Περί ξενιτιάς

Κώστας Γεωργουσόπουλος, Τα Νέα, 07/11/2015

Ας ξεκινήσω μ’ ένα κείμενο: «Ο θεός που προστατεύει τους πρόσφυγες ας ρίξει ένα βλέμμα ευσπλαχνίας στην καραβιά των γυναικών που ξεκίνησαν από τις αμμουδιές των εκβολών του Νείλου. Αφήσαμε πίσω μας την άγια χώρα μας που συνορεύει με τη Συρία και μπήκαμε στον δρόμο της προσφυγιάς, ενώ δεν μας βαραίνει καμιά δημόσια καταδίκη για φόνο που επισύρει την εξορία, αλλά γιατί αυτοεξοριστήκαμε εξαιτίας της ασεβούς απαιτήσεως των συγγενών μας Αιγυπτίων να συναινέσουμε σε γάμο αιμομικτικό».

Τo κείμενο θα μπορούσε να είναι γραπτή επανάληψη από όσα ακούμε κάθε μέρα από μια γυναίκα ή γυναίκες από τις εκατοντάδες που ξεβράζονται στις ακτές μας. Κι όμως είναι πεζή ακριβής μετάφραση των πρώτων στίχων της τραγωδίας «Ικέτιδες» (πρόσφυγες) του Αισχύλου. Για πολλούς φιλολόγους έως πριν από λίγα χρόνια (μεταξύ τους και ο φιλόλογος - μεταφραστής Ιωάννης Γρυπάρης που την τύπωσε πρώτος στα άπαντα του Αισχύλου που μετέφρασε) ήταν η αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Δηλαδή το πρώτο θεατρικό έργο παγκοσμίως! Σήμερα εσωτερικά τεκμήρια την κατατάσσουν δεύτερη ή τρίτη μετά τους «Επτά επί Θήβας» του μεγάλου ελευσίνιου τραγικού. Πάντως, είναι έργο πριν από το 465 π.Χ.

Τι συνέβη εκείνα τα χρόνια και ο μεγάλος ποιητής, αντλώντας από τον μύθο τον κοινόχρηστο, προβάλλει στον αθηναϊκό δήμο τα προβλήματα της προσφυγιάς; Ο,τι ακριβώς συνέβη και το 1922 στην ίδια περιοχή του γεωπολιτικού μας χώρου! Και δεν έλειψαν ούτε οι ποιητές ούτε οι πεζογράφοι μας ούτε οι κινηματογραφιστές μας από το ηθικό καθήκον να καταγράψουν, να θρηνήσουν, να εμβαθύνουν, να ελεεινολογήσουν συνθήκες και αιτίες της καταστροφής που έφερε τη νέα προσφυγιά.

Ο Αισχύλος δεν άντλησε απλώς για λόγους θεματογραφίας από τον κοινόχρηστο μύθο των Δαναΐδων. Μετά τους Περσικούς Πολέμους αλλά και πριν από αυτούς, στην Ιωνία και στα ενδότερα της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Τα καταγράφει συνταρακτικά ο Ηρόδοτος όλα τα τραγικά γεγονότα. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το γεγονός πως η τραγωδία του Φρυνίχου («Μιλήτου άλωσις») χάθηκε, έμεινε ο απόηχός της εντελώς πολιτικός. Ως γνωστόν, ο αθηναϊκός στόλος είχε προστρέξει σε βοήθεια των συγγενών φυλετικά Μιλησίων, όταν η μέγιστη μικρασιατική πόλη πολιορκούνταν από τους Πέρσες. Αλλά επειδή η πολιορκία διαρκούσε, οι Αθηναίοι μετεκάλεσαν τον στόλο στην πόλη. Και όταν η Μίλητος αλώθηκε από τα περσικά στρατεύματα και έφτασε ο θρήνος των Ελλήνων της αποικίας στο άστυ, η πόλις «έπεσε σε δάκρυα». Τότε ο Φρύνιχος, καταφανώς πρώτος πολιτικός ποιητής του θεάτρου, έγραψε την τραγωδία του αντλώντας πολύ πριν από τους «Πέρσες» του Αισχύλου την υπόθεση όχι από τον μύθο, αλλά από την ιστορική επικαιρότητα. Και επειδή το θέατρο (δηλαδή οι αθηναίοι θεατές) έβαλαν τα κλάματα από τύψεις για την εγκατάλειψη των ομογενών της πλούσιας παροικίας, οι ερίφηδες πολιτικοί της εποχής άσκησαν το πάντα πρόσφορο στις εκάστοτε εξουσίες προνόμιο της λογοκρισίας. Απαγόρευσαν την παράσταση. Πρώτη λογοκρισία στο θέατρο παγκοσμίως!

(Σκέφτομαι πως τώρα στην οδό Φρυνίχου της Αθήνας εδρεύει το Θέατρο Τέχνης του Κουν, ενός έλληνα μικρασιάτη που έφτασε πρόσφυγας στην Αθήνα!).

Η λογοτεχνία μας μιμήθηκε κατά τις δυνάμεις της το παράδειγμα του Φρυνίχου και του Αισχύλου. Διότι ο Αισχύλος γράφει τις «Ικέτιδες» όταν η Αττική έχει πλέον κατακλυσθεί από πρόσφυγες της Ιωνίας που ξαναγύριζαν από τις πρώτες χαμένες πατρίδες! Διότι όσοι είχαν τα οικονομικά μέσα (όπως τώρα οι σύροι πρόσφυγες που διασώζουν κάτι από τα τιμαλφή τους για να εξασφαλίσουν κάποιες ανεκτές συνθήκες στην προσφυγιά τους) ή συγγενείς στην Αττική και κυρίως στην Αθήνα γύρισαν. Ανάμεσά τους ο Ηρόδοτος και ο φιλόσοφος Αναξαγόρας. Αυτός ο τελευταίος συγγενής της Μιλήσιας Ασπασίας (εταίρας και συντρόφου του Περικλέους) μαζί με τους προερχόμενους από άλλες αποικίες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας φιλοσόφους (Παρμενίδης - Ζήνων) μπόλιασαν με το φιλοσοφείν την άνυδρη έως τότε φιλοσοφικά Αθήνα. Ακόμη και οι περισσότεροι σοφιστές παρεπίδημοι ήταν στο άστυ.

Με τη νέα προσφυγιά του ’22 από την Ιωνία, πρόσφυγες έμμεσα ή άμεσα έφτασαν και πρόσθεσαν το ταλέντο τους στην κυρίως Ελλάδα. Ο Σεφέρης, ο Βενέζης, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Κόντογλου, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μήτσος Μυράτ, η Κυβέλη, ο Σεφεριάδης, ο Συκουτρής, ο Πέλος Κατσέλης, ο μέγας μαθηματικός Καραθεοδωρής, ο Καλομοίρης και άλλοι εκατοντάδες πεζογράφοι, ποιητές, εικαστικοί, ιστορικοί, θετικοί επιστήμονες, αρχιτέκτονες.

Αν μάλιστα αναφερθώ και στους γεννημένους στην πατρίδα Ελλάδα απογόνους προσφύγων, ο κατάλογος θα ήταν ανεξάντλητος. Ας αναφέρω μόνο ενδεικτικά τον Ψαθά, τον Χρήστο Σαμουηλίδη και τον Γιώργο Μιχαηλίδη που το έργο τους είναι απομνημείωση της τραγωδίας της προσφυγιάς.

Ο Ψαθάς και ο Σαμουηλίδης μάς χάρισαν ως δώρο και ενοχή τις ποντιακές τραγωδίες και ο Γιώργος Μιχαηλίδης στις τριλογίες του κατέγραψε με μεγαλειώδη επικό τρόπο κτηνωδίες, βιασμούς, ομαδικές εκτελέσεις στο μέτωπο και στα μετόπισθεν των τουρκικών ορδών.

Η Διδώ Σωτηρίου στο μεγαλειώδες χρονικό της «Ματωμένα χώματα», ο Βενέζης στο «Νούμερο», ο Στρατής Δούκας στο «Ημερολόγιο ενός στρατιώτη», ο Πολίτης στο αριστουργηματικό «Στου Χατζηφράγκου», ο Φώτης Κόντογλου με τις καταθέσεις ψυχής για την πατρίδα του, το Αϊβαλί. Θα μείνω σε έναν στίχο του Σεφέρη που μετράει για χίλιους. Είναι στην Κύπρο και επισκέπτεται το μοναστήρι Κύκκου και στην αυλή με το πηγάδι ένας καλόγερος με το μάγκανο ανεβάζει με την τριχιά τον κουβά με το νερό: το μάγκανο, ξύλινο και γερασμένο, τρίζει και ο ποιητής ακούγοντάς το κραυγάζει μέσα του «αυτό το τρίξιμο ποιος το ’πε φωνή πατρίδας». Το τρίξιμο από το μαγκανοπήγαδο τον πήγε στην αυλή του εξοχικού του σπιτιού των Σεφεριάδηδων στη Σκάλα της Σμύρνης.

Ο πρόσφυγας, ο εξόριστος, ο μετανάστης, ο ξένος εν γένει κουβαλάει τέτοιες ριζιμιές μνήμες, εγκαυστικές, που πονάνε τα κόκαλα και τα μυαλά. Κυρίως οι μνήμες είναι γεύσεις, μυρουδιές, αγγίγματα, ηχηρά γέλια στο πανηγύρι, στον γάμο, θρήνοι στο ξόδι, κλάμα βρεφών στην κούνια, επιθανάτιοι ρόγχοι παππούδων και γιαγιάδων, κάτι σημαδιακά πεφταστέρια τις νύχτες του κλήδονα, το χλιμίντρισμα του αλόγου στο παχνί και το σύρσιμο του οικουρού όφεως στο ταβάνι.

Με αυτά συντηρείται η μνήμη του πρόσφυγα, του εξόριστου, του μετανάστη αλλά και του φυλακισμένου (κι αυτό μια εξορία είναι). Δικαίως ο πολύ σημαντικός (και γι’ αυτό τόσο ξεχασμένος!) Κρητικός Γιάννης Αποστολάκης διέκρινε δύο κατηγοριών λογοτέχνες, τους ποιητές της ΜΝΗΜΗΣ και τους ποιητές της ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗΣ. Στους πρώτους έβαζε τον Σολωμό και στους δεύτερους, αδικώντας τους πιστεύω, τον Κάλβο και τον Παλαμά!

Οι ποιητές της προσφυγιάς, πιστεύω όλοι, πάντως ήταν συγγραφείς και εξομολόγοι της καυτής μνήμης.

Αν θα έπρεπε κάπως να βρούμε το μυστικό κλειδί που ξεκλειδώνει τη μνήμη ξεπερνώντας τη «ρητορεία» της ανάμνησης, την αναπόληση της θύμησης και τη συνταγή της απομνημόνευσης, θα τολμούσα να φέρω στη συζήτηση δύο ξένες «ανατολικές» πολιτογραφημένες λέξεις της καθημερινής μας ομιλίας: κέφι και μεράκι. Και άλλες δύο: άχτι και σεβντάς.

Οπως υπάρχουν πρόσφυγες και εξόριστοι άνθρωποι, υπάρχουν και πρόσφυγες και εξόριστες λέξεις.

Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα έξοχο θεατρικό ντοκουμέντο που δημιούργησε ο Βασίλης Βασιλικός με τη «Δίκη των έξι» και σκηνοθέτησε ο Γιώργος Μιχαηλίδης και βέβαια στο αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου στο σινεμά που βασίστηκε στο «Νούμερο» του Βενέζη.

Σκοπός μου δεν είναι να εξαντλήσω τους έλληνες δημιουργούς που μίλησαν για το δράμα και το τραύμα της προσφυγιάς.

Αλλά, να, μέρες που είναι και που περνάμε, καλό είναι να θυμόμαστε πως είμαστε αρχαιόθεν λαός προσφύγων, εξορίστων και μεταναστών και τα δημοτικά και λαϊκά τραγούδια της ξενιτιάς είναι πολυαριθμότερα και από τα μοιρολόγια και τα τραγούδια της αγάπης

Θέμα επικαιρότητας:
Μεταναστευτικό

Σύνολο: 51 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι