Σε κλίμα παραγωγικής στασιμότητας η Ελλάδα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 31/07/2005

Ενδείξεις ανάκαμψης παρουσίασε τον Ιούλιο η ευρωπαϊκή οικονομία. Για πρώτη φορά από τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι προβλέψεις και εκτιμήσεις των βιομηχανικών επιχειρήσεων κατέγραψαν βελτίωση στο δείκτη οικονομικού κλίματος που δημοσίευσε προχθές η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Και αντίστοιχα θετικές εκτιμήσεις εμφανίσθηκαν στις υπηρεσίες και στις κατασκευές. Αλλά τη μεταστροφή αυτή στο σύνολο σχεδόν των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η ελληνική οικονομία δεν την παρακολούθησε.

Στην ελληνική βιομηχανία ο δείκτης παρέμεινε τον Ιούλιο στάσιμος στα χαμηλά επίπεδα του Ιουνίου ύστερα από ενδεκάμηνη συνεχή πτωτική πορεία. Στις υπηρεσίες και στο λιανικό εμπόριο εξακολούθησε να υποχωρεί, ενώ στις κατασκευές εμφάνισε νέα μεγάλη πτώση (από –38 σε –49). Μόνον η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, που στην Ευρώπη παρέμεινε κατά μέσο όρο στάσιμη, έδειξε σε μας κάποια άνοδο τον Ιούλιο. Πρόκειται όμως για τον πιο αστάθμητο δείκτη, που φαίνεται συχνά να επηρεάζεται από εξωοικονομικούς ή και ευκαιριακούς παράγοντες, περισσότερο ίσως εδώ παρά στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (οι οικονομολόγοι αδυνατούσαν να εξηγήσουν, για παράδειγμα, τον ενθουσιασμό των Ελλήνων καταναλωτών που κατέγραφε η ίδια έρευνα την άνοιξη του 2004). Η ευχάριστη έκπληξη, που αναμφίβολα προκάλεσε σε πολλά νοικοκυριά η απόφαση της κυβέρνησης να μην εξισώσει τελικά από τον Οκτώβριο τη φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης, όπως φοβούνταν, θα αποτυπωθεί σε μια νέα βελτίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών τον Αύγουστο; Ακόμα και αν συμβεί αυτό, θα μπορούσε να σημάνει κάτι για τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων και για τις προοπτικές της απασχόλησης;

Με τη μέθοδο που καταρτίζονται αυτοί οι δείκτες πάντως, η βελτίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών τον Ιούλιο επέφερε μια μικρή άνοδο του γενικού δείκτη οικονομικού κλίματος και στην Ελλάδα: σε 84,2 από 83,3 που ήταν τον Ιούνιο. Αλλά με βάση 100 το μέσο όρο της τελευταίας δεκαπενταετίας, το επίπεδο αυτό είναι πολύ χαμηλό, το τρίτο χαμηλότερο μεταξύ των 25 μετά την Ουγγαρία και την Πορτογαλία, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ενωση συνολικά προσέγγιζε αυτό το μέσο όρο 100: έφθασε στο 98,4 από 97,3 τον Ιούνιο.

Γιατί τόση δυσφορία;

Οταν ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα φαίνεται ότι εξακολουθούσε να ξεπερνά το 3% το πρώτο εξάμηνο φέτος, σημαντικά πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό, πώς συμβιβάζεται οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις επιχειρήσεων και καταναλωτών να διατηρούνται τόσο πολύ χειρότερες;

Μιαν εξήγηση είχε προτείνει προ μηνών ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας \Τρύφων Κολλίντζας\, μιλώντας για "αναπτυξιακή ύφεση" (Ελευθεροτυπία, 3/4/2005). "Ανκαι η οικονομία μεγεθύνεται, η μεγέθυνσή της είναι μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πλήρη απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών", σημείωνε, προσθέτοντας ότι αυτό συμπίπτει "με περιόδους που υπάρχει διάχυτη η αίσθηση της οικονομικής δυσαρέσκειας". Και περιέγραφε μια κατάσταση όπου πολλές επιχειρήσεις δεν αυξάνουν την παραγωγή τους, έχουν μειωμένα κέρδη, απασχολούν λιγότερους εργαζόμενους και περιορίζουν τις επενδύσεις τους. Οπου πολλά νοικοκυριά δεν αυξάνουν το εισόδημά τους, περιορίζουν την κατανάλωσή τους ή δανείζονται, μέλη τους δεν βρίσκουν δουλειά, και "γενικά υποφέρουν από ένα ψυχολογικό κόστος ανεκπλήρωτων ή αναβαλλόμενων καταναλωτικών και επενδυτικών σχεδίων". Οπου, τέλος, η κυβέρνηση συγκεντρώνει λιγότερα φορολογικά έσοδα και χρηματοδοτεί τις δαπάνες με δανεισμό.

Οι διαπιστώσεις αυτές τεκμηριώνονται με το επί χρόνια σταθερά μεγαλύτερο από 10% ποσοστό ανεργίας στο εργατικό δυναμικό, με τη ραγδαία αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών, με την πτώση του ποσοστού χρησιμοποίησης του εργοστασιακού δυναμικού (από 77% το 2002 σε 75,1% το 2004 και σε κάτω από 72% το πρώτο εξάμηνο φέτος, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ), και βέβαια, και με το παραπάνω, με την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων. Επίσης με την εισοδηματική πολιτική αυξήσεων χαμηλότερων από τον πληθωρισμό στους μισθούς και τις συντάξεις που προδιέγραψε εγκύκλιος του υπουργείου Οικονομικών για τις ΔΕΚΟ την περασμένη εβδομάδα.

Στο άρθρο του ο Τρ. Κολλίντζας προσπαθεί να αποσείσει κάθε ευθύνη από την παρούσα κυβέρνηση για την κατάσταση αυτή. Υποστηρίζει ότι "βραχυπρόθεσμα οι παραδοσιακές οικονομικές πολιτικές δεν μπορούν να σταματήσουν την αναπτυξιακή ύφεση" διότι "είναι κάτι σαν μια ίωση που πρέπει να κάνει τον κύκλο της". Δεν εισηγείται κανένα σχέδιο εξόδου, αλλά ούτε θεωρεί εφικτό κάποιο τέτοιο σχέδιο. Ακόμα και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που παγίως προτείνει (αναδιοργάνωση του κράτους, πλήρης ανταγωνισμός σε όλους τους κλάδους, βιώσιμο ασφαλιστικό, ευέλικτη αγορά εργασίας), μόνο στον περιορισμό αυτής της αναπτυξιακής ύφεσης ίσως να βοηθούσαν, πιστεύει, στο βαθμό που θα δημιουργούσαν θετικές προσδοκίες, προσελκύοντας π.χ. ξένες επενδύσεις.

Ελπίδες πάλι στο Χρηματιστήριο

Την απαισιοδοξία αυτή για τις παραγωγικές προοπτικές της χώρας δεν συμμερίζονται όσοι έχουν το βλέμμα προσηλωμένο στις χρηματιστηριακές εξελίξεις. Καθοριστικό ρόλο παίζουν εδώ οι ιδιωτικοποιήσεις που προωθεί η κυβέρνηση.

Μετά την πώληση του 16,4% του ΟΠΑΠ προς 1,27 δισ. πρώτα, και του 5,2% του μετοχικού κεφαλαίου της Εμπορικής Τράπεζας προς 145 εκατομμύρια ευρώ κατόπιν, με σημαντική συμμετοχή κεφαλαίων του εξωτερικού, ο δείκτης του Χρηματιστηρίου της Αθήνας ξεπέρασε τις 3.300 μονάδες την περασμένη εβδομάδα και έφτασε στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας τετραετίας.

Εκκρεμούν άλλωστε μια σειρά ενέργειες στην ίδια κατεύθυνση: Στις 2 Αυγούστου η κυβέρνηση θα βρεθεί με άλλο 10% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΤΕ προς πώληση, καθώς λήγει το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο του Δημοσίου. Προβλέπεται επίσης να πωλήσει σύντομα το 10% της Αγροτικής Τράπεζας. Θα ακολουθήσει η πλήρης ιδιωτικοποίηση της Εμπορικής. Και ακόμα η εισαγωγή του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στο Χρηματιστήριο.

Οι εξελίξεις αυτές "πιστοποιούν το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας", έγραφε το τελευταίο Δελτίο της Τράπεζας Alpha, εκφράζοντας μεγάλη ικανοποίηση για την εισροή ξένων κεφαλαίων. Ανκαι έρχονται για επενδύσεις χαρτοφυλακίου, για την αγορά δηλαδή μετοχών που ανά πάσα στιγμή ξαναπωλούνται, και όχι για ξένες άμεσες επενδύσεις με συμμετοχή σε νέο παραγωγικό δυναμικό, το Δελτίο επιμένει ότι "συμβάλλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας".

Με την εξαίρεση όμως του τραπεζικού τομέα, και της μεμονωμένης σημαντικής περίπτωσης του ΟΤΕ, εφόσον τελεσφορήσει, όλες αυτές οι συναλλαγές εμφανίζονται πολύ πιο αποκομμένες από την πραγματική οικονομία από εκείνες της χρηματιστηριακής "άνθησης" του τέλους της δεκαετίας του 1990, η οποία είχε τη γνωστή μαύρη κατάληξη.

Ταχυδακτυλουργική απόπειρα να κρυφτεί το έλλειμμα

Την αρνητική πορεία των δημοσίων οικονομικών, σε ολοένα μεγαλύτερη απόκλιση από τους στόχους, επιβεβαιώνουν τα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού το πρώτο εξάμηνο φέτος που ανακοίνωσε προχθές το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Αλλά ενώ τα ανησυχητικά στοιχεία του εξαμήνου θα επέβαλλαν έναν υπεύθυνο κυβερνητικό σχολιασμό, δελτίο τύπου του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών επιχειρεί να εμφανίσει μια δήθεν βελτίωση.

Η ετήσια αύξηση των καθαρών εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού περιορίσθηκε σε μόλις 3,6% (στο πεντάμηνο ήταν ακόμα 4,1%), έναντι 11,4% του ετήσιου στόχου, δείχνοντας ότι τον Ιούνιο η φοροδιαφυγή πρέπει να χειροτέρευσε σημαντικά.

Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά 6,7% έναντι ετήσιου στόχου 4,6%, αλλά η υπέρβαση αυτή αποδίδεται στην πληρωμή μιας κατηγορίας τόκων τον Απρίλιο η οποία πέρυσι είχε πληρωθεί το Σεπτέμβριο. Η αύξηση των πρωτογενών δαπανών (χωρίς τους τόκους) συγκρατήθηκε στο 3,5%.

Οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις κόπηκαν σχεδόν στο μισό (μείωση 46,8%), ενώ ο προϋπολογισμός πρόβλεπε να μειωθούν κατά 15,4% από το επίπεδο του 2004.

Οι εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση κινήθηκαν περίπου στα προβλεπόμενα πλαίσια: αύξηση 9,7% έναντι ετήσιου στόχου 10,3%.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα έλλειμμα 7.665 εκατομμύρια ευρώ το πρώτο εξάμηνο (στόχος για ολόκληρο το έτος 8.517 εκ.), για το οποίο το δελτίο τύπου θριαμβολογεί ότι είναι κατά 11% χαμηλότερο από το πρώτο εξάμηνο του 2004. Παραλείπει να παρατηρήσει ότι η μείωση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στην κατάρρευση των δημοσίων επενδύσεων. (Αν οι επενδύσεις είχαν μειωθεί μόνο κατά 15,4% όπως πρόβλεπε ο προϋπολογισμός, το έλλειμμα θα ήταν μεγαλύτερο από το περυσινό κατά 3%.)

Καμμία ουσιαστική βελτίωση δεν διαπιστώνεται άλλωστε στον τακτικό προϋπολογισμό. Το πρωτογενές πλεόνασμα, η διαφορά δηλαδή των εσόδων από τις πρωτογενείς δαπάνες, έφθασε τα 1.300 εκ. το πρώτο εξάμηνο, δείχνοντας αύξηση μόλις κατά 55 εκατ. (4,4%) από πέρυσι, όταν ο στόχος ήταν να αυξηθεί κατά 23,4%. Αλλά το υπουργείο αποφεύγει οποιαδήποτε σύγκριση των μεγεθών με τους στόχους του προϋπολογισμού του, τον οποίο πρακτικά απαξιώνει εντελώς.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι