείνει ένα πακέτο πέντε σημείων για μια «παγκόσμια πολιτική ρύθμισης των αγορών». Μεταξύ άλλων προτείνει τη δημιουργία ενός ταμείου κρίσεων, που θα παρέχει ένα νέο τύπο δανείου για την ανακούφιση των βραχυπρόθεσμων προβλημάτων ρευστότητας σε χώρες με προβλήματα, ενώ καλεί τις κυβερνήσεις του κόσμου να μάθουν από τα παθήματα της τρέχουσας κρίσης και να καταλήξουν με μια οικονομική πολιτική που δεν θα ενισχύει αλλά θα αποτρέπει τη δημιουργία «φουσκών», το σκάσιμο των οποίων «καταστρέφει την πραγματική οικονομία». Ο διοικητής του ΔΝΤ θεωρεί ότι ο οργανισμός του μπορεί να παίξει το ρόλο του συντονιστή των ρυθμίσεων, το ρόλο του χωροφύλακα, δηλαδή.

Δάνεια χωρίς κορσέ

Μέχρι τότε, τα στελέχη του ΔΝΤ τρέχουν από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα και διαπραγματεύονται τα δάνεια που θα δώσουν σε εθνικές οικονομίες που γκρεμίζονται. Για πρώτη φορά μάλιστα οι πιστώσεις δίνονται σχεδόν άνευ όρων. Ο όγκος των πιστώσεων, που έχουν «προϋπολογιστεί» για τις χώρες της κρίσης φτάνει αυτή τη στιγμή τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που σίγουρα δεν πρόκειται να επαρκέσει, τώρα που είναι πια σαφές ότι η πιστωτική κρίση οδηγεί σε επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν ήταν τυχαία η δήλωση του Στρος Καν, ότι ανησυχεί περισσότερο για την παγκόσμια οικονομική ύφεση και τον κοινωνικό της αντίκτυπο, παρά για την αστάθεια των χρηματιστηρίων, η οποία κατά την εκτίμησή του θα εξομαλυνθεί μετά την εφαρμογή των ευρωπαϊκών και αμερικανικών σχεδίων διάσωσης των τραπεζών.

Σήμερα, στο χείλος της ύφεσης δεν ακροβατούν μόνο κάποιες χώρες της ανεπτυγμένης Ευρώπης και οι ΗΠΑ, αλλά και οι ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας. Οι τράπεζές τους εξαρτώνται πολύ από τα ξένα κεφάλαια, οι οικονομίες τους πολύ από τις εξαγωγές. Εάν κρατήσει πολύ η ύφεση στην καταναλώτρια Δύση ποιος θα αγοράζει την παραγωγή τους; Ήδη το ΔΝΤ αναγκάστηκε να στηρίξει την Ισλανδία, την Ουγγαρία και την Ουκρανία με 2, με 25 και με 16,5 δισεκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα, ενώ είναι έτοιμο να προστρέξει στη Λευκορωσία και τις χώρες της Βαλτικής. Στα όρια της χρεοκοπίας είναι και το πολιτικά εξαιρετικά ασταθές Πακιστάν, ενώ τη βοήθεια του ΔΝΤ ενδέχεται να χρειαστούν η Αργεντινή και η Τουρκία.

Οι παλιές αμαρτίες

Με την απόφασή του να παράσχει πιστώσεις άνευ όρων το ΔΝΤ παρεκκλίνει από την πάγια θέση του που είχε γίνει γνωστή -και μισητή- ως η «συναίνεση της Ουάσινγκτον». Στο παρελθόν κάθε δάνειο του ΔΝΤ συνοδευόταν από την αυστηρή επιτήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στις χώρες που το ζητούσαν, καθώς και με πίεση για ιδιωτικοποιήσεις και άνοιγμα των αγορών. Αυτή η τακτική βρέθηκε πολλές φορές στο στόχαστρο της κριτικής, καθώς αντί να σώσει, δυσκόλευε τη ζωή των «ευεργετημένων». Στα εξήντα δύο χρόνια της λειτουργίας του το ΔΝΤ κατηγορήθηκε επανειλημμένα ότι δεν διαχειρίστηκε σωστά τις κρίσεις. Το πρώτο μεγάλο λάθος του το πλήρωσε ακριβά η Αργεντινή, τη δεκαετία του ʼ90, όταν το ΔΝΤ την υποχρέωσε να κρατήσει το εθνικό νόμισμα, το πέσο, δεμένο στο δολάριο με αποτέλεσμα η χώρα των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης να βυθιστεί σε βαθιά κρίση. Άκρως προβληματικές ήταν και οι συνταγές του για την αντιμετώπιση της «κρίσης των τίγρεων», των ταχύτατα αναπτυσσόμενων χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας το 1997. Κατηγορείται μάλιστα ότι ενέτεινε τα προβλήματα αντί να βοηθήσει στην επίλυσή τους. Οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης επιρρίπτουν στο ΔΝΤ ότι επί χρόνια υποχρέωνε τις χώρες που βρίσκονταν στην ανάγκη του να κάνουν νεοφιλελεύθερη πολιτική σε βάρος των λαών τους, να ξεπουλήσουν σε ξένους επενδυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις τους, ακόμη και εξαιρετικά ευαίσθητες όπως οι εταιρείες ύδρευσης ή παραγωγής ενέργειας. Το κατηγορούν επίσης ότι μακροπρόθεσμα έκανε κακό στις χώρες αυτές, αφού τα κέρδη των επιχειρήσεων που «εξυγιάνθηκαν» με ξένα κεφάλαια, έρεαν στη συνέχεια στις πατρίδες αυτών των κεφαλαίων, κάτι έκανε τελικά πιο αδύναμη την εσωτερική αγορά. Οι συστάσεις του ΔΝΤ σήμαιναν πάντοτε- και στην Ελλάδα- ότι οι άνθρωποι έπρεπε να σφίξουν το ζωνάρι. Αλλά και οι δεξιοί στις ΗΠΑ δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για το ΔΝΤ, επειδή θεωρούν ότι δεν είναι αρκετά φιλελεύθερο. Επιπλέον, οι Ρεπουμπλικάνοι το κατηγορούν -όπως άλλωστε κατηγορούν και την Παγκόσμια Τράπεζα και τον ΟΗΕ- ότι ενίοτε εμποδίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, πάλι, ειδικά της Ασίας, θεωρούν απαράδεκτη την κυριαρχία των Αμερικανών και των Ευρωπαίων στη διοίκηση του ΔΝΤ, λέγοντας ότι αντικατοπτρίζει την οικονομική πραγματικότητα του 1950 κι όχι του σήμερα. Πράγματι η Γαλλία έχει μεγαλύτερη δύναμη στο διοικητικό συμβούλιο του διεθνούς οργανισμού από την Κίνα, η Ελβετία από τη Βραζιλία. Γι αυτό μάλιστα κατά καιρούς επιστρέφει στην ατζέντα των ασιατικών χωρών η πρόταση για τη δημιουργία ενός Ασιατικού Νομισματικού Ταμείου- κάτι που δεν θα ξαναγίνει εάν η ιδέα που γεννήθηκε στην ευρασιατική σύνοδο κορυφής προχωρήσει και πάρει σάρκα και οστά.

Θέμα επικαιρότητας:
Χρηματοπιστωτική κρίση

Σύνολο: 95 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι