Ποιες "διαρθρωτικές" - ποιες "μεταρρυθμίσεις";

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 10/07/2005

Οι τέσσερις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση στην οικονομία είναι τρεις, οι εξής δύο: η "διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση". Η μεταφορά του παλιού παιδικού αστείου στην κυβερνητική πολιτική μπορεί να ακούγεται σα σαχλαμάρα. Προκύπτει όμως αβίαστα αν αντιπαραβάλει κανείς το συνεκτικό πακέτο που μόλις εισηγήθηκε ο ΟΟΣΑ, επισημαίνοντας δραματικούς κινδύνους για τη χώρα μας αν συνεχίσει στην ως τώρα πορεία της, με τις πρωτοβουλίες που διατυμπανίζει η κυβέρνηση τους δύο τελευταίους μήνες, αφότου ξαφνικά έθεσε τις "μεταρρυθμίσεις" στην κορυφή της δημόσιας πολιτικής της ατζέντας.

Οι πρωτοβουλίες αυτές μέχρι στιγμής ήσαν όντως τέσσερις: Τις εγκαινίασε η πανάκριβη εθελουσία έξοδος που συμφώνησαν η διοίκηση και η ομοσπονδία των εργαζομένων στον ΟΤΕ, μαζί με την ισοπέδωση του εργασιακού καθεστώτος σε όσα ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα για τους εφεξής προσλαμβανόμενους. Αν η μείωση του προσωπικού ευνοούσε την τιμή της μετοχής του ΟΤΕ, ο τρόπος που έγινε ήταν, υπενθυμίζεται, ο "χειρότερος" για τον Οργανισμό, σύμφωνα με τον πρόεδρό του \Π. Βουρλούμη\. Αλλά για την ελληνική οικονομία συνολικά, η πρώτη αυτή "διαρθρωτική μεταρρύθμιση", για την οποία τόσο υπερηφανεύθηκε η κυβέρνηση, ήταν χείριστο παράδειγμα: διότι μετέφερε κόστος από την παραγωγή στο συνταξιοδοτικό σύστημα, η διόγκωση των υποχρεώσεων του οποίου συνιστά σήμερα τη μεγαλύτερη απειλή για το αύριο της χώρας. Στο πλευρό του υπουργού Οικονομίας \Γιώργου Αλογοσκούφη\ την Πέμπτη, για την παρουσίαση της έκθεσης του ΟΟΣΑ, ο επικεφαλής οικονομολόγος του \Ζαν-Φιλίπ Κοτί\, όταν ρωτήθηκε σχετικά, απέρριψε κατηγορηματικά κάθε πρόωρη συνταξιοδότηση, εξαιρώντας μόνον εργαζομένους σε πραγματικά πολύ βαριές συνθήκες.

Ακολούθησε η τροπολογία για το ασφαλιστικό των τραπεζών, που επίσης μετέφερε κόστος από τις τράπεζες στο συνταξιοδοτικό σύστημα (στο ΙΚΑ εν προκειμένω), για να διευκολύνει δύο εξ αυτών οι οποίες αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στα υποχρεωτικά νέα λογιστικά πρότυπα. Περιόρισε κάπως το κόστος, καθώς παράλληλα περιέκοψε παροχές για τους νεότερους ασφαλισμένους, προκαλώντας ένα μήνα απεργία των τραπεζοϋπαλλήλων, διόλου όμως δεν το εξάλειψε. Χαρακτηριστική για την αντίληψη της κυβέρνησης για τις "διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις" ήταν η αποφυγή της να ενημερώσει τη Βουλή και την κοινωνία για αυτό το κόστος, αλλά και για την κατανομή των οφελών, αναστατώνοντας και την ίδια της την παράταξη.

Η τρίτη πρωτοβουλία ήταν η διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων, με το νομοσχέδιο που έρχεται στη Βουλή αυτήν την εβδομάδα. Ως προς την οικονομία συνολικά πρόκειται για περιφερειακή παρέμβαση, με αμφίβολα αποτελέσματα στην αύξηση της απασχόλησης και του τζίρου των καταστημάτων που επαγγέλλεται. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την ευρωπαϊκή εμπειρία, όπως έχει καταγραφεί σε έρευνα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (την παρουσίασε στην \"Αυγή"\ στις 23/5 η Δήμητρα Μανιφάβα). Με βεβαιότητα όμως οδηγεί στην αύξηση του μεριδίου της αγοράς των μεγάλων καταστημάτων εις βάρος των μικρών, όπως φοβούνται στη μεγάλη τους πλειονότητα οι έμποροι, και στην επιδείνωση των όρων εργασίας, γι’αυτό και οι κινητοποιήσεις. Για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες λαμβάνονται μέτρα, που εδώ ούτε καν συζητούνται.

Η διευθέτηση

Μένει έτσι μόνον η διευθέτηση του χρόνου εργασίας που θα μπορούσε πραγματικά, εφόσον εφαρμοζόταν σωστά, να μειώσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά τους, με θετικές απώτερες επιπτώσεις για την οικονομία και για την απασχόληση. Σύμφωνα με τις έως τώρα διαθέσιμες πληροφορίες όμως, με μονομερές διευθυντικό δικαίωμα, όπως την επιδιώκει ο ΣΕΒ, και όπως την προωθεί η κυβέρνηση σε συνδυασμό με τη μείωση της αμοιβής των υπερωριών, κινδυνεύει να οδηγήσει σε μεγάλη επιδείνωση των όρων εργασίας και ταυτόχρονα σε δραστική μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων.

Για πολλές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν μεγάλες διακυμάνσεις στη ζήτηση για τα προϊόντα τους στη διάρκεια του έτους, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ώστε οι εργαζόμενοι να δουλεύουν περισσότερες ώρες, χωρίς υπερωριακή αμοιβή, όταν υπάρχει πολλή δουλειά, και αντίστοιχα λιγότερες όταν δεν υπάρχει, θα ήταν πολύ αποδοτική. Τη δυνατότητα αυτή είχε θεσπίσει ο νόμος 2784/2000 του τότε υπουργού Εργασίας \Τάσου Γιαννίτση\, με προϋπόθεση τη συμφωνία του εργοδότη και των εργαζομένων στην επιχείρηση, αλλά και τη μείωση του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 40 σε 38 ώρες, 138 ώρες λιγότερες το χρόνο, σε αντάλλαγμα για τις υπερωρίες που δεν θα πληρώνονταν. Με τον ίδιο νόμο οι υπερωρίες είχαν καταστεί πολύ ακριβότερες, ώστε να παρακινηθούν οι επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν πρόσθετους εργαζόμενους.

Αν τα συνδικάτα είχαν αξιοποιήσει πρακτικά το πλαίσιο που προσέφερε ο νόμος 2784, η επίθεση που δέχονται σήμερα δεν θα ήταν εύκολη. Δυστυχώς όμως μόνο σε τέσσερις επιχειρήσεις έγιναν τέτοιες συμφωνίες για τη διευθέτηση, ενώ η αλληλεγγύη με τους ανέργους δε λειτούργησε. Οι ακριβές υπερωρίες ενίσχυσαν μόνο το εισόδημα των ήδη εργαζομένων. Μέσα στο περίεργο πολιτικό παιχνίδι της εποχής εκείνης, η ΓΣΕΕ είχε καταπολεμήσει το νόμο Γιαννίτση από κοινού με τον ΣΕΒ.

Τώρα που ο σημερινός υπουργός Εργασίας Πάνος Παναγιωτόπουλος βιάζεται να φέρει το νομοσχέδιό του μέσα στον Ιούλιο στη Βουλή, και έχει καλέσει αύριο τη ΓΣΕΕ για να το συζητήσει, μένει να φανεί πώς θα μπορέσει να αποκρουσθεί η επιβολή πολύ δυσμενέστερων όρων για τους εργαζόμενους.

Η άγνωστη λέξη "διαπραγμάτευση"

Μιλώντας κατά την παρουσίαση της έκθεσης του ΟΟΣΑ, ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης αναφέρθηκε και σε άλλες "σημαντικές μεταρρυθμίσεις" που έχει προωθήσει η κυβέρνηση: τη μείωση της φορολογίας των επιχειρηματικών κερδών, τα νέα επενδυτικά κίνητρα, το νομοσχέδιο για τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και στις σχεδιαζόμενες ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ. Οσο ευπρόσδεκτα και αν είναι για τις επιχειρήσεις όμως, τα μέτρα αυτά είναι αποσπασματικά, σε μια νεοφιλελεύθερη λογική σαν του ΟΟΣΑ δεν αρκούν για να αποδώσουν, ούτε και σε όποιαν άλλη στρατηγική αντίληψη. Η μείωση της φορολογίας στα κέρδη συμβαδίζει με συνολική απώλεια εσόδων που δεν διαφαίνεται πώς θα αναπληρωθεί. Για τις δε συμπράξεις, παράγοντες με διεθνή εμπειρία επισημαίνουν ότι προϋποθέτουν υψηλό επίπεδο ικανοτήτων της δημόσιας διοίκησης στο σχεδιασμό και στην παρακολούθηση. Στη Βρετανία, την πρώτη διδάξασα, απαιτήθηκαν χρόνια συστηματικής προετοιμασίας. Πώς θα ανταποκριθεί η ελληνική διοίκηση, όταν έχει τόσα προβλήματα με τις πολύ απλούστερες αναθέσεις εργολαβιών για δημόσια έργα;

Αλλά ο κ. Αλογοσκούφης δεν απάντησε στις τρεις μεγάλες προκλήσεις, που κατά τον κ. Κοτί πρέπει επειγόντως να αντιμετωπίσει η οικονομική πολιτική: Το δημοσιονομικό, που δεν συνίσταται μόνο στη μείωση του ελλείμματος αλλά και στο πελώριο πρόβλημα της μεταρρύθμισης των συντάξεων. Την πραγματική σύγκλιση, καθώς οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ των τελευταίων ετών δεν είναι διατηρήσιμοι χωρίς μεταρρυθμίσεις. Και την επιβίωση εντός της ΟΝΕ, όπου η χαλαρή νομισματική πολιτική των χαμηλών επιτοκίων δεν επιτρέπει μιαν ακόμα χαλαρότερη δημοσιονομική πολιτική. Διότι τότε υπονομεύεται η ευημερία, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στην Ιταλία.

Από την άρση των περιορισμών στις απολύσεις και την κατάργηση των κατώτατων αμοιβών της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, ώστε να μπορούν νέοι άνεργοι να προσλαμβάνονται με χαμηλότερο μισθό, μέχρι τη γενίκευση της σύνταξης στα 65 και τον υπολογισμό της με βάση τους μισθούς όλου του εργάσιμου βίου, οι προτάσεις του ΟΟΣΑ ακούγονται εξαιρετικά απειλητικές στην ελληνική κοινωνία. Την άποψη ότι διαλύουν την κοινωνική συνοχή προσπάθησε να αντικρούσει ο κ. Κοτί με το παράδειγμα των Σκανδιναβικών χωρών. Στη χώρα του (Γαλλία), είπε, όπου ισχύει προστασία από τις απολύσεις, η ανεργία είναι υψηλή και η κοινωνική συνοχή πολύ λιγότερη παρόσο στη Δανία, όπου οι απολύσεις είναι εντελώς ελεύθερες, αλλά όποιος απολύεται καλύπτεται από το κοινωνικό κράτος μέχρι να βρει δουλειά, έχοντας δικαίωμα να αρνηθεί μόνο μία φορά θέση εργασίας που θα του προσφερθεί. Και αναφέρθηκε επίσης στην κοινωνική συμφωνία της Ολλανδίας τη δεκαετία του 1970, όπου με αμοιβαίες παραχωρήσεις των συνδικάτων, των εργοδοτών και του κράτους ξεπεράσθηκαν η υψηλή ανεργία και ο πληθωρισμός.

Δεν υπάρχει εντούτοις αμφιβολία ότι, στις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας, η εφαρμογή τέτοιων προτάσεων θα οδηγούσε σε μεγάλη υποβάθμιση του εισοδήματος και της απασχόλησης πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Αποφεύγοντας οποιοδήποτε συγκεκριμένο σχόλιο, ο κ. Αλογοσκούφης από την πλευρά του πρόβαλε την Ιρλανδία ως παράδειγμα οικονομικής επιτυχίας που στηρίχθηκε στη συναίνεση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Και επανήλθε στην άποψή του ότι τέτοια συναίνεση είναι εφικτή μεταξύ κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ.

Είναι όμως γνωστό, το εξηγούν διαρκώς οι Ιρλανδοί, ότι η έξοδος από την κρίση τη δεκαετία του 1980 και η εντυπωσιακή ανάπτυξη κατόπιν προέκυψαν από τα ολοκληρωμένα τριετή προγράμματα που διαπραγματεύονταν εντατικά το σύνολο των κοινωνικών φορέων της χώρας, εκκινώντας από διαφορετικά ή αντιτιθέμενα συμφέροντα, και η κυβέρνηση. Μια συμφωνία των μεγάλων κομμάτων δεν εγγυάται την κοινωνική πλειοψηφία, το έδειξε το γαλλικό δημοψήφισμα. Αλλά εδώ επικαλούνται το "διάλογο" και τη "συναίνεση", αγνοώντας τι θα πει "διαπραγμάτευση".

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι