Αρχίζει στις Βρυξέλλες η αντίστροφη μέτρηση

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 16/01/2005

Τους έντεκα ομολόγους του της Ευρωζώνης αύριο, και τους εικοσιτέσσερες του Συμβουλίου Ecofin μεθαύριο, θα αντιμετωπίσει ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης για το υπερβολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας. Θα είναι η πρώτη φορά που ο Ελληνας υπουργός θα υποχρεωθεί να αναφερθεί στην περίοδο ευθύνης της δικής του κυβέρνησης, αφού στις τελευταίες τρεις συνόδους του το Συμβούλιο αναγκαστικά ασχολήθηκε με τις διαδοχικές τεράστιες αναθεωρήσεις των προηγούμενων επτά ετών που προκάλεσε η κυβερνητική απογραφή.
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα με υπερβολικό έλλειμμα που θα συζητήσουν οι Ευρωπαίοι υπουργοί αυτό το διήμερο στις Βρυξέλλες. Στην ίδια διαδικασία έχουν υπαχθεί η Γαλλία και η Γερμανία, καθώς και, από τις χώρες που προσχώρησαν τον περασμένο Μάιο στην Ενωση, η Τσεχική Δημοκρατία, η Κύπρος, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία. Αλλά στις εισηγήσεις της Επιτροπής, βάσει των οποίων θα γίνει η συζήτηση, διαπιστώνεται ότι σε όλες αυτές τις χώρες έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα, οπότε δεν κρίνονται αναγκαίες πρόσθετες ευρωπαϊκές ενέργειες, εκτός από την περίπτωση της Ελλάδας (και, κατά δεύτερο λόγο, της Ουγγαρίας, που έχει προθεσμία ως το 2008 να ρίξει το έλλειμμά της στο 3%, και κρίθηκε ότι δεν το πλησιάζει).
Για την Ελλάδα η Επιτροπή εισηγείται στο Συμβούλιο να αποφασίσει ότι δεν άσκησε αποτελεσματική πολιτική σε ανταπόκριση προς τη σύσταση του Ιουλίου: το 2004 η δημοσιονομική διατηρήθηκε επεκτατική, ενμέρει μόνο λόγω των υπερβάσεων των Ολυμπιακών Αγώνων, τα μέτρα του προϋπολογισμού για το 2005 δεν διασφαλίζουν επαναφορά του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ, δεν περιορίσθηκαν οι εκτός προϋπολογισμού χειρισμοί που διογκώνουν το δημόσιο χρέος, ενώ παρά τις βελτιώσεις στη στατιστική καταγραφή, εξακολουθούν να απαιτούνται καλύτεροι μηχανισμοί για τη σωστή πληροφόρηση. Η απόφαση που θα πάρει το Ecofin μεθαύριο κινδυνεύει να γίνει το προοίμιο συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων που θα επιβληθούν στη χώρα.

Σύμφωνο σταθερότητας

Ένα βασικό θέμα στο Ecofin της Τρίτης θα είναι η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας, συζήτηση που επιδιώκεται να έχει καταλήξει ως το Συμβούλιο κορυφής του Μαρτίου.
Τις θέσεις του σχετικά παρουσίασε στην προγραμματική του ομιλία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12/1 ο προεδρεύων αυτό το εξάμηνο στην Ενωση - και πρόεδρος για δύο χρόνια στην Ευρωομάδα, τους υπουργούς της Ευρωζώνης - Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ: Απέρριψε μεν την εξαίρεση ορισμένων κατηγοριών δαπανών (όπως των εισφορών στον κοινοτικό προϋπολογισμό που έχει ζητήσει η Γερμανία, των επενδυτικών δαπανών που θα ήθελε η Ιταλία και έχουν προτείνει αρκετοί οικονομολόγοι, των αμυντικών που θα μπορούσε να ζητήσει η Ελλάδα), εμμένοντας ότι τα βασικά κριτήρια, 3% για το έλλειμμα, 60% για το δημόσιο χρέος, πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν.
Αλλά ήταν κατηγορηματικός ότι χρειάζονται αλλαγές στο Σύμφωνο, ώστε να λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο. Σε περιόδους ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης, είπε, θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης να δημιουργούν πλεονάσματα στον προϋπολογισμό τους για να μειώνουν ελλείμματα και χρέος. Σε περιόδους βραδείας μεγέθυνσης όμως τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν περισσότερη ευελιξία στον προϋπολογισμό τους για να μπορούν να αντιδράσουν. Και η ευελιξία αυτή θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, εφόσον θα καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες για τη μείωση ελλειμμάτων και χρέους στις φάσεις της μεγέθυνσης, τόνισε.
Η λογική αυτής της άποψης είναι προφανής, αφού σε περιόδους χαμηλής μεγέθυνσης, ή και στασιμότητας, τα έσοδα από φόρους περιορίζονται, οι κοινωνικές δαπάνες λόγω ανεργίας αυξάνονται, και επομένως τα ελλείμματα αυτόματα μεγαλώνουν, ενώ κάθε απόπειρα μείωσης των δαπανών επιδεινώνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Δεν την έχει δεχθεί εντούτοις η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μετά το διοικητικό συμβούλιο της περασμένης Πέμπτης, όπου παραβρέθηκε για πρώτη φορά ο κ. Γιουνκέρ και ανέπτυξε πολύ αναλυτικότερα της θέσεις αυτές, ο πρόεδρός της Ζαν-Κλοντ Τρισέ επανέλαβε στερεότυπα ότι "θα ήταν αντιπαραγωγικό" να αλλάξουν οι κανονισμοί, να χαλαρώσει το όριο 3% για το έλλειμμα, ή να αποδυναμωθεί η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, κάνοντας μόνο λόγο για τη δυνατότητα βελτιώσεων στην εφαρμογή του Συμφώνου.
Μάλλον πρόκειται όμως πλέον για μάχη οπισθοφυλακής. Η νέα αντίληψη για το Σύμφωνο φαίνεται ήδη να επικρατεί, όπως υποδηλώνει η εισήγηση της Επιτροπής να μη αναληφθεί καμμία πρόσθετη ενέργεια στην περίπτωση της Γερμανίας και της Γαλλίας. Οι δύο χώρες έχουν λάβει επώδυνα μέτρα: μείωση των επιδομάτων για τους μακροχρόνια ανέργους η Γερμανία, πάγωμα μισθών στο Δημόσιο η Γαλλία. Παραμένει όμως πολύ αμφίβολο αν και φέτος θα μπορέσουν να ρίξουν το έλλειμμά τους κάτω από το 3%, εφόσον η μεγέθυνσή τους διαγράφεται πολύ αβέβαιη. Σοβαρός ανασχετικός παράγων είναι το ολοένα ακριβότερο ευρώ, που μετά μια μικρή υποχώρηση αναπήδησε και πάλι, όταν έγινε γνωστό το νέο εμπορικό έλλειμμα ρεκόρ των ΗΠΑ (60,3 δισ. δολάρια) του Νοεμβρίου.
Η Γερμανία ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 1,7% το 2004, μετά μια μείωση 0,1% το 2003. Αλλά ο βελτιωμένος αυτός ρυθμός συνδέεται με πέντε πρόσθετες εργάσιμες μέρες πέρυσι, καθώς αργίες συνέπεσαν Σαββατοκύριακα, χωρίς τις οποίες θα ήταν μόλις 1,1%. Το τρίτο τρίμηνο του 2004 το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις 0,1%, ενώ στο γαλλικό ΑΕΠ η αύξηση ήταν μηδενική.

Αυστηρότερο για μας

Την καχυποψία ότι χρησιμοποιούνται διαφορετικά μέτρα και σταθμά στα πλαίσια του Συμφώνου θέλησε να προλάβει ο κ. Γιουνκέρ, επιμένοντας ότι στις περιπτώσεις χαμηλής μεγέθυνσης τα ελλείμματα θα πρέπει να αξιολογούνται αντικειμενικά και να αποφεύγονται πάση θυσία αυθαίρετες κρίσεις που να συναρτώνται με το μέγεθος ενός κράτους μέλους.
Αλλά αν η οικονομική λογική της μίνιμουμ τροποποίησης του Συμφώνου που προωθείται είναι προφανής, δεν παύει στις άμεσες επιπτώσεις της να είναι δυσμενής για την Ελλάδα. Διότι και με την εκτίμηση - ψυχρολουσία για την κυβέρνηση - του προέδρου του ΣΕΒ Οδυσσέα Κυριακόπουλου προχθές, ότι η αύξηση του ΑΕΠ φέτος δεν θα ξεπεράσει το 3,1-3,2%, και πάλι θα πρόκειται για μιαν ισχυρή μεγέθυνση με ευρωπαϊκά μέτρα. Για ένα ρυθμό δηλαδή που επιβάλλει δημοσιονομικά πλεονάσματα και μείωση του χρέους, και όχι μεγάλο έλλειμμα και διόγκωση του χρέους, όπως συνεχίζουμε να έχουμε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα η Eurostat για το τρίτο τρίμηνο του 2004, η Ελλάδα παρουσίασε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ΑΕΠ έναντι του προηγούμενου τριμήνου μεταξύ των 25: 1,8% μετά την Εσθονία που είχε 1,9%, όταν η Πορτογαλία (το μεγαλύτερο έως τώρα θύμα του Συμφώνου Σταθερότητας, μετά μια πολύ μετριοπαθέστερη από τη δική μας απογραφή που διενήργησε η κυβέρνηση που ανέλαβε το 2002) παρουσίασε χαρακτηριστικά μείωση του ΑΕΠ της κατά 1,2%, ενώ μείωση είχε και η τίγρη Ιρλανδία 0,3%.
Και το ίδιο τρίμηνο η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει τη μεγαλύτερη από τις 25 χώρες αύξηση εξαγωγών: 6,3%.
Αλλά με την επίσημη κυβερνητική θέση να ελεϊνολογεί την ανταγωνιστικότητα της χώρας, και με το χάος που έχει δημιουργηθεί στα δημόσια οικονομικά, δύσκολα μπορούν να διατηρηθούν τέτοιες επιδόσεις.



ΧΤΥΠΗΜΑ

Για την Ελλάδα η Επιτροπή εισηγείται στο Συμβούλιο να αποφασίσει ότι δεν άσκησε αποτελεσματική πολιτική σε ανταπόκριση προς τη σύσταση του Ιουλίου: το 2004 η δημοσιονομική διατηρήθηκε επεκτατική, ενμέρει μόνο λόγω των υπερβάσεων των Ολυμπιακών Αγώνων, τα μέτρα του προϋπολογισμού για το 2005 δεν διασφαλίζουν επαναφορά του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ, δεν περιορίσθηκαν οι εκτός προϋπολογισμού χειρισμοί που διογκώνουν το δημόσιο χρέος, ενώ παρά τις βελτιώσεις στη στατιστική καταγραφή, εξακολουθούν να απαιτούνται καλύτεροι μηχανισμοί για τη σωστή πληροφόρηση. Η απόφαση που θα πάρει το Ecofin μεθαύριο κινδυνεύει να γίνει το προοίμιο συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων που θα επιβληθούν στη χώρα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι