Το κόστος του μαξιμαλισμού

Στέφανος Κασιμάτης, Η Καθημερινή της Κυριακής, 14/06/2020

Οι τίτλοι της είδησης για τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Αμύνης της Τουρκίας, όπως παρουσιάστηκε από τα δικά μας ΜΜΕ, είχαν όλοι τους σχεδόν το ρήμα «προκαλεί». Φαίνεται ότι οι περισσότεροι από εμάς θεωρήσαμε ότι ο Ακάρ μάς προκαλεί, όταν υποστηρίζει ότι «δεν είναι μαθηματικά βολικό», για την Ελλάδα, να επιχειρήσει στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία. Καταλαβαίνω πολύ καλά την οδύνη αυτού του θυμού: είναι επειδή –δυστυχώς– ο Ακάρ έχει δίκιο και μέσα μας το ξέρουμε, ανεξαρτήτως του πατριωτισμού μας και των ευγενών προθέσεών μας για αυτοθυσία.

Θα έλεγα μάλιστα –διατρέχοντας τον κίνδυνο να σας ενοχλήσω– ότι η επίμαχη δήλωση του Ακάρ ήταν μάλλον μια προειδοποίηση, που διατυπώθηκε χωρίς υπεροψία και μάλιστα ανταποκρινόταν στις επιθυμίες της πλειοψηφίας της ελληνικού λαού. Το λέω, επειδή μόλις την προηγουμένη των «προκλητικών» δηλώσεων Ακάρ είχε δημοσιευθεί στην Ελλάδα εγκυρότατη δημοσκόπηση, βάσει της οποίας το 56% (!) των ερωτηθέντων προκρίνει τη «στρατιωτική λύση» με την Τουρκία. Γιατί, λοιπόν, να μην ερωτηθεί από κάποιο δημοσιογράφο ο Ακάρ στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε και γιατί να μη δώσει τη συγκεκριμένη απάντηση; Επειδή διάβασα τις πλήρεις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού, μιαν ελαφρά και συγκρατημένη ειρωνεία τη διακρίνω στο ύφος του. Πρόκληση, όμως, στην επίμαχη δήλωση δεν βλέπω.

Στη δημοσκόπηση που προανέφερα, με διασκεδάζει πολύ η αθωότητα που κρύβει η διατύπωση «στρατιω-τική λύση», την οποία επιλέγει το 56% των ερωτηθέντων. Εφόσον δοθεί με στρατιωτικά μέσα, λύση θα είναι οπωσδήποτε! Δεν πρόκειται όμως να είναι λύση που θα μας ικανοποιήσει· και το χειρότερο είναι ότι η ταπείνωση της ήττας θα δηλητηριάσει για πάρα πολλά χρόνια την πολιτική ζωή, συνεπώς και την οικονομία, καθώς και τις προοπτικές κοινωνικής προόδου. Θα είναι, κατά κάποιον τρόπο, σαν να ανοίγουμε την πληγή του Κυπριακού στην ελληνική επικράτεια. Ποιος τρελός θα το διάλεγε αυτό και για χάρη ποιας δόξας, μου λέτε;

Αν θέλουμε να συζητήσουμε ρεαλιστικά τις τουρκικές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, τις συστηματικές προκλήσεις, όλη αυτή τη διαρκή απειλή της ελληνοτουρκικής έντασης και τις αβεβαιότητες που προξενεί για τις προοπτικές του μέλλοντός μας, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο βασικός λόγος που μας εμποδίζει να διευθετήσουμε δικαστικά, στη Χάγη, τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τις θαλάσσιες ζώνες, είναι ο μαξιμαλισμός της θέσης μας για το Καστελλόριζο.

Βάσει της υπάρχουσας νομολογίας, η θέση μας δεν στέκεται: παντού στον κόσμο όπου υπάρχουν αντίστοιχα θέματα διευθετούνται συμβιβαστικά. Εντέλει, είναι και παράλογο εκ μέρους μας να διεκδικούμε κάτι τέτοιο στα σοβαρά. Μπορεί να είναι ωραίο, ηρωικό και μεγαλειώδες! Δεν έχω αντίρρηση – πάντως, παράλογο είναι και οδηγεί μόνο στην αντιπαράθεση. Αλλωστε, κάποιον ανάλογο συμβιβασμό δεν κάναμε με τους Ιταλούς, προκειμένου να υπογραφεί η πρόσφατη συμφωνία; Τι μας εμποδίζει να κάνουμε το ίδιο και με τους Τούρκους, εφόσον συμφωνούν σε δικαστική διευθέτηση; (Εκτός από το ότι συμβαίνει να είναι Τούρκοι, βέβαια...)

Η επιμονή μας σε έναν ανεδαφικό μαξιμαλισμό στο Καστελλόριζο μας κοστίζει σε ευημερία. Η χρόνια ελληνοτουρκική «κατάσταση» στο Αιγαίο είναι από τους βασικότερους ανασχετικούς παράγοντες στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, χωρίς τις οποίες σοβαρή ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ανάλογες παραχωρήσεις έγιναν προς την ιταλική πλευρά, με προϊδεάζει ότι η προσφυγή στη Χάγη με την Τουρκία για το Αιγαίο μπορεί να είναι η κατεύθυνση την οποία ακολουθεί η κυβέρνηση, χωρίς να το διατυμπανίζει.

Από την άλλη, ωστόσο, υπάρχει το «Σχίσμα του 2004» στην εξωτερική πολιτική μας, όταν η τότε κυβέρνηση (της Ν.Δ. επίσης...) ουσιαστικά απέσυρε την Ελλάδα από τη διαδικασία του Ελσίνκι, βάσει της οποίας η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας συνδεόταν με την προσφυγή στη Χάγη για τις θαλάσσιες ζώνες. Η λαϊκή Δεξιά ταυτίστηκε πλήρως με τη βαθιά αποστροφή για την πολιτική του Ελσίνκι και, είτε μας αρέσει είτε όχι, το μεγαλύτερο κομμάτι της Ν.Δ. σήμερα είναι αυτή ακριβώς η λαϊκή Δεξιά.

Δεν ξαφνιάζομαι, λοιπόν, όταν υποδαυλίζουν τον τσαμπουκά με την Τουρκία και μέλη της κυβέρνησης, που ενδεχομένως να απηχούν την αποστροφή τους για το Ελσίνκι. Φέρ’ ειπείν, ο αξιαγάπητος υπουργός Εθνικής Αμύνης, ο οποίος ερωτάται από δημοσιογράφο, «αν είμαστε έτοιμοι ακόμα και για μια στρατιωτική λύση, όπως ανέφερε ο σύμβουλος του πρωθυπουργού κ. Διακόπουλος», και αυτός συμφωνεί ενθουσιωδώς: «Ακριβώς! Είπε ότι προετοιμαζόμαστε για όλα τα ενδεχόμενα. Μέσα σε όλα τα ενδεχόμενα συμπεριλαμβάνονται ασφαλώς και η στρατιωτική εμπλοκή» κ.λπ. Βέβαια, είναι πολύ πιθανό η συγκεκριμένη θέση να μην επιδέχεται την πολιτική ερμηνεία που της αποδίδω. Να μην επιδέχεται, τολμώ να πω, καμία απολύτως ερμηνεία, αφού πρόκειται για τον Ν. Παναγιωτόπουλο...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι