Το μανιφέστο της εργασίας

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 25/06/2009

Στο 9,3% του εργατικού δυναμικού έφτασε η ανεργία το πρώτο τρίμηνο φέτος, από 8,3% που ήταν αντίστοιχα πέρυσι. Το 29% όσων πρωτομπαίνουν στην αγορά εργασίας- ο ένας στους τρεις σχεδόν- δεν βρίσκουν δουλειά, μας ενημέρωσε η Στατιστική Υπηρεσία, έχοντας μετρήσει έως τον Μάρτιο 462.343 ανέργους στη χώρα μας. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι άνεργοι σύντομα θα ξεπεράσουν το μισό εκατομμύριο, αν δεν το ξεπέρασαν ήδη, και θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται. Αλλά απέναντι στην ανησυχητική αυτή προοπτική, απέναντι στην οικονομική κρίση γενικότερα, πολιτική απάντηση δεν δίδεται. Σαν να πρόκειται για καιρικό φαινόμενο, μια καταιγίδα διεθνούς προέλευσης, που απλώς την περιμένουμε να κοπάσει. Σαν να μην υπάρχουν κρίσιμοι εγχώριοι παράγοντες που απαιτούν δραστική αντιμετώπιση. Δεν είναι μόνο το πολιτικό σύστημα, η κυβέρνηση κατά πρώτο λόγο αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που αδυνατούν να οργανώσουν μιαν ουσιαστική αντιπαράθεση για τη διάγνωση των αιτίων και για τη χάραξη μιας στρατηγικής διεξόδου για την Ελλάδα. Ανάλογο έλλειμμα παρουσιάζουν οι αντιπροσωπευτικοί φορείς της κοινωνίας, τα συνδικάτα των εργαζομένων, η επιστημονική κοινότητα.

Θα μπορούσε να συμβαίνει και διαφορετικά, ήρθε να μας θυμίσει το Σάββατο μια είδηση από την Ισπανία: Πάνω από 700 πανεπιστημιακοί και ερευνητές οικονομολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες και νομικοί έχουν υπογράψει το μανιφέστο με τίτλο «Η εργασία, θεμέλιο διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης», το οποίο επέδωσε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης Κάρλος Μπερσόζα στους γενικούς γραμματείς των δύο μεγάλων συνδικάτων της χώρας, των Comisiones Οbreras και της UGΤ. Η αφετηριακή τους διαπίστωση συμπίπτει με τις εκτιμήσεις αρκετών ομολόγων τους ανά τον πλανήτη: Οι αγορές είναι ατελείς εκ φύσεως, γράφουν. Τώρα, που η έλλειψη διαφάνειας και η απώλεια αξιοπιστίας κυριάρχησαν στις χρηματοοικονομικές αγορές, αναδεικνύονται οι κίνδυνοι ενός τύπου οικονομικής μεγέθυνσης βασισμένου στην ανατίμηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων έναντι της δημιουργίας αξίας στην πραγματική οικονομία, καθιστώντας ακόμα πιο αναγκαία τη δημόσια ρυθμιστική παρέμβαση. Εξειδικεύοντας όμως τις προτάσεις τους για την Ισπανία, η οποία δοκιμάζεται από μια ανεργία πολύ υψηλότερη από όση έχουμε γνωρίσει εμείς έως τώρα, προβάλλουν θέσεις που θα ενδιέφερε να συζητηθούν σοβαρά και εδώ. Διότι, παρά τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις οικονομίες μας, θα βρούμε και εντυπωσιακές συγγένειες.

Είναι αναγκαίο, υποστηρίζουν έτσι, να αντικαταστήσουμε το μέχρι σήμερα πρότυπο οικονομικής μεγέθυνσης, το οποίο στηρίχθηκε στην εκτεταμένη χρήση της επισφαλούς εργασίας, κακά αμειβόμενης και χαμηλά καταρτισμένης, με ένα νέο που θα βασίζεται στην καινοτομία η οποία επιτρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητα και την παραγωγικότητα της εργασίας. Γι΄ αυτό και πρέπει να δοθεί πρωταγωνιστικός ρόλος στις βιομηχανικές, ενεργειακές, περιβαλλοντικές και εκπαιδευτικές πολιτικές, ώστε να ανοίξουν οι στενώσεις που εμποδίζουν αυτήν την αλλαγή. Παράλληλα θεωρούν ότι χρειάζονται βαθιές αλλαγές στη διοίκηση των επιχειρήσεων, ώστε να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά και η επιχειρηματική καινοτομία και η κατάρτιση των εργαζομένων να γίνουν η κινητήρια δύναμη της οικονομίας.

Παρόμοιες απόψεις, είναι αλήθεια, έχουν διατυπώσει διάφοροι οικονομολόγοι και εδώ. Αλλά οι 700 της Ισπανίας τις συνδέουν με μια θεμελιώδη αρχή: Η εργασία είναι η πρώτη και βασική πηγή των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, προσδίδει ατομική ελευθερία, διασφαλίζει την οικονομική πρόοδο, εγγυάται την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη, προσφέρει υλική ασφάλεια, πρέπει επομένως να τεθεί στο επίκεντρο των δημόσιων πολιτικών και των ιδιωτικών οικονομικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό αντικρούουν εισηγήσεις τις οποίες συζητά η εκεί κυβέρνηση, για την «απλούστευση» του καθεστώτος προσλήψεων και απολύσεων: θα συνεπαγόταν γενίκευση της επισφάλειας για τους εργαζομένους, φθηνότερες απολύσεις για τους εργοδότες, κατάργηση κοινωνικών δικαιωμάτων, ενώ διόλου δεν σχετίζεται η παρούσα κρίση με τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Οι όποιες μεταρρυθμίσεις υιοθετηθούν, θα πρέπει να συντονιστούν με τα μέτρα για να αλλάξει το αναπτυξιακό πρότυπο, εξηγούν. Ο φυσικός χώρος για να συγκεκριμενοποιηθούν μέτρα που θα μεταρρυθμίζουν την αγορά εργασίας είναι η συλλογική διαπραγμάτευση, τονίζουν, ώστε να ενσωματωθούν κατόπιν στη νομοθεσία. Και συμπληρώνουν: από τις πιο επιτακτικές ανάγκες σήμερα είναι να περάσουμε από το καθεστώς εξωτερικής ευελιξίας (προσωρινές συμβάσεις, ανεξέλεγκτες απολύσεις) σε κανόνες για την εσωτερική ευελιξία μέσα από διαπραγμάτευση και με συνδικαλιστική συμμετοχή.

Μια σημαντική διαφορά μας από την ισπανική κοινωνία είναι ότι εμείς αγνοούμε την ισχυρή αυτόνομη διαπραγματευτική παράδοση των συνδικάτων, που φέρνει εκεί, δεκαετίες τώρα, αποτελέσματα. Η ανάγκη να αλλάξουμε αναπτυξιακό πρότυπο είναι όμως προφανής και σ΄ εμάς. Αυταρχικά, από τα πάνω και από τις αγορές, χωρίς κοινωνική συμμετοχή, μόνο με κρατικοκομματικές πελατειακές διαμεσολαβήσεις, οδηγούμαστε σε αθλιότητες. Υπάρχει από τη σκοπιά της εργασίας άλλος δρόμος από τη διαπραγμάτευση;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι