Η αλήθεια του έθνους και το έθνος της αλήθειας

Βασίλης Μάστορης, www.badiera.gr, 27/03/2016

Στις 19 Ιουνίου 1874 ο δεκαεννιάχρονος Άγγλος στρατιώτης Ουίλιαμ Μίλς ακούμπησε το τουφέκι του και το σπαθί του σε μια πέτρα, έβγαλε τη στολή του και έπεσε στα νερά του Ιονίου, στην Κέρκυρα, να δροσιστεί. Δέχθηκε φονική επίθεση από ένα καρχαριοειδές, το οποίο τον κατασπάραξε. Δύο χρόνια αργότερα ο Διονύσιος Σολωμός ολοκληρώνει το ποίημα «Ο Πόρφυρας», ο Καρχαρίας δηλ. στην κερκυραϊκή διάλεκτο. Όπως μας πληροφορεί ο φίλος του, πρώτος βιογράφος και επιμελητής του ανέκδοτου έργου του Σολωμού, Ιάκωβος Πολυλάς, στα «Προλεγόμενα» της πρώτης έκδοσης του έργου του Σολωμού: «Προς έναν φίλο του, ο οποίος του επαρατήρησε ότι το έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό, απάντησε ευθύς: Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές». Και πρόσθεσε ο Πολυλάς, δείχνοντας ότι ο Σολωμός είχε πλήρη επίγνωση των λεγομένων του: «Όμως εις άλλην παρατήρησιν, ότι ήθελ’ είναι καλό να ευχαριστηθεί και η φιλοτιμία του έθνους, έστερξε, και είπε ότι ήθελε τυπώσει συγχρόνως και ένα μέρος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων.»[1]

Θα μπορούσε ίσως να παρατηρήσει κανείς ότι για δεύτερη ή και για τρίτη φορά, από την ίδια πάλι θέση, αντί μιας αναφοράς στα γεγονότα της επανάστασης που οδήγησε στην απελευθέρωση του έθνους, επιλέγω να αναφερθώ στον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Η απάντησή μου σε αυτή την παρατήρηση είναι η ίδια με την αιτιολόγηση που επικαλέσθηκα και την πρώτη φορά. Τα ιστορικά περιστατικά είναι απλά συμβάντα. Το νόημά τους όμως, που είναι νόημα κοσμογονικό, δεν μπορεί να αναζητηθεί αυτοτελώς στα ίδια τα ιστορικά περιστατικά. Ούτε τα ίδια τα περιστα-τικά, από μόνα τους, αρθρώνουν ή αποκαλύπτουν το πραγματικό τους περιεχόμενο. Αυτά τα ιστορικά περιστατικά οδήγησαν στην ελευθερία του έθνους. Το πραγματικό όμως πρόβλημα, που γίνεται όλο και επιτακτικότερο όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από αυτά, όσο μεταβαίνουμε σε έναν κόσμο πολυπλοκότερο και συνθετότερο, είναι ποιο είναι το περιεχόμενο, το νόημα τόσο της ελευθερίας μας, όσο και το νόημα αυ-τού που ονομάζουμε ελληνικό έθνος. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα κυοφορείται, σε μορφή αποσπασματική και διάσπαρτη, μέσα στο έργο του εθνικού ποιητή. Καθή-κον μας και οδηγός μας για το μέλλον, αλλά και για τα δύσκολα χρόνια που ζούμε, είναι να αρθρώσουμε σε λόγο νοηματικό το περιεχόμενο της εθνικής μας ποίησης. Καθήκον μας είναι να αναζητήσουμε τι είναι αυτό που κάνει το Σολωμό, τον εθνικό μας ποιητή, εθνικό.

Ας επανέλθουμε λοιπόν στην απορία του φίλου του Σολωμού, που διέσωσε για χάρη μας ο Πολυλάς. Τι ακριβώς τον ρώτησε; Που έγκειται η απορία του; Ο Σολωμός λοιπόν ,ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων συνέταξε ένα ποίημα με τίτλο «Ο Πόρφυρας», στο οποίο περιέγραψε την κατασπάραξη ενός νεαρού Άγγλου στρατιώτη από έναν πόρφυρα, έναν καρχαρία, στις ακτές της Κέρκυρας. Η απορία του φίλου του Σολωμού ήταν: τι δουλειά είχε ένας άνθρωπος, ένας ποιητής, ο οποίος αποκρυπτογραφούσε το νόημα της ελληνικής εθνότητας με το θάνατο ενός νεαρού Άγγλου στρατιώτη, μέλους ουσιαστικά του αγγλικού στρατού κατοχής των Επτανήσων. Και η απάντηση του εθνικού ποιητή σε αυτή την απορία είναι ακόμα πιο παράδοξη από τη, φυσιολογική κατά τα’ άλλα, απορία του φίλου του. «Το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ό,τι είναι αληθές».

Μέσα σε αυτή τη φράση του Σολωμού αναδύονται και αναδεικνύονται δύο κομβικές και κρίσιμες έννοιες της ευρωπαϊκής εμπειρίας και ιστορίας. Η έννοια του έθνους και η έννοια της αλήθειας. Και όχι μόνο αναδύονται αλλά και συνδέονται κατηγορικά μεταξύ τους σε μια σχέση που αποτελεί στην ουσία αντιστροφή της τρέχουσας αντίληψης του είδους των σχέσεων που τις συνδέει, τις έννοιες δηλ. του έθνους και της αλήθειας. Η τρέχουσα και συνήθως αυτονόητη ερμηνεία της φράσης αυτής του Σολωμού την εκλαμβάνει ως μια θεμελιακή έννοια του σύγχρονου ευρωπαϊκού εθνικισμού. Αληθές είναι το εθνικό. Και αν αυτή η κατηγοριακή συσχέτιση δεν είναι επαρκώς σαφής, ας την κάνουμε ακόμα πιο ξεκάθαρη. Αληθές είναι ό,τι συμφέρει το έθνος. Η απάντηση όμως του Σολωμού συνίσταται στην κατηγορική αντιστροφή των όρων αυτής της σύζευξης. Ο Σολωμός λέει: Εθνικό είναι το Αληθές. Και με τους ίδιους όρους, Εθνικό είναι ό,τι συμφέρει την Αλήθεια.

Το Έθνος και ο εθνικισμός δεν εξαντλούνται απλά στη φιλοπατρία. Αποτελούν σύνθετες πολιτικές έννοιες με πολύ συγκεκριμένες καταβολές και ο χειρισμός τους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Όπως υποστηρίζει ο αγγλο – ιρακινός καθηγητής του London School of Economics, Elie Kedurie, Ο εθνικισμός εμφανίζεται στους νεότερους χρόνους, όταν καταρρέουν τα κοινωνικά πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνιών. Αυτά ακριβώς τα κοινωνικά πλαίσια κατέρρευσαν στην εποχή μας και στη γειτονιά μας, στα Βαλκάνια, στη Γιουγκοσλαβία, επαναφέροντας στο προσκήνιο, με ιδιαίτερη βιαιότητα, ένα ιστορικό φαινόμενο, το οποίο θεωρούσαμε προϊόν του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, τότε που δημιουργήθηκαν, ή μάλλον ολοκληρώθηκε η διαδικασία διαμόρφωσης των βαλκανικών, αλλά και των εν γένει εθνικών κρατών.

Με αφορμή τη βίαιη εκδήλωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια, στη Γιουγκοσλαβία, ο επίσης Άγγλος συγγραφέας Ernest Gellner εκδίδει το βιβλίο «Έθνη και Εθνικισμός», στο οποίο, σκόπιμα συγχέοντας αίτια και αφορμές, αναφέρεται στην ελληνική επανάσταση με λόγια διόλου κολακευτικά: Το φίδι του εθνικισμού, υποστηρίζει, βγήκε στον κήπο με την ελληνική επανάσταση, με την εξέγερση των Ελλήνων ληστών το 1821 και έκτοτε κυκλοφορεί ελεύθερα. Απόψεις επικίνδυνες και, από πολλές απόψεις, στρεβλές. Νομίζω ότι αρκεί να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό μερικά ιστορικά περιστατικά. Ο σχεδιασμός της ελληνικής επανάστασης από το Ρήγα Φεραίο δεν αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός αμιγώς ελληνικού εθνικού κράτους αλλά στην απελευθέρωση όλων των βαλκανικών λαών από ένα καθεστώς τυραννικό και οπισθοδρομικό. Απόδειξη του ότι η ελληνική επανάσταση δεν είχε στενά εθνικό χαρακτήρα είναι νομίζω το γεγονός ότι ξεκίνησε από το Ιάσιο της Ρουμανίας. Οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί δεν ακολούθησαν – δικαίωμά τους νομίζω – γιατί ήδη η εθνικιστική ιδεολογία είχε διαποτίσει και τα Βαλκάνια. Και αν στη συνέχεια προβλήθηκε ο εθνικός της χαρακτήρας, αυτό έγινε για λόγους τακτικής. Η Παλινόρθωση των μοναρχιών της Ευρώπης, μετά τη λαίλαπα των στρατιών του Ναπολέοντα, μπορούσε να ανεχτεί μόνο μια εθνική επανάσταση, την ελληνική, και να της επιτρέψει να προχωρήσει, έστω και με πολλούς ενδοιασμούς. Οι άλλες επαναστάσεις, στην Ιταλία και την Ισπανία, χαρακτηρίστηκαν κοινωνικοανατρεπτικές και καταπνίγηκαν από δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας.

Ο Gellner λοιπόν, ούτε λίγο ούτε πολύ, υπαινίσσεται ότι ο εθνικισμός αποτελεί προϊόν της ελληνικής επανάστασης. Ο Elie Kedurie όμως υποστηρίζει ότι οι ρίζες του εθνικισμού πρέπει να αναζητηθούν στη διάλυση την οποία προκάλεσε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες η ανάδυση του εγώ, του καρτεσιανού και καντιανού ego, το οποίο, σε επόμενη φάση, μετά τον Kant, τον ανατροπέα της ελληνικής αντίληψης για τον κόσμο, βρέθηκε κατακερματισμένο, ανεδαφικό και απομονωμένο στα νύχια του επελαύνοντος νεότερου κόσμου και της ιστορίας. Για να διασώσει την ατομική ελευθερία του εγώ, ο επίγονος του Kant, o Fichte, υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπος να διασωθεί η ατομική ελευθερία του εγώ, ήταν η ολοκληρωτική του υποταγή στην εθνική κοινότητα. Το εγώ μπορεί να υπάρξει μόνο εντός του έθνους και διά του έθνους. Η πηγή λοιπόν του εθνικισμού είναι γερμανική και όχι ελληνική, όπως υπαινισσόταν ο Gellner. Σε αυτό το συλλογισμό εννοείται ότι το έθνος, η εθνότητα ως υπέρτατη πηγή και θεμέλιο της ατομικής ελευθερίας, καθίσταται και πηγή της αλήθειας. Αληθές είναι πλέον ό,τι συμφέρει το Έθνος. Αυτή είναι η θεμελιακή πρόταση του εθνικισμού. Εννοείται επίσης ότι η αλήθεια, αυτό δηλ. που ισχύει για όλους τους ανθρώπους, διαλύεται και σχετικοποιείται μέσα στην ανάγκη ισχύος της εκάστοτε εθνικής κυριαρχίας.

Αυτήν ακριβώς την αρχή της εθνικής αλήθειας ανατρέπει η διατύπωση του Σολωμού. Για το Σολωμό, για την ελληνική εμπειρία του κόσμου, την οποία ο Σολωμός αναλαμβάνει να εκφράσει, η αλήθεια προηγείται της διάλυσης και της σχετικοποίησής της εντός του εθνικού συμφέροντος. Με αυτή του όμως την κίνηση ο Σολωμός ξαναπιάνει την αρχέγονη, την ελληνική σημασία της αλήθειας, αυτού που η δυτική μεσαιωνική σκέψη ονόμασε universalia, αυτού που κατέστησε την ελληνική σκέψη οικοδόμο της ανθρώπινης νοημοσύνης. Η ελληνική σκέψη εξαρχής στράφηκε και στοχάστηκε το καθολικό, αυτό που έχει ισχύ για τον άνθρωπο εν γένει, και όχι ειδικά για τον Έλληνα. Και αυτός υπήρξε ο λόγος της παγκόσμιας κυριαρχίας της, μιας κυριαρχίας που, στη Δύση, εκλαμβάνεται συχνά ως τυραννία , στο βαθμό που στέκει ακριβώς εμπόδιο στην επικράτηση της εθνικής αλήθειας, της αλήθειας που συμφέρει εκάστοτε το έθνος. Είναι γνωστός ο συλλογισμός του Αριστοτέλη, ο οποίος διδάσκεται ως θεμελιώδης κανόνας της λογικής σε όλα τα σχολεία και τα πανεπιστήμια της ανθρωπότητας: «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος. Άρα ο Σωκράτης είναι θνητός». Φανταστείτε το πλήγμα για την ανθρώπινη λογικότητα αν ο Αριστοτέλης, υποκύπτοντας στο εθνικό πρόταγμα τον είχε διατυπώσει ως εξής: «Όλοι οι Έλληνες είναι θνητοί. Ο Σωκράτης είναι Έλληνας. Άρα ο Σωκράτης είναι θνητός». Η αποδεικτική ισχύς του συλλογισμού αυτόματα θα κατέρρεε και ο κόσμος μας θα έμενε χωρίς το βασικό μέχρι σήμερα και μοναδικό εργαλείο προσανατολισμού εντός του κόσμου. Οι κανόνες της σκέψης θα απέρρεαν από το εκάστοτε εθνικό μόρφωμα και θα είχαν ισχύ μόνο για τους υπηκόους του.

Η παραδοξότητα του σολωμικού ισχυρισμού όμως παραμένει. Ποια τιμή αληθείας μπορεί να έχει για το έθνος ο θάνατος ενός νεαρού Άγγλου στρατιώτη στα νερά της Κέρκυρας; Γιατί να μην ξεχνάμε ότι η δήλωση αυτή του Σολωμού περί προτεραιότητας της αλήθειας έναντι του έθνους έγινε με αφορμή το ποίημα του «Πόρφυρα», στο οποίο περιγράφει ο ποιητής το θάνατο του Άγγλου στρατιώτη. Το γεγονός μάλιστα ότι η άποψη αυτή διατυπώθηκε με αφορμή αυτό το ποίημα, το καθιστά παραχρήμα ποίημα εθνικό.

Πριν από δύο νομίζω χρόνια είχα υποστηρίξει ότι μέσα από το σύμβολο της μεταμόρφωσης του σκουληκιού σε πεταλούδα, ο Σολωμός, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», έβλεπε – και αυτό το «έβλεπε» το θέτω υπό την απόλυτη, την οραματική διάσταση του όρου – την ελληνική επανάσταση όχι απλά ως επανεκκίνηση του ελληνισμού αλλά και ως επανάληψη της ταυτότητας του ελληνισμού. Η διάκριση είναι λεπτή. Για τη σολωμική ποιητική ο ελληνισμός δεν επανεκκινεί από το σημείο που σταμάτησε αλλά επαναφέρει την ταυτότητα της ουσίας του από την αρχή. Και είναι ακριβώς το ποίημα «Ο Πόρφυρας» που, εισάγοντας το στοιχείο του ξένου ως στοιχείου της ελληνικής ταυτότητας, διευρύνει, ξεκλειδώνει και εξαντλεί την έννοια του έθνους και, είτε την διαλύει, είτε της αποδίδει εντελώς καινούριες σημασίες.

Το πρώτο στοιχείο μετατόπισης του νοήματος του ελληνισμού που έχουμε εντοπίσει συνίσταται στην απορρόφηση, στην αποδοχή του ξένου ως στοιχείου της επανεμφάνισης της εθνικής εμπειρίας, μια αποδοχή την οποία, ο ίδιος ο Σολωμός ωθεί σε τέτοιο σημείο που ανατρέπονται οι όροι υπό τους οποίους η ευρωπαϊκή εμπειρία οργάνωνε το νεοτερικό απομονωτικό εθνικιστικό υπόδειγμα. Η αποδοχή όμως του ξένου ως στοιχείου εθνικής εμπειρίας δεν αποτελεί παρά μια ανεξάρτητη μεταβλητή, ένα συμβεβηκός, όπως θα το έθετε ο Αριστοτέλης, της ανακαίνισης της ελληνικής εμπειρίας του κόσμου. Η ουσία ακόμα μας διαφεύγει. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ελληνισμός διαμορφώνει μια νέα εμπειρία του κόσμου, μόνο και μόνο επειδή αποδέχεται και υποδέχεται το ξένο ως στοιχείο της δικής του εμπειρίας. Η επίκληση της ετερότητας δεν μπορεί από μόνη της να αποκαλύψει την ταυτότητα.

Μετά τον «Πόρφυρα», μετά δηλαδή το 1849, ή και από το 1847, όταν ξεκινά η επεξεργασία του «Πόρφυρα», ο ποιητής συνεχίζει το ποιητικό του έργο, στα Ιταλικά όμως. Ίσως τα τελευταία αυτά πριν το θάνατό του σχεδιάσματα ο ποιητής να σκόπευε ο ίδιος να τα μεταγράψει στα ελληνικά. Ούτως ή άλλως πρόκειται για σημειώσεις και σπαράγματα έργων παρά για ολοκληρωμένα ποήματα. Σε ένα από αυτά τα ιταλικά σχεδιάσματα, με τον τίτλο Il prisoniero, ο Φυλακισμένος, ποίημα αποσπασματικά επεξεργασμένο, όπως άλλωστε τα περισσότερα του Σολωμού, ο ποιητής δείχνει να βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλη του απόπειρα στην πορεία ανακάλυψης του ελληνισμού που επανακάμπτει.

Το θέμα του δεύτερου μέρους του σχεδιάσματος, μετά την εισαγωγή, φέρει το χαρακτηριστικό τίτλο «La cosa d’Adamo», «το θέμα του Αδάμ» σε ελληνική μετάφραση. Ο συμβολισμός του φυλακισμένου είναι προφανής. Φυλακισμένος είναι ο ελληνισμός. Ο ελληνισμός που, κατά τη μετάφραση της Ελένης Τσαντσάνογλου, της εκδότριας του κειμένου, βγαίνοντας από τη φυλακή της ιστορίας, λέει: «Φοβόμουν τους ανθρώπους· μου φαινόταν ότι όλοι με περιφρονούσαν (στα ιταλικά disprezzassero tutti). Ο κόσμος γύρω από το φυλακισμένο συνεχίζει την πορεία του, με τη διαφορά ότι στον φυλακισμένο ο κόσμος αυτός φαίνεται να έχει απωλέσει τη σταθερότητά του. Στα ελληνικά ανάμεσα στο ιταλικό σχεδίασμα: «εσειόνταν δρόμοι, χτίρια και οι δρόμοι εκυματίζαν». Η αίσθηση που απομένει στον αναγνώστη είναι ότι η αστάθεια του υπαρκτού κόσμου οφείλεται στις περιορισμένες από την πολύχρονη φυλάκιση αντιληπτικές δυνάμεις του φυλακισμένου. Αισθάνεται την ανάγκη να βγει στην εξοχή, στο πεδίο της πρωτόγονης αγριότητας. Εκεί «το μεσημεριανό φως έπεφτε σα χείμαρος βροχής πάνω στη φύση». (Στα ιταλικά: «la luce meridiana pioveva a torrenti sulla natura”.) Εκεί στην εξοχή, μέσα στην καταιγίδα του νεογέννητου φωτός, η εμπειρία του φυλακισμένου τροποποιείται ριζικά. Μπροστά του πια δεν ανοίγεται τρικυμισμένος και ασταθής ο υπαρκτός κόσμος αλλά η απαρχή της δημιουργίας, μια απαρχή, την ποιητική και κοσμογονική εμπειρία της οποίας ο Σολωμός επιχειρεί έντεκα φορές διαδοχικά να προσδιορίσει. Επιλέγω ένα συνδυασμό των αποσπασμάτων Γ11 και Γ3. «Γλυκιά ζωή που το πουλί, μισοπλασμένο ακόμα, εκτύπα το ζεστό φτερό να λάβει τη μορφή του.» Δεν πρόκειται για διαδικασία η πράξη γέννησης ενός πουλιού, αλλά για το πλάσιμο του πουλιού, για την πρώτη πράξη της δημιουργίας. Ο Σολωμός δεν μας λέει ποιος πλάθει το πουλί, αλλά το παρουσιάζει μέσα στην καταιγίδα του αρχέγονου φωτός να χτυπά το ένα φτερό που έχει δημιουργηθεί βιαστικά για να ολοκληρώσει τη δημιουργία του. Ο κόσμος υπάρχει, αν και πάλλεται και τραντάζεται μέσα στην αστάθεια. Και μέσα σε αυτή την αστάθεια και την αντάρα του κόσμου της ιστορίας, ο φυλακισμένος δεν γίνεται τόσο μάρτυρας αλλά μάλλον αίτιο της επανέναρξης της δημιουργίας του κόσμου από την αρχή. Η απελευθέρωση του ελληνισμού, η αποφυλάκισή του εντός του κόσμου της ιστορίας παράγει ή προάγει στην καταιγίδα του αρχέγονου φωτός την επανέναρξη της ιστορίας. Μέσα από την αναγέννηση του ελληνισμού αναγεννάται και ο κόσμος. Και αυτή η ανακαινιστική εμπειρία του κόσμου δεν περιστέλλεται σε ελληνική αλλά εκτείνεται σε καθολική εμπειρία του ανθρώπινου είδους. Ανακαινιζόμενος ο ελληνισμός φέρει μαζί του την ανακαίνιση του κοινού κόσμου. Τον αναβαπτίζει στην αρχαία εμπειρία του καθολικού.

Έχω υποστηρίξει παλιότερα ότι ο μεγάλος λογοτέχνης δεν έχει πραγματική επίγνωση του μεγαλείου και των ερμηνευτικών δυνατοτήτων του έργου του. Αυτό όμως δεν ισχύει για το Σολωμό. Ο τιτάνιος ποιητικός του αγώνας ήταν παράλληλα ένας αγώνας κατάκτησης του νοήματος, Συνήθως η ανάλυση ενός μεγάλου ποιητικού έργου ανακαλύπτει δομές σκέψης κρυμμένες από το συγγραφέα, λανθάνουσες διαστάσεις, τις οποίες δεν είχε καν υποψιαστεί. Αυτό δεν ισχύει για το Σολωμό. Ο Σολωμός είχε πλήρη επίγνωση ότι απέναντι στην αλήθεια του ευρωπαϊκού έθνους άνθιζε το έθνος της αλήθειας του απελευθερωμένου Έλληνα ως φορέα της προτεραιότητας της αλήθειας έναντι του έθνους. Μια μικρή σημείωση στα ιταλικά δείχνει το βαθμό της επίγνωσης στην οποία είχε φθάσει ο εθνικός ποιητής, με το νόημα του έθνους πλήρως διαφοροποιημένο πλέον σε σχέση με την τρέχουσα αντίληψη. Ούτως ή άλλως η χρήση του όρου έθνος στους αρχαίους ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Όμηρος μιλά για το έθνος των νεκρών και ο Μόσχος για το έθνος των ονείρων (Ευρώπη 5). Γράφει λοιπόν στη σημείωσή του ο Σολωμός: «Guarda se è naturale che questa +frase+ [+esca+] di cui la fonte è la Metafisica è naturale in quell’epoca».[2] Και στη μετάφραση της Ελένης Τσαντσάνογλου: «Κοίταξε αν είναι φυσικό η φράση αυτή να βγαίνει, που πηγή της έχει τη Μεταφυσική, είναι φυσική για την εποχή εκείνη.»[3] Η εποχή εκείνη είναι η εποχή που ο φυλακισμένος ελληνισμός βγαίνει ξανά στην ιστορία. Είναι η εποχή της σύμπτωσης του πράγματος και του νοήματος. Είναι η εποχή κατά την οποία, επιστρέφοντας το έθνος της αλήθειας υπερβαίνει τη διάκριση φυσική – μεταφυσική πραγματικού και νοήματος. Χωρίς να συμβεί κάτι πραγματικά συγκλονιστικό, εντός του κόσμου της χρονικότητας, ο χρόνος μηδενίζεται και η ιστορία ξεκινά από την αρχή.

[1] Εισαγωγή στην Ποίηση του Σολωμού, Επιλογή κριτικών κειμένων, Επιμέλεια Γιώργος Κεχαγιόγλου, ΠΕΚ, Ηράκλειο, 1999, σ. 69

[2] Τσαντσάνογλου 219

[3] Τσαντσάνογλου 283

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι