Η Δημοκρατία δεν απειλείται

Έχει εχθρούς η Δημοκρατία;

Γιώργος Σιακαντάρης, 13/10/2013

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, συμπολίτισσες και συμπολίτες, κύριε Πρόεδρε,

αρχικά θα ήθελα να πω κάτι, που όσοι με γνωρίζουν προσωπικά το ξέρουν ήδη. Η χαρά μου, όταν είμαι με ανθρώπους της ανανεωτικής Αριστεράς, είναι πάντοτε μεγάλη. Γι’ αυτό νομίζω ότι χρωστώ, δυο λόγια πριν ξεκινήσω με το κύριο θέμα, να εξηγήσω γιατί βρίσκομαι εδώ.

Η διαφοροποίηση μεταξύ ιδεολογικής συγγένειας και κομματικής ταυτότητας συμβαίνει συχνά στην πολιτική ζωή. Αυτό συμβαίνει είτε για λόγους καιροσκοπισμού, πάω με το ρεύμα αν και «πιστεύω» άλλα ή και τίποτα, είτε αυτός ο διχασμός οφείλεται σε λόγους διαφοροποίησης για τακτικές ή ακόμη και για στρατηγικές, αλλά όχι και για ιδεολογικές επιλογές. Στην πολιτική μου πορεία υπήρχαν στιγμές που με το χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς είχα και ιδεολογική συγγένεια και κομματική ταύτιση και άλλες όχι, πάντοτε όμως πίστευα ότι κανένα κεντροαριστερό πρόταγμα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την παρουσία αυτού του χώρου στις πολιτικές εξελίξεις.

Πριν λοιπόν μιλήσω για το θέμα της ημερίδας, θα ζητήσω για δυο λεπτά την ανοχή σας για να μιλήσω για τις εξελίξεις στην Κεντροαριστερά. Εξάλλου αυτές οι εξελίξεις δεν είναι άσχετες με το θέμα μας. Αφού ισχυρή Κεντροαριστερά σημαίνει δικλείδα προστασίας της Δημοκρατίας. Και σ’ αυτές τις διαδικασίες φυσικά και δεν μπορούν να απουσιάζουν τα δυο κόμματα το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ.

Η ανάγκη παρουσίας του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτές τις διαδικασίες εδράζεται στο ότι αυτό ήταν το πρώτο κόμμα που έθεσε, έστω και χρησιμοποιώντας ενίοτε στρεβλά μέσα, τα ζητήματα του κράτους πρόνοιας, ζητήματα που οφείλει να θέτει κάθε σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα, που σέβεται το όνομά του. Το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου ακόμη και μέσα σε μια λαϊκίστικη και τριτοκομισμική θολούρα, έθεσε πρακτικά το ζήτημα της καλυτέρευσης της καθημερινότητας των πολιτών, την ίδια στιγμή που άλλοι μιλούσαν για τον υπαρκτά ανύπαρκτο σοσιαλισμό ή γι’ αυτόν που το κόκκινο μέλλον θα φέρει.

Η δε ανάγκη παρουσίας της ΔΗΜΑΡ σ’ αυτή την προσπάθεια δεν δικαιολογείται από το ότι είναι μεγάλο, μικρό ή αναγκαίο κόμμα αλλά στο ότι καμία Κεντροαριστερά ή Σοσιαλδημοκρατία στη χώρα μας δεν θα είναι βιώσιμη αν δεν έχει μπολιαστεί από τις ιδέες της ανανεωτικής Αριστεράς. Η ύπαρξη και η ζωή της ΔΗΜΑΡ ταυτίζεται με τη ρήση του Πουλαντζά «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει», σ’ εποχές μάλιστα που τα προτάγματα του Μπρέζνιεφ ή του Καντάφι ήσαν πιο ελκυστικά. Και χωρίς να είναι αυτή η ρήση στο DNA του οποιουδήποτε κεντροαριστερού προτάγματος, πουθενά δεν μπορούμε να πάμε.

Το να στηρίζεις σήμερα αυτή την αναγκαιότητα ακόμη και αν θεωρείς λανθασμένο βήμα την αποχώρησή της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, ακόμη και αν διαφωνούσες με τη πολιτική που άσκησε την εποχή των δυο πρώτων Μνημονίων, την ευθύνη των οποίων ανέλαβε ακέραια το ΠΑΣΟΚ με τους δυο αρχηγούς αυτής της περιόδου, θεωρούσες ότι όλοι εμείς εδώ θα έπρεπε να είχαμε ακούσει καλύτερα αυτά τα καταπληκτικά που είπε ο Κώστας Σημίτης το 96 στο συνέδριο τότε του Συνασπισμού και να είχαμε από τότε κινήσει τις διαδικασίες για τη συγκρότηση του ενιαίου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, μάλλον δεν σημαίνει ότι ακολουθείς το ρεύμα.

Βεβαίως δεν πρέπει εδώ να ξεχνάμε τις παρακαταθήκες δυο τεράστιων πολιτικών μεγεθών από το χώρο σας, αλλά και από το χώρο της Κεντροαριστεράς που σήμερα αναζητούμε. Εννοώ τη φωνή του Λεωνίδα Κύρκου, που από κομμουνιστής έγινε ο ορισμός του πολιτικού που ταύτιζε τη ζωή του με την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και του ανθρώπου που ποτέ δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά ήταν πάντοτε ο ορισμός του αριστερού δημοκράτη, του πολιτικού που ύψωσε πάρα πολύ ψηλά τη σημαία της δημοκρατίας, του πολύ φίλου, μπορώ να το πω, του ανθρώπου που με έκανε να λατρέψω την πολιτική συμμετοχή του Μιχάλη Παπαγιαννάκη.

Η παρουσία μου εδώ θα ήθελε να σηματοδοτήσει την ανάγκη συνέχισης της προσπάθειας για τη γεφύρωση των διαφορών μεταξύ των δυο, κατ’ εμέ μοναδικών – σήμερα- κομματικών χώρων της κεντροαριστεράς. Αυτές οι γέφυρες χρειάζονται για να προχωρήσουμε όλοι μαζί, χωρίς απολύτως κανένα αποκλεισμό , χωρίς ενέργειες που θα δυσκολεύουν τους υπάρχοντες σχηματισμούς, στη συγκρότηση μιας πολιτικά και γιατί όχι και κομματικά ενιαίας έκφρασης της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά αυτές οι γέφυρες δεν χρειάζονται, σύμφωνα με την ευφυή αναφορά του Δημήτρη Μητρόπουλου στα Νέα, για να πηγαινοέρχονται ορισμένοι από τον ένα χώρο στον άλλο.

Πάντως ο χώρος χρειάζεται μια Κεντροαριστερά που θα ενώσει τις δυνάμεις του πνεύματος με τις δυνάμεις της κοινωνίας που σήμερα υποφέρουν. Γιατί Κεντροαριστερά με πνεύμα χωρίς κοινωνία είναι ελιτισμός και ΚΑ με κοινωνία χωρίς πνεύμα είναι λαϊκισμός. Και Κεντροαριστερά χωρίς κριτική στην ιδεολογία που διαπερνά τις προτάσεις της τρόικα πάλι δεν γίνεται. Και εδώ η συνεισφορά της ΔΗΜΑΡ μπορεί να είναι πολύ μεγάλη.

Μετά από αυτά τα απαραίτητα εισαγωγικά θα μου επιτρέψετε να θεωρήσω ότι αν δεν θέλουμε να μετατρέψουμε αυτή την εκδήλωση σε μια κοινοτοπία του τύπου η δημοκρατία είναι πανίσχυρη και δεν έχει αδιέξοδα, θα έπρεπε στον τίτλο της να έχει προστεθεί και κάτι ακόμα. Ένα μικρό αλλά θαυματουργό ερωτηματικό. Η Δημοκρατία δεν απειλείται; Εγώ όμως εδώ θα μου επιτρέψετε να θέσω ένα άλλο ερώτημα «έχει εχθρούς η δημοκρατία και πως αυτοί αντιμετωπίζονται;».

Θα αναφερθώ σε έξη μείζονες εχθρούς της δημοκρατίας

1) Ο πρώτος εχθρός προκύπτει όταν αυτή έχει ελλείμματα

Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι η δημοκρατία δεν απειλείται, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι αυτή έχει ελλείμματα. Αλλά όταν αυτή έχει ελλείμματα τότε κινδυνεύει. Το ζητούμενο είναι το πώς, άνθρωποι από τον σοσιαλδημοκρατικό, τον συντηρητικό, τον φιλελεύθερο, τον ανανεωτικό και ριζοσπαστικό αριστερό χώρο, θα βρουν τρόπους και παρά τις διαφορές που τους χωρίζουν, θα μπορέσουν να αρθρώσουν ένα ηγεμονικό λόγο υπέρ της Δημοκρατίας. Εδώ δεν χωρούν διμέτωποι αγώνες.

Η δυνατότητα αντιμετώπισης του φασιστικού τέρατος, περνάει μέσα από μια προσπάθεια άρθρωσης ενός σύγχρονου ηγεμονικού λόγου υπέρ της Δημοκρατίας. Ενός λόγου που θα αναδεικνύει τη Δημοκρατία όχι μόνο ως μια μορφή πολιτεύματος, αλλά και ως κοινωνικό σύστημα, που περισσότερο απ’ όλα τα άλλα επιτρέπει εκείνο τον ταξικό ανταγωνισμό, μέσα από τον οποίο μπορούν να προκύψουν τεράστια οφέλη για μεγάλα κοινωνικά στρώματα. Δεν μπορείς να μιλάς για τη Δημοκρατία και να αδιαφορείς για τα προβλήματα της κοινωνίας, για τις ταξικές ανισότητες, επειδή ενδεχομένως εσύ δεν αντιμετωπίζεις τα ίδια προβλήματα ή επειδή οι ταξικές ανισότητες σε βολεύουν. Δεν μπορείς να υποτιμάς την κοινωνία στο όνομα της προάσπισης της δημοκρατίας. Βλάπτεις και τις δυο με τον ίδιο τρόπο. Στη δημοκρατία κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει τη θέση που του αξίζει με βάση τις γνώσεις και τις ικανότητές του. Αλλά την ίδια στιγμή η κοινωνική όψη της δημοκρατίας πρέπει να εξασφαλίζει σε κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως γνώσεων και δεξιοτήτων, μια θέση στην κοινωνία. Και σε θέματα μείωσης των ανισοτήτων χωρούν διμέτωποι.

2) Όταν επίσης η δημοκρατία θεωρείται μια τυπική πλευρά του συστήματος τότε απειλούνται οι ατομικές ελευθερίες και η ίδια η δημοκρατία

Πριν από την έξαρση της βίας, είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα ένας ηγεμονικός λόγος, ο οποίος πήγαζε από τα αριστερά και εκβαλλόταν στα δεξιά, σύμφωνα με τον οποίο η Δημοκρατία, αποτελεί μια τυπική πλευρά του καπιταλιστικού συστήματος ή του δυτικού ορθολογικού κακού για την καθ’ ημάς Ανατολή και τίποτα παραπάνω. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρήσεις, η Δημοκρατία είτε είναι άσχετη με τα λαϊκά αιτήματα, είτε λειτουργεί ως μηχανισμός υπαγωγής των λαϊκών αιτημάτων στις λογικές του καπιταλιστικού συστήματος, είτε βρίσκεται σε διάσταση με την προτεραιότητα του κοινοτισμού έναντι του ατόμου και της κοινωνίας.

Όποιος όμως πιστεύει πως το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής, της αλλαγής μέσω εκλογών των κυβερνώντων, αλλά και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης είναι ένα τυπικό δικαίωμα, είναι πολύ εύκολο να θεωρήσει ότι το δικαίωμα της διαφορετικής γνώμης του άλλου, είναι επίσης τυπικό. Γι’ αυτόν είναι εύκολο να πει πως «η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» και από εκεί είναι πολύ εύκολο να πει ότι η εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων δεν είναι δα και κανένα μεγάλο αμάρτημα. Αρκεί αυτή η εξόντωση να είναι προς όφελος του όποιου λαού, τάξης ή φυλής.

Εδώ συντομεύεται η απόσταση να ανέβει κανείς από την Κάτω Πλατεία στην Άνω και από εκεί να πάρει στα χέρια του το ψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής.

3) Τρίτος εχθρός της δημοκρατίας είναι το ξεχείλωμα της έννοιας του φασισμού

Ο σπόρος υπήρχε, αλλά έλλειπε ο σπορέας (κρίση). Ποιος ήταν όμως ο σπόρος; Η έξαρση των φαινομένων βίας στην Ελλάδα του Μνημονίου, είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, αλλά δεν είναι φασισμός. Όπως δεν είναι φασισμός και πολλές από τις πλευρές εκδήλωσης της κοινωνίας της αγένειας. Μερικές κοινωνικο- πολιτισμικές στάσεις όπως η ατομική ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου, ο τρόπος που συνομιλούμε στα ΜΜΕ, αλλά και κάποιες «πολιτικές» στάσεις και συμπεριφορές όπως η γενικευμένη νομιμοποίηση παραβατικών (φοροδιαφυγή, εκβιασμοί, ρουσφέτια, διαφθορά) και ανομικών συμπεριφορών («δεν πληρώνω», γιαουρτώματα). Όλα αυτά δεν είναι φασισμός, αλλά προδίδουν μια κοινωνία έτοιμη να ριχτεί στις αγκαλιές του φασισμού.

Εξισώνοντας όλα αυτά τα αποκρουστικά και καταδικαστέα φαινόμενα με τον φασισμό απαλύνεις τις βαρύτατες κατηγορίες εναντίον του.

Ο φασισμός φυλακίζει και εξοντώνει τους δημοκράτες, τους αριστερούς, τους δεξιούς, αλλά και κάθε εκπρόσωπο του ορθού λόγου, ακόμη και αν ο ίδιος δεν είναι κάτι από τα παραπάνω. Ο φασισμός δεν απειλεί απλά την ελευθερία, τη δημοκρατία, αλλά απειλεί τον ίδιο τον ορθό λόγο. Κύριος εχθρός του δεν είναι η δημοκρατία, αλλά ο Διαφωτισμός. Κανείς δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει με τα εργαλεία του αντιδιαφωτισμού, όπως είναι ο λαϊκισμός, η δημαγωγία και ο ανορθολογισμός.

4) Εχθρός της δημοκρατίας είναι και όποιος την ευνουχίζει από το δικαίωμά της να ασκεί νόμιμη βία, όταν χρειάζεται για την αυτοπροστασία της.

Αυτό το είδαμε καθαρά στις ενστάσεις για τις πρόσφατες συλλήψεις των χρυσαυγιτών. Η καταδίκη της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται είναι το άλφα και το ωμέγα κάθε δημοκρατικής συμπεριφοράς. Οφείλουμε όμως να τη συμπληρώσουμε με τη φράση που θα λέει ότι «η βία είναι καταδικαστέα απ’ όπου και αν προέρχεται, όταν αυτή χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των δημοκρατικών κοινωνιών και στρέφεται κατά της ίδιας της δημοκρατίας». Γιατί υπάρχει και η νόμιμη βία που χρησιμοποίει κάθε δημοκρατικό κράτος, αλλά και οι πολίτες του για να υπερασπιστούν τη δημοκρατία από όσους την απειλούν με βίαια μέσα. Η βία για τη σωτηρία της δημοκρατίας ή για την επάνοδό της είναι κάτι το ιστορικά αναγκαίο και πολιτικά νόμιμο.

Το ίδιο πολιτικά νόμιμη είναι και η βία που στη μακρά ιστορία χρησιμοποίησαν οι πολιτικά και κοινωνικά καταπιεσμένοι στις προδημοκρατικές κοινωνίες. Χωρίς αυτή τη βία δεν θα υπήρχε σήμερα νεωτερικότητα και καμία φιλελεύθερη, αστική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ακόμη θα ζούσαμε σε συνθήκες απολυταρχικού κράτους και προνεωτερικής κοινωνίας.

5) Η θεωρία της ταύτισης των άκρων είναι ένας ακόμη εχθρός της δημοκρατίας.

Αυτή η θεωρία εμπεριέχει μια άλλη, πολύ πιο επικίνδυνη θεωρία, την άρνηση της διάκρισης Δεξιά - Αριστερά. Από την απαξίωση αυτής της διάκρισης («όλοι ίδιοι είναι») επωάζεται το αυγό του φιδιού. Προς τα εκεί θέλουν να βαδίζουμε, όσοι την επικαλούνται;

Βεβαίως, είναι πολύ κρίσιμης σημασίας το ότι η ριζοσπαστική ηθικολογία και ο αριστερός εκθειασμός της βίας και της ανομίας δημιούργησαν το υπέδαφος, στο οποίο καλλιεργήθηκε η νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής. Σήμερα οι αριστερές φωνές που ζητούν να απομονωθούν οι χρυσαυγίτες επειδή παραβιάζουν τους νόμους, δεν μπορούν να πείσουν γιατί ήσαν αυτές οι ίδιες φωνές που ανακήρυσσαν την Κερατέα, τους «δεν πληρώνω» και την Ύδρα σε σύμβολα αντίστασης κατά του αστικού πολιτικού συστήματος. Ήταν οι ίδιες φωνές που δεν καταδίκαζαν ρητά τις βίαιες επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών, κατά πολιτικών, τους εμπρησμούς κτιρίων του «αστικού» πολιτισμού και πολλά άλλα. Βεβαίως δεν θέλω να υποτιμήσω το γεγονός ότι πολλές πλευρές του χρυσαυγίτικου αυγού φώλιαζαν και στον αλήστου μνήμης αυριανισμό.

Είχα υποστηρίξει ότι η φασιστική Δεξιά καταναλώνει ότι παράγει το αριστερό μίσος. Το υποστηρίζω και σήμερα, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η φασιστική Δεξιά φυτρώνει εκεί όπου κάποιοι αρνούνται τη διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς. Γιατί αυτή η διάκριση συμβολίζει τη λειτουργία της Φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

6) Εχθρός της δημοκρατίας είναι και η ποινικοποίηση των πολιτικών διαφορών.

Παλαιότερα, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, όταν προσπαθούσε κανείς να βρει έναν ιδιαίτερο τομέα στον οποίο να ήταν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού εμφανής η διαφορά μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, αμέσως ο νους, ακόμη και ενός όχι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένου ατόμου, ερχόταν στο ζήτημα της ποινικοποίησης των πολιτικών διαφορών και της πρόταξης της τιμωρίας έναντι της ανοχής.

Η Δεξιά, εμφανώς επηρεασμένη και από μια θρησκευτική αντίληψη της ενοχής, ζητούσε την τιμωρία του «ενόχου-αμαρτωλού», ο οποίος τις περισσότερες φορές ήταν και φορέας αντεθνικών ιδεών, η δε Αριστερά επιδίωκε να δει το θέμα της τιμωρίας από την πλευρά της ανεκτικής κοινωνίας, ζητούσε δηλαδή μεγαλύτερη ανοχή για το «έγκλημα», μέχρι βαθμού υπερβολής πολλές φορές. Ταυτόχρονα ήταν απολύτως αντίθετη σε λογικές ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης. Οι λόγοι αυτής της άρνησης ήταν αυτονόητοι, αφού ήταν η Αριστερά που ανά πάσα στιγμή κινδύνευε να κατηγορηθεί για εγκλήματα εσχάτης «εθνικής προδοσίας». Σήμερα ένα κομμάτι της κατηγορεί τους αντιπάλους της για το ίδιο «έγκλημα».

Αυτή η Αριστερά προσχώρησε σε μια αντίληψη που θέλει την πολιτική ως μια διαδικασία που χωρίζει τον κόσμο σε προδότες και σωστούς πατριώτες ή κατά τα άλλα στο γνωστό και αποκρουστικό σύνθημα ή εμείς ή αυτοί. Σας θυμίζω εδώ την περσινή (Ιούνιος 2012) δήλωση του κ. Στρατούλη ότι «όποιοι βάλουν την υπογραφή τους να ξεπουληθεί η δημόσια περιουσία αντί πινακίου φακής θα πάνε φυλακή».

Με αυτή τη λογική θα πάνε φυλακή όλοι όσοι θεωρούν ότι η ιδιωτικοποίηση συμφέρει τη χώρα. Βεβαίως, την επόμενη φορά δεν θα πάνε φυλακή όσοι κρατικοποίησαν για να πάρουν μίζα, αλλά όλοι όσοι πιστεύουν ότι η κρατικοποίηση συμφέρει τη χώρα. Την επόμενη, θα πάνε φυλακή όσοι πιστεύουν ότι η αγορά είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος για την ανάπτυξη μιας χώρας. Και στην άλλη εκλογική συγκυρία, όσοι πιστεύουν ότι η ενίσχυση του δημόσιου τομέα είναι ο πλέον ενδεδειγμένος δρόμος για την πρόοδο, ένας δρόμος που οδηγεί στην κοινωνική ευημερία. Την επομένη όσοι υποστηρίζουν ότι η χώρα πρέπει να βγει από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ και μετά όσοι θέλουν να παραμείνει κοκ.

Υπάρχει πάτος σ’ αυτή τη λογική, τη λογική της ποινικοποίησης των πολιτικών διαφορών; Ναι, υπάρχει. Είναι η κατάλυση της δημοκρατίας. Η ποινικοποίηση της πολιτικής διαφοράς σημαίνει κατάλυση της δημοκρατίας.

Πάντως η ελληνική Κεντροαριστερά αν θέλει να μη μείνουν μετέωρα τα βήματά της, πρέπει να αλλάξει την πολιτική ατζέντα, προσθέτοντας και θέματα πέραν των μεταρρυθμίσεων στο δημόσιο, θέματα που αφορούν και μεταρρυθμίσεις στην αγορά. Αυτό σημαίνει ατζέντα για το φορολογικό σύστημα, τις εργασιακές συνθήκες, τον ανταγωνισμό στις τιμές, τον περιορισμό των μονοπωλιακών καταστάσεων, την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, την ιατροφαρμακευτική κάλυψη γι’ όλους και πολλά άλλα ακόμη και φυσικά ατζέντα και γι’ αλλαγές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στο ότι πριν μερικούς μήνες είχε γίνει μια προσπάθεια από κάποιους για κοινή διοργάνωση ημερίδων, από όλα τα ινστιτούτα των κομμάτων του συνταγματικού τόξου, με αντικείμενο τα παραπάνω ζητήματα. Για διαφόρους λόγους αυτή δεν ευοδώθηκε. Ας ελπίζουμε ότι ισχύει το ποτέ δεν αργά. Γιατί αν δεν ισχύει, τότε η δημοκρατία απειλείται και κινδυνεύει.

Εύχομαι οι δημοκράτες αυτού του τόπου και όχι μόνο οι σημερινοί εισηγητές ή μόνο οι παρευρισκόμενοι σ’ αυτή την αίθουσα να μπορούν να βροντοφωνάξουν σε λαϊκιστές και σε φασίστες ότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει, όταν αυτή αντιμετωπίζει τους εχθρούς της.

Θέμα επικαιρότητας:
Χρυσή Αυγή

Σύνολο: 56 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι