Ανταγωνιστική οικονομία ή δίκαιη κοινωνία;

Θανάσης Γιαλκέτσης, Ελευθεροτυπία, 28/02/2004

Παντού στην Ευρώπη το κύριο πρόβλημα της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς είναι η αναζήτηση και η επεξεργασία μιας νέας στρατηγικής, ενός νέου «συμβιβασμού με τον καπιταλισμό», επειδή ο παλαιός σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός δεν μπορεί σήμερα να επαναπροταθεί. Η παλαιά σοσιαλδημοκρατική στρατηγική που είχε εφαρμοστεί με σχετική επιτυχία στο παρελθόν -στην περίοδο της ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους- βασιζόταν πάνω σε δυο μεγάλους πυλώνες. Βασιζόταν πρώτα απ’ όλα σε έναν «εθνικό κενσιανισμό», δηλαδή σε μια μακροοικονομική πολιτική που στήριζε την ενεργό ζήτηση και επιδίωκε την πλήρη απασχόληση με επεκτατικές νομισματικές και φορολογικές πολιτικές. Βασιζόταν επίσης σε μια πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος, που απέβλεπε κυρίως στην προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους της οικονομίας της αγοράς.

Και οι δύο αυτοί πυλώνες κλονίστηκαν σοβαρά εξαιτίας των νέων οικονομικών συνθηκών που γεννήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση και από τη νέα τεχνολογική επανάσταση (μετάβαση στον μεταφορντισμό). Δεν είναι πλέον δυνατόν να προωθηθούν επεκτατικές «εθνικές» πολιτικές χωρίς να προκληθούν σοβαρές ανισορροπίες στις εμπορικές συναλλαγές και ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις. Και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αναδιανεμηθεί το εισόδημα μόνο μέσω των κρατικών δαπανών, χωρίς να προκληθούν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα ή αβάστακτες φορολογικές επιβαρύνσεις.

Σε αυτές τις νέες συνθήκες εκδηλώθηκε άλλωστε και η νεοφιλελεύθερη επίθεση που κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’80. Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης συνταγής προκάλεσε παντού την εκρηκτική αύξηση των ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Μεγάλοι τομείς του πληθυσμού στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στράφηκαν τότε προς τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Θυμίζουμε ότι το 1997 οι σοσιαλιστές βρίσκονταν στην κυβέρνηση στις 11 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είχαν τότε μια ιστορική ευκαιρία να συντονίσουν τη μακροοικονομική τους πολιτική για να επιδιώξουν το στόχο της πλήρους απασχόλησης και να δημιουργήσουν μια πολιτική Ευρώπη στην υπηρεσία ενός φιλόδοξου κοινωνικού μοντέλου. Η ευκαιρία αυτή δεν αξιοποιήθηκε. Αντίθετα, παντού όπου κυβέρνησε στην Ευρώπη η Αριστερά ή η Κεντροαριστερά δεν κατόρθωσε να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις ανισότητες και τον κοινωνικό αποκλεισμό, προχώρησε σε ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων υπηρεσιών, περιόρισε την παραγωγή δημόσιων αγαθών και έχασε βαθμιαία την υποστήριξη των ασθενέστερων τομέων της κοινωνίας. Στο όνομα της επιδίωξης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας υποσκελίστηκε και εγκαταλείφθηκε ο στόχος της δίκαιης κοινωνίας. Εγινε έτσι δυσδιάκριτη ή και αθέατη η διαφορά της Αριστεράς από το νεοφιλελευθερισμό και τη Δεξιά.

Οι πολιτικές ήττες και ο αποτυχίες της ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής Αριστεράς πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από αυτήν την προγραμματική της ένδεια, από την αδυναμία της να επεξεργαστεί μια νέα στρατηγική ικανή να συνδυάζει την ανάπτυξη με την απασχόληση και με την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Η απάντηση στην τωρινή της κρίση περνάει μέσα από μιαν επανεξέταση και μιαν ανανέωση της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής και όχι μέσα από την απόρριψη των στόχων της και τη ρητή ή σιωπηλή υποταγή στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Είναι όμως πράγματι δυνατή μια νέα στρατηγική της Αριστεράς;

Είναι δυνατόν να επαναπροταθούν με νέες μορφές και με διαφορετικά εργαλεία οι μεγάλοι πολιτικοί στόχοι της πλήρους απασχόλησης και της δίκαιης κοινωνίας;

Αυτό το καθήκον προϋποθέτει μια μεγάλη συλλογική εργασία, μια προγραμματική επεξεργασία ικανή να συνδυάζει την κριτική και ριζοσπαστική σκέψη με έναν ισχυρό μεταρρυθμισμό που στρέφεται στην ουσία των προβλημάτων. Σε ό,τι αφορά λ.χ. τη μακροοικονομική πολιτική, αν η κεϊνσιανή πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί αποτελεσματικά στο επίπεδο μιας μόνο χώρας, δεν ισχύει το ίδιο και για το ευρωπαϊκό επίπεδο. Εδώ η μεταρρυθμιστική Αριστερά καλείται να επανεξετάσει ριζικά τον παραδοσιακό οικονομικό της «εθνικισμό», προκειμένου να επωφεληθεί από τα νέα περιθώρια που της προσφέρει η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ενωση (όπως προτείνουν ο Φιτουσί και άλλοι «αιρετικοί» οικονομολόγοι). Οσο για τις πολιτικές αναδιανομής, αν ο δρόμος της άμετρης επέκτασης της κρατικής δαπάνης (και της γραφειοκρατικής σπατάλης) δεν είναι ανοιχτός, χρειάζονται ρυθμίσεις ώστε να προσανατολιστεί ένα μεγάλο μέρος της ιδιωτικής δαπάνης προς την εξυπηρέτηση των πιο ζωτικών κοινωνικών αναγκών. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, να δοθεί νόημα και περιεχόμενο σε ένα σύγχρονο πρόγραμμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό θα έπρεπε να είναι το καθήκον μιας ανανεωτικής Αριστεράς, που δεν είναι συντηρητική και νοσταλγική ούτε και μιμητικά «εκσυγχρονιστική» και υποτελής.

Θέμα επικαιρότητας:
Διάλογος για τις Προοπτικές της Αριστεράς

Σύνολο: 10 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι