Για μια ’αλληλέγγυα ανάπτυξη’

Ντομινίκ Στρός Καν, Liberation, 06/09/2005

«Δώστε μου εκατό μέρες και θα αποκαταστήσω την εμπιστοσύνη», ήταν η δέσμευση του Ντομινίκ Ντε Βιλπάν (Dominique de Villepin).

Πάει αυτό.

Ως προς τις εκατό μέρες.

Όχι ως προς την εμπιστοσύνη.

Την ώρα του απολογισμού, ένας μόνος αριθμός αρκεί να πιστοποιήσει το μέγεθος της δυσπιστίας: το 79% των Γάλλων έχουν την αίσθηση πως «τα πράγματα διαρκώς χειροτερεύουν».

Δεν είχαμε γνωρίσει παρόμοια απαισιοδοξία εδώ και τριάντα χρόνια.

Τίποτα το εντυπωσιακό δεν υπάρχει εδώ: οι Γάλλοι και η Γαλλία υποφέρουν.

Η ανεργία παραμένει στο επίπεδο-ρεκόρ του 10%, οι προσωρινές θέσεις εργασίας πολλαπλασιάζονται -κι η πολιτική που τιτλοφορείται «νέα πρόσληψη» θα τις ενισχύσει- η αγοραστική δύναμη υποχωρεί (όχι μόνο εκείνη των εργατών ή των μισθωτών, αλλά ακόμα και των στελεχών επιχειρήσεων), η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας εκτροχιάζεται, το χρέος αυξάνει.

Η αποτυχία βρίσκεται εμπρός στα μάτια μας κι οι ανισότητες αυξάνουν με πρωτοφανείς ρυθμούς.

Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις και τις πολεμικές διακηρύξεις, ο ρυθμός ανάπτυξής μας δεν θα ξεπεράσει φέτος το 1.5%.

Ο τελευταίος αριθμός εντάσσεται σε μία μακρά σειρά οικονομικών αποτελεσμάτων, που από το 2002 είναι διαρκώς πολύ δυσοίωνα.

Η κυβέρνηση, όπως πάντα, εξωραΐζει τα πράγματα.

Κι όμως η παγκόσμια οικονομία ανθεί, με ανάπτυξη της τάξης του 5%.

Ο αμερικανικός δυναμισμός, ωθούμενος από την επιταχυνόμενη τεχνολογική πρόοδο, δεν δείχνει σημάδια κόπωσης.

Οι αναδυόμενες χώρες -με σύμβολο την Κίνα- καλύπτουν την απόσταση που μας χωρίζει.

Ας ανοίξουμε τα μάτια.

Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια η Γαλλία συνέκλινε με το επίπεδο ζωής των ΗΠΑ.

Αν συνεχιστεί η σημερινή τάση, σε δέκα χρόνια το επίπεδο ζωής της Γαλλίας θα έχει ξαναφτάσει στο 60% εκείνου των ΗΠΑ και θα ανήκει σε μια ενδιάμεση κατηγορία, μεταξύ των ΗΠΑ και των αναδυομένων χωρών.

Αν η Γαλλία τα πηγαίνει χειρότερα από τους εταίρους της, φταίει ο τρόπος διακυβέρνησής της.

Οι απαραίτητες αποφάσεις δεν λαμβάνονται κι εκείνες που λαμβάνονται δεν είναι απαραίτητες -όποτε δεν είναι καταστροφικές.

Καθώς επιστρέφουμε από τις διακοπές, οι Γάλλοι περιμένουν από την αντιπολίτευση να αντιπολιτευτεί κι από τους σοσιαλιστές να κάνουν νέες προτάσεις.

Με τον Λιονέλ Ζοσπέν (Lionel Jospin), από το 1997 μπορέσαμε να οδηγήσουμε την γαλλική οικονομία σε ανάκαμψη.

Η Γαλλία σήμερα εμφανίζει και πάλι τα ίδια συμπτώματα.

Θα έμοιαζε λοιπόν λογικό να αντιμετωπίσει κανείς τα συμπτώματα με τις ίδιες θεραπείες.

Κι όμως, η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική.

Γιατί;

Πρώτον: διότι η γαλλική οικονομία έχει πια πληγεί μέχρι το μεδούλι.

Πριν το 1997, η δεξιά είχε δολοφονήσει την εσωτερική ζήτηση.

Σήμερα, η κατανάλωση των νοικοκυριών είναι «απλά» στάσιμη -έστω κι αν η άνοδος των τιμών του πετρελαίου συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία.

Το καινούργιο -ούτως ειπείν- στοιχείο, είναι πως σήμερα έχει πληγεί και η προσφορά εκ μέρους των επιχειρήσεων.

Απόδειξη η κατάρρευση των εξαγωγών.

Το εμπορικό έλλειμμα, που ήταν πολύ πλεονασματικό μέχρι το 2002, είναι σήμερα ελλειμματικό μέχρι το 1992.

Η οικονομία μας δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί στην διεθνή ζήτηση.

Αποτέλεσμα: σε αντίθεση με το 1997, δεν θα μπορέσουμε πια να επικεντρώσουμε την πολιτική μας στην ανάκαμψη της κατανάλωσης.

Θα χρειαστεί επίσης να ενισχύσουμε την προσφορά, χάρη σε παραγωγικές επενδύσεις.

Δεύτερον: το 1997, περιμέναμε το ευρώ.

Η Ευρώπη, ήταν ένας παράγων εμπιστοσύνης.

Σήμερα η Ευρώπη έχει πρόβλημα.

Από μεγαλοστομίες στις επιπολαιότητες, η κυβέρνηση ακύρωσε την εμβρυώδη οικονομική συνεργασία, που είχαμε δημιουργήσει γύρω από την ευρωζώνη.

Αποτέλεσμα: η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική είναι σοβαρά ελλειμματική.

Η αποτυχία του ευρωσυντάγματος αποτελείωσε την εμπιστοσύνη στην Ευρώπη, που μένει να ξαναχτιστεί από την αρχή.

Τρίτον: το 1997 μιλούσαμε πολύ για «παγκοσμιοποίηση», είχαμε όμως δει λίγα από τα αποτελέσματά της.

Σήμερα, αρκεί να πάει κανείς μια βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο και να δει πόσα από τα προϊόντα έχουν κατασκευαστεί στην Κίνα ή αλλού.

Συνέπεια αυτού του γεγονότος, είναι η επάνοδος του κοινωνικού ζητήματος: σήμερα -και για πολύ καιρό ακόμα- ο κόσμος διαθέτει άφθονη φτηνή εργασία.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά: πιέσεις στους μισθούς, απολύσεις, μετακινήσεις επιχειρήσεων.

Συμπέρασμα;

Το 2007 δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα με τις συνταγές του 1997.

Έτσι, οι προτάσεις μου για το αύριο στρέφονται γύρω από έναν πυλώνα και τρεις πολιτικές.

Ο πυλώνας είναι η «αλληλέγγυα» ανάπτυξη.

Λέω σκόπιμα «ανάπτυξη», γιατί δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε μία μονοδιάστατα ποιοτική αντίληψη της προόδου.

Καθώς η κοινωνική ζωή δεν περιορίζεται στην οικονομία και μόνο, είναι απαραίτητο να εισαγάγουμε μη-αγοραίους στόχους: την εκπαίδευση, την υγεία...

«Αλληλέγγυα», διότι η αλληλεγγύη βρίσκεται στην καρδιά του γαλλικού και ευρωπαϊκού μοντέλου:

Αλληλεγγύη πρώτα μεταξύ μας, μέσω της αναδιανομής.

Αλληλεγγύη με τις επερχόμενες γενεές: με την βιώσιμη ανάπτυξη, την ανάγκη να παραδώσουμε στα παιδιά μας έναν καλύτερο κόσμο.

Αλληλεγγύη με τον υπόλοιπο πλανήτη: δεν είναι πια δυνατό να αναπτυσσόμαστε κατά μόνας, απομονωμένοι από έναν κόσμο που δυστυχεί -η τρομοκρατία, μεταξύ άλλων, μας το θυμίζει αυτό, με επώδυνο τρόπο.

Ο Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy) κάνει λάθος: δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε την κρίση αν εγκαταλείψουμε την αλληλεγγύη.

Οι Γάλλοι δεν είναι έτοιμοι να παραδοθούν στον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό.

Αυτό που θέλουν είναι να ανανεώσουν το ευρωπαϊκό μοντέλο.

Καταπολέμηση της ανεργίας

Η ανανέωση του μοντέλου μας περνάει πρώτα από την καταπολέμηση της ανεργίας, που πρέπει να παραμείνει ο πρώτος μας στόχος: η ανεργία συνιστά ένα σκάνδαλο· η εργασία βρίσκεται στον πυρήνα των αξιών μας.

Όπως το 1997, θα πρέπει να επιμείνουμε στον βολονταριστικό στόχο της πλήρους εργασίας.

Η μέθοδος όμως τώρα θα είναι διαφορετική.

Θα πρέπει πρώτα να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη αυτή καθ’ αυτή, παρά στη βελτίωση του περιεχομένου της, με καινοτόμες κανονιστικές ή χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Θα πρέπει στη συνέχεια να διατηρήσουμε την ισορροπία μεταξύ της διατήρησης των υπαρχουσών θέσεων εργασίας και της αύξησης των πιθανοτήτων για επάνοδο στην αγορά εργασίας.

Θα πρέπει στα σίγουρα να συνεχίσουμε να προστατεύουμε ορισμένες θέσεις εργασίας.

Το απέδειξε το πρόσφατο ξεσάλωμα της κινέζικης υφαντουργίας, μετά την άρση των περιορισμών στις εισαγωγές: δεν μπορούμε να αφήσουμε ανεξέλεγκτη την παγκοσμιοποίηση.

Γι’ αυτό πρότεινα ένα σχέδιο καταπολέμησης των μετακινήσεων των επιχειρήσεων: επιδοτήσεις του τόπου εγκατάστασης, για να αποφευχθεί το κλείσιμο των επιχειρήσεων, κρατική παρέμβαση μέχρι να ξανανοίξει μια επιχείρηση (που μερικοί ονόμασαν «πρόσκαιρη εθνικοποίηση»), φορολογικά μέτρα που θα διευκολύνουν να παραμείνει ο χώρος βιομηχανικός...

Δεν θα πρέπει όμως να λέμε ψέματα στους μισθωτούς: γνωρίζουν καλά πόσο αξίζουν οι επιπόλαιες υποσχέσεις.

Δεν είναι δυνατό να διατηρήσουμε όλες τις θέσεις εργασίας.

Αυτός είναι κι ο λόγος που το κράτος θα πρέπει να στηρίξει όσους χάνουν τη δουλειά τους.

Αυτό είναι το νόημα της πρότασης περί «εξασφάλισης της επαγγελματικής πορείας», που πρότεινε η «γαλλική δημοκρατική συνομοσπονδία εργασίας» (CFDT).

Μετάλλαξη της οικονομίας

Η δεύτερη πολιτική συνίσταται στην εκ βάθρων μετάλλαξη της δομής της οικονομίας μας.

Θα πρέπει να καταβάλουμε ουσιαστικές προσπάθειες και να παρέμβουμε σε μία σειρά στρατηγικών τομέων: στην έρευνα, την ανώτατη εκπαίδευση, την καινοτομία.

Εδώ και πέντε χρόνια φλυαρούμε περί της «οικονομίας της γνώσης» που αναπτύσσεται παντού εκτός από τον τόπο μας.

Η παγκόσμια κατάταξη των πανεπιστημίων που δημοσιεύουν κάθε χρόνο οι Κινέζοι, μας κατατάσσει σε αξιοθρήνητη θέση.

Η δαπάνη ανά φοιτητή βαλτώνει σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα.

Οι ελλείψεις των εργαστηρίων μας αποθαρρύνουν τους ερευνητές μας.

Αυτά δεν μπορώ να τα δεχτώ.

Επανίδρυση της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής

Η τρίτη πολιτική περνά από την επανίδρυση της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.

Θέλω να είμαι ξεκάθαρος στο σημείο αυτό: το πρώτο καιρό του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ο «αυτόματος πιλότος» της ευρωζώνης, το σύμφωνο σταθερότητας, παρουσίαζε και πλεονεκτήματα.

Σήμερα είναι εντελώς ακατάλληλος: σήμερα το ευρωπαϊκό αεροπλάνο χρειάζεται έναν πραγματικό πιλότο, να δημιουργήσουμε, επιτέλους, μια πραγματική «οικονομική κυβέρνηση» για την ευρωζώνη, που θα αναλάβει τον συντονισμό της οικονομικής διαχείρισης και των αλλαγών.

Αυτή η «οικονομική κυβέρνηση» θα πρέπει να συνδιαλέγεται με τον άλλο πρωταγωνιστή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, που ρόλος της δεν είναι να δίνει μαθήματα στις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες, αλλά να αναλάβει τις ευθύνες της για την κινητοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Αυτές οι πολιτικές έχουν στόχο να δημιουργήσουν έναν αγαθό κύκλο μεταξύ ανάπτυξης και αλληλεγγύης.

Να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη με την υπεραξία που θα δημιουργούν.

Στην αρχή όμως, θα πρέπει να βάλουμε μπρος το μηχανισμό.

Κι αυτό είναι κάτι που θα κοστίσει.

Αν θέλουμε να πείσουμε τους Γάλλους, θα πρέπει να τους πούμε την αλήθεια για τους πόρους που θα χρειαστούμε.

Υπάρχουν μερικά πράγματα που θεωρώ αναγκαία, όπως να δώσουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα στο δανεισμό.

Δεν πρόκειται όμως να ξεφύγουμε από την αλλαγή στη φορολογία, που σήμερα πιέζει υπερβολικά τους μισθωτούς.

Υπάρχουν πολλές σχετικές προτάσεις στο τραπέζι: η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού φόρου στις επιχειρήσεις, η εξισορρόπηση της φορολογίας της εργασίας και εκείνης της υπεραξίας, αλλά κι η χρήση του ΦΠΑ ως εργαλείου για την προστασία των πολιτών από πράγματα επιζήμια στην υγεία (όπως τα σκουπιδοφαγητά) ή την απασχόληση (όπως οι μετακινήσεις των επιχειρήσεων).

Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν προς όφελος ενός στόχου: της αλληλέγγυας ανάπτυξης.

Αυτή μπορεί να μας προσανατολίσει σε μία πολιτική εναλλαγής για τη Γαλλία του 2007, ξαναδίνοντας την ελπίδα στους Γάλλους που σήμερα, 100 μέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, αναζητούν νέες προοπτικές.

----

O Dominique Strauss-Kahn είναι πρώην υπουργός οικονομίας της Γαλλίας

Από το www.ppol.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι