Πικρή νίκη των Δημοκρατικών

Serge Halimi, Η Αυγή, 12/12/2020

Οι πρώτες επιλογές του Τζο Μπάιντεν για τα σημαντικά πόστα της κυβέρνησής του (εξωτερική πολιτική, οικονομικά, περιβάλλον) είναι πιθανόν να δυσαρεστήσουν εκείνους που προσβλέπουν σε βαθιές αλλαγές στην Ουάσιγκτον. Όμως, ακόμα και μια ελάχιστα φιλόδοξη πολιτική θα βρει εμπόδια από ένα Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που δεν υπέστη την αναμενόμενη ήττα.

Τα περισσότερα από τα ενεργά μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένα στις 3 Νοεμβρίου, το βράδυ των προεδρικών εκλογών, παρ’ όλο που ο υποψήφιός τους είχε κερδίσει. Γι’ αυτούς, τίποτα δεν έγινε όπως αναμενόταν. Βέβαια, ο Τραμπ είχε χάσει, αλλά οριακά, αφού μερικές δεκάδες χιλιάδες ακόμα ψήφοι σε μια χούφτα Πολιτείες (τη Γεωργία, το Ουισκόνσιν, την Αριζόνα, την Πενσυλβάνια) θα έφταναν για να παραμείνει ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου ακόμα τέσσερα χρόνια εκεί. Η μικρή αυτή διαφορά τον ενθαρρύνει να ουρλιάζει ότι έγινε νοθεία, την ώρα που οι πιο ενθουσιώδεις οπαδοί του τα βάζουν με τα μηχανήματα καταμέτρησης των ψήφων, των οποίων το λογισμικό (κατ’ αυτούς μια εφεύρεση για τον Ούγο Τσάβες στη Βενεζουέλα) θεωρούν ότι επιτρέπει την κατά βούληση παραποίηση των αποτελεσμάτων. Το θέαμα του πρώην Δημάρχου της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι, προσωπικού δικηγόρου του προέδρου των ΗΠΑ, να σκουπίζει το μέτωπό του την ώρα που με την έγκρισή του εκτοξεύονται τέτοιες ανόητες κατηγορίες, δίνει το μέτρο του πόσο χαμηλά έχει πέσει η αμερικανική πολιτική.

Ακόμα πιο ανησυχητικό και σοβαρό για τον Τζο Μπάιντεν είναι το γεγονός ότι το 77% των Ρεπουμπλικανών θεωρούν ότι η εκλογή του δεν είναι νόμιμη1. Στις 20 Ιανουαρίου, ο εκλεγμένος Πρόεδρος θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση ενόσω το κόμμα του δεν έχει την πλειοψηφία στη Γερουσία, έχει χάσει περίπου δέκα ψήφους στη Βουλή των Αντιπροσώπων και βάλτωσε στα Κοινοβούλια των Πολιτειών. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η διακυβέρνηση των Δημοκρατικών δεν θα περάσει μήνα του μέλιτος. Και ότι ξεκινά από πολύ χειρότερη αφετηρία από εκείνη, πριν από δώδεκα χρόνια, του Μπαράκ Ομπάμα, από την οποία δεν έχουν μείνει πολλά πράγματα, εκτός από καταπληκτικές ομιλίες και δύο τόμους απομνημονευμάτων. Ωστόσο η εκλογή Ομπάμα δεν αμφισβητήθηκε, έκανε ολόκληρο τον κόσμο να ονειρεύεται και διέθετε ευρεία πλειοψηφία και στα δύο σώματα της Βουλής. Εξάλλου, ο Ομπάμα έδειχνε πολύ μεγαλύτερη ζωτικότητα και ήταν τριάντα χρόνια νεότερος απ’ ό,τι ο «Κοιμισμένος Τζο» σήμερα.

Παραδόξως, είναι λοιπόν στο στρατόπεδο των ηττημένων που το μέλλον δίνει περισσότερες υποσχέσεις. Οι αντίπαλοι του Τραμπ θεώρησαν ότι η νίκη του πριν από τέσσερα χρόνια ήταν το αποτέλεσμα μιας απίστευτης εκλογικής τύχης που εξέφραζε τον τελευταίο ρόγχο (ή τον τελευταίο λυγμό) του λευκού άνδρα και ότι ο συνασπισμός του όπου συγκεντρώνονταν φθίνουσες ομάδες του εκλογικού σώματος –θρησκευόμενοι, ηλικιωμένοι, κάτοικοι αγροτικών περιοχών– ήταν καταδικασμένος. Αντίθετα, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, ο δημογραφικός χάρτης έκανε μονόδρομο τη ρεβάνς των Δημοκρατικών, την οποία στήριζε μια «πολύμορφη» πλειοψηφία, νεαρή και πολυεθνοτική. Ένα τέτοιο μέλλον δεν είναι πια προδιαγεγραμμένο. Ενθαρρυμένος στη βάση του, επιθετικός στα άκρα του, ο ρεπουμπλικανισμός α λα Τραμπ δεν θα φύγει από το προσκήνιο. Ο απερχόμενος πρόεδρος μεταμόρφωσε το κόμμα που σφετερίστηκε: είναι πλέον δικό του ή της ομάδας του ή των κληρονόμων που θα χρίσει.

Για τους Δημοκρατικούς, η απογοήτευση είναι τεράστια. Θα μπορούσε κάλλιστα να ακολουθήσει κάποιο είδος αποθάρρυνσης και αποστράτευσης. Με περισσότερους από 200.000 νεκρούς εξαιτίας της Covid-19, με οικονομία σε στάση, καλπάζουσα ανεργία, ποσοστό προεδρικής δημοφιλίας το οποίο, αντίθετα από εκείνο όλων των προκατόχων του, ποτέ στα τέσσερα χρόνια δεν υπερέβη το 50%, έναν κατάλογο από ψέματα και δημόσιες προσβολές που θα μπορούσαν να γεμίσουν πολλούς χοντρούς τόμους, η ήττα του απερχόμενου προέδρου έμοιαζε βέβαιη. Ακόμα περισσότερο αφού σε όλους αυτούς τους παράγοντες προστίθενταν οι βολές από το σύνολο σχεδόν των μέσων ενημέρωσης, εκλογικές χρηματοδοτήσεις μικρότερες από εκείνες του Δημοκρατικού αντιπάλου του (γεγονός περίεργο, αφού ο απερχόμενος Ρεπουμπλικανός πρόσφερε πλουσιοπάροχα φορολογικά δώρα στους δισεκατομμυριούχους), χωρίς να υπολογίσουμε τη συμπαγή στήριξη σχεδόν όλων των ελίτ της χώρας –καλλιτέχνες, στρατηγοί, ακαδημαϊκοί της Αριστεράς, ακόμα και το αφεντικό της Amazon– στο πρόσωπο του Τζο Μπάιντεν.

Στις 3 Νοεμβρίου οι Δημοκρατικοί δεν περίμεναν λοιπόν απλώς μια νίκη, αλλά μια τιμωρία. Περίμεναν, όπως το 1980, ότι η νίκη του προέδρου θα επικυρωνόταν πριν καν ολοκληρωθεί η ψηφοφορία στην Καλιφόρνια. Και για να έρθει η πραγματική κάθαρση μετά την ταπείνωση της αγίας προοδευτικής Αμερικής, την καταστροφή που είχε υποσχεθεί στους Ρεπουμπλικανούς θα ακολουθούσε –όπως είχαμε ακούσει να απαιτείται– η φυλάκιση της οικογένειας Τραμπ, ει δυνατόν φωτογραφημένης με τις πορτοκαλιές φόρμες των κρατουμένων. Πλέον το σενάριο αυτό δεν είναι παρά αποκύημα φαντασίας. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ότι ο γκόλφερ του Μαρ-α-Λάγκο δεν θα μείνει για πολύ πολιτικά αδρανής. Τα 10 εκατομμύρια επιπλέον ψήφοι από τις προηγούμενες εκλογές, παρ’ όλες τις προσβολές που δέχθηκε, ανάμεσά τους και μια πρόταση μομφής ως προσπάθεια για την αποπομπή του, του δίνουν αρκετή δύναμη ώστε να καταφέρει, χωρίς αμφιβολία, να πείσει τους οπαδούς του ότι υπήρξε ένας θαρραλέος πρόεδρος που τήρησε τις υποσχέσεις του και διεύρυνε την κοινωνική βάση του κόμματός του, αλλά δυστυχώς ο θετικός απολογισμός του επισκιάστηκε από μια πανδημία.

Και στις δύο πλευρές, μια παράνοια που τρέφεται από τα μέσα ενημέρωσης

Η θέρμη των μεν παρηγοριέται με την απόρριψη των άλλων. Η «εναλλακτική αλήθεια» των πιο ένθερμων Ρεπουμπλικάνων συζητείται ακόμα λιγότερο στους κόλπους τους, αφού το παράλληλο σύμπαν των Δημοκρατικών παρουσιάζει κάποιες παρόμοιες ατέλειες. Γιατί πώς μπορεί ένας οπαδός του Τραμπ να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο πορτρέτο που τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης, εκτός από αυτά που ο ίδιος προτιμά, φτιάχνουν για τον πρόεδρο; Πολλοί ψηφοφόροι του Μπάιντεν, ιδιαίτερα οι πτυχιούχοι, οι κάτοικοι αστικών περιοχών, εκείνοι που δίνουν τον τόνο, τον ρυθμό και τη γραμμή, είναι πράγματι πεπεισμένοι ότι ο απερχόμενος πρόεδρος ήταν ένας κλόουν, ένας φασίστας, το «κανίς του Πούτιν» ή ακόμα και ο διάδοχος του Αδόλφου Χίτλερ. Στις 23 Σεπτεμβρίου, χωρίς να συναντήσει αντίλογο από τον διάσημο παρουσιαστή του καναλιού MSNBC, ο διαφημιστής Ντόνι Ντόιτς συνέκρινε τους οπαδούς του Τραμπ με τον όχλο που συμμετείχε στις συγκεντρώσεις των ναζί: «Θέλω να πω στους Εβραίους φίλους μου που πρόκειται να ψηφίσουν τον Ντόναλντ Τραμπ: Πώς τολμάτε; Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε όσα πρεσβεύει και σε όσα πρέσβευε ο Αδόλφος Χίτλερ». Δύο μέρες αργότερα, ένας σχολιαστής της «Washington Post» επίσης εκτιμούσε ότι πρέπει να σταματήσουμε να φοβόμαστε την αναλογία ανάμεσα στις απαρχές της δικτατορίας των ναζί και στις ολοκληρωτικές προσπάθειες του προέδρου των ΗΠΑ: «Αμερική, βρισκόμαστε στα πρόθυρα της δικής μας πυρκαγιάς στο Ράιχσταγκ. Μπορούμε να την εμποδίσουμε. Ας μην αφήσουμε να πυρπολήσουν τη δημοκρατία μας»2.

Τέλος, στο CNN, ενώ η εκλογή του Τζο Μπάιντεν ήταν ήδη βέβαιη, η διάσημη παρουσιάστρια Κριστιάν Αμανπούρ, αντί να χαρεί τη νίκη και να κάνει μια μικρή πολιτική ανάπαυλα, βρήκε στις 12 Νοεμβρίου ευκαιρία να θυμίσει την επέτειο της Νύχτας των Κρυστάλλων, κατά την οποία το 1938 οι Ναζί κατέστρεψαν τα μαγαζιά των Εβραίων και δολοφόνησαν ή έστειλαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης πολλούς από τους ιδιοκτήτες τους. Την χαρακτήρισε ως πρελούδιο μιας επίθεσης ενάντια «στην πραγματικότητα, τη γνώση, την ιστορία και την αλήθεια», μια επίθεση που επανέφερε αμέσως τη συζήτηση στις παραβάσεις του Αμερικανού προέδρου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στην Ευρώπη, ο προοδευτικός τύπος επιλέγει να μην αναπαράγει τέτοιες υπερβολές. Όμως οι οπαδοί του Τραμπ δεν θα τις ξεχνούν κάθε φορά που θα τους κοροϊδεύουν για τη δική τους παράνοια. Ήδη σημείωσαν ότι οι προεδρικές εκλογές έγιναν χωρίς να υπάρξει η τεράστια ρωσική συνωμοσία, της οποίας το φόβητρο τους κουνούσαν συνεχώς για τέσσερα χρόνια.

Η εκλογή του Ομπάμα είχε πυροδοτήσει ένα μηχανισμό μίσους και παραποίησης. Παρά το γεγονός ότι τοποθετήθηκε στο κέντρο, σχεδόν ως συντηρητικός, παρά τη δημοσιονομική αυστηρότητά του, την επιείκειά του απέναντι στις τράπεζες, τις δολοφονίες με δρόνους, τις μαζικές απελάσεις μεταναστών, τις αδύναμες διαμαρτυρίες του απέναντι στα παραστρατήματα της αστυνομίας, οι Ρεπουμπλικανοί τον κατηγόρησαν ως ακραίο ριζοσπάστη, κρυφό επαναστάτη, ψεύτικο Αμερικανό. Και μπορεί ο Τζο Μπάιντεν να είναι τόσο λίγο αριστερός όσο και ο Δημοκρατικός προκάτοχός του –«Είμαι ο τύπος που κάνει καμπάνια ενάντια στους σοσιαλιστές. Είμαι ο μετριοπαθής», εξηγούσε στο Μαϊάμι μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές– το κλίμα κατά τη διάρκεια της θητείας του θα είναι εξίσου φορτισμένο. Γιατί, όπως ανέλυσε ο δημοσιογράφος Ματ Τάιμπι, τα μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν φροντίζουν να ενημερώσουν, αλλά να ικανοποιήσουν τους σκληρούς οπαδούς τους, ώστε να είναι τόσο πολυάριθμοι όσο να μπορέσουν να τα κάνουν να επιβιώσουν3. Από τους αναγνώστες των «New York Times», το 91% δηλώνουν Δημοκρατικοί και από τους θεατές του Fox News, το 93% δηλώνουν Ρεπουμπλικανοί4. Το σωστό επιχειρηματικό μοντέλο είναι λοιπόν να μπουκώνεις το θηρίο, δηλαδή να του προσφέρεις πλουσιοπάροχα την τροφή που περιμένει, ακόμα κι αν είναι μεροληπτική, εξωφρενική και παραποιημένη. Και οι δημοσιογράφοι, ακόμα και όταν δηλώνουν την αγάπη τους για τη διαφορετικότητα, κυνηγούν τους τελευταίους αιρετικούς.

Το αποτέλεσμα μιλάει μόνο του: μεταμορφωμένοι σε ιδεολογικό παράρτημα του Δημοκρατικού Κόμματος και με τη δυνατότητα να δημοσιεύουν άρθρα γνώμης ή σχόλια που κάθε μέρα επαναβεβαιώνουν την περιφρόνηση και το μίσος για τον απερχόμενο πρόεδρο, οι «New York Times» μετρούν επτά εκατομμύρια συνδρομητές. Από την πλευρά του, το Fox News δεν κέρδισε ποτέ του τόσα χρήματα όσο από τότε που υποστηρίζει σχεδόν τυφλά το αντίθετο στρατόπεδο.

Η ύπαρξη δύο χωρών που αγνοούν η μία την άλλη ή που έρχονται αντιμέτωπες δεν είναι νεωτερισμός για τις ΗΠΑ. Και την εποχή του εμφυλίου πολέμου, η ρήξη αγνοούσε ήδη τις οικονομικές και κοινωνικές κατηγορίες. Πιο πρόσφατα, το 1969, ο Κέβιν Φίλιπς, ένας σύμβουλος του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, συνιστούσε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, χρησιμοποιώντας σχέδια και γραφικά, να επωφεληθούν από τη «λαϊκιστική εξέγερση των αμερικανικών μαζών, οι οποίες, έχοντας αποκτήσει την ευμάρεια των μεσαίων τάξεων, έγιναν περισσότερο συντηρητικές. Συχνά ξεσηκώνονται ενάντια στην κάστα, τις πολιτικές και τη φορολογία των μανδαρίνων της κατεστημένης Αριστεράς»5. Σε αυτή την ανάλυση, που συνδύαζε την εχθρότητα προς τη φορολογία εκείνων που γέμιζαν το σακούλι τους και την απέχθεια απέναντι σε μια κοινωνική μηχανική της οποίας τα λάθη απέδιδαν στους προοδευτικούς διανοούμενους, ο Φίλιπς πρόσθεσε μια δόση από φυλετική μνησικακία. Με μια λέξη, οι «φτωχοί λευκοί» του Νότου, παραδοσιακά Δημοκρατικοί, είχαν μπουχτίσει με τη χειραφέτηση των Μαύρων. Και θεωρούσε ότι εκεί υπήρχε ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί προκειμένου να κατακτήσουν ένα λαϊκό ακροατήριο. Το οποίο ήταν εκ των προτέρων εχθρικό στις οικονομικές πολιτικές της Δεξιάς, αλλά οι «εθνοτικές και πολιτισμικές εχθρότητες κυριαρχούν πάνω στα υπόλοιπα, όταν πρόκειται να επιλέξεις κόμμα». Σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική στρατηγική του Φίλιπς εξηγεί την επανεκλογή του Νίξον, του Ρόναλντ Ρήγκαν και του Τζορτζ Μπους. Φωτίζει επίσης την προεδρία του Τραμπ.

Ωστόσο, μια ρητορική που στοχοποιεί τους ειδικούς, την αξιοκρατία, τους μετανάστες και τις μειονότητες γίνεται εκλογικά επικίνδυνη σε μια χώρα όπου η αναλογία των φοιτητών αυξάνεται και εκείνη των λευκών μειώνεται. Οι Δημοκρατικοί στοιχημάτισαν λοιπόν ότι ο χρόνος θα δουλέψει υπέρ τους. Αθροίζοντας σχεδόν το σύνολο των μαύρων ψήφων, μία μεγάλη πλειονότητα ισπανόφωνων ψηφοφόρων, ένα μικρό πλεονέκτημα στις γυναίκες και τακτική αύξηση στους πτυχιούχους, η νίκη θα ήταν δική τους.

Οι εκλογές του 2020 τουλάχιστον αμφισβήτησαν αυτήν την ταυτοτική κατήχηση, αυτήν την κατηγοριοποίηση όλου του πληθυσμού σε διακριτά δημογραφικά, και ταυτόχρονα εθνοτικά και πολιτικά, κουτάκια. Γιατί μια σύγκριση των αποτελεσμάτων δείχνει ότι είναι κυρίως στο λευκό ακροατήριο που διείσδυσε ο Μπάιντεν περισσότερο σε σχέση με την Κλίντον πριν από τέσσερα χρόνια. Και η πλειονότητα εκείνων που ψήφισαν τον Τραμπ συγκροτείται και από ψήφους γυναικών και μειονοτήτων. Αναλογικά, απέχουμε πολύ από έναν σεισμό από τη μια εκλογική αναμέτρηση στην άλλη: μερικές μονάδες εδώ, μερικές μονάδες εκεί. Οι Ρεπουμπλικανοί θριαμβεύουν πάντα στους λευκούς άντρες, κυρίως όταν δεν έχουν πτυχίο, οι Δημοκρατικοί στους μαύρους και τους ισπανόφωνους.

Γιατί οι ισπανόφωνοι ψήφισαν Ρεπουμπλικανούς;

Ωστόσο η αλλαγή ήρθε από εκεί που δεν την περίμενε κανείς. Το ότι ο Τραμπ βελτίωσε τις επιδόσεις του στους αφροαμερικανούς παρά την αδιαφορία που έδειξε για την αστυνομική βία και την ξεκάθαρη εχθρότητά του προς το κίνημα Black Lives Matter, το ότι κατάφερε μια μικρή διείσδυση στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους αφού πρώτα προώθησε (και κατά ένα μέρος κατασκεύασε) ένα τείχος στα σύνορα με το Μεξικό και χαρακτήρισε τους μετανάστες βιαστές και δολοφόνους, δύσκολα γίνονται κατανοητό. Σε σημείο που κάποιοι Ρεπουμπλικανοί φαντάζονται ότι το κόμμα τους θα μπορούσε να γίνει συντηρητικό, λαϊκό και πολυεθνοτικό ταυτόχρονα. Και που οι Δημοκρατικοί ανησυχούν βλέποντας να τους διαφεύγει ένα μέρος μιας πελατείας που θεωρούσαν δεδομένη, αν όχι κτήμα τους.

Είναι γύρω από το Ρίο Γκράντε στο Τέξας που εν μέρει λύνεται το μυστήριο6. Ο πληθυσμός εκεί είναι ισπανόφωνος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%. Πριν από τέσσερα χρόνια, η Χίλαρι Κλίντον είχε κερδίσει το 65% των ψήφων στην κομητεία του Ζαπάτα. Αυτή τη φορά την κέρδισε ο Τραμπ. Τι συνέβη; Πολύ απλά οι ισπανόφωνοι, όπως και οι υπόλοιποι ψηφοφόροι, δεν κινητοποιούνται μόνο με κριτήριο την ταυτότητά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ισπανόφωνοι του Ρίο Γκράντε φοβήθηκαν ότι η εχθρότητα του Μπάιντεν προς την πετρελαϊκή βιομηχανία θα τους στερήσει την πρόσβαση σε καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, οι οποίες δεν απαιτούν πανεπιστημιακό πτυχίο. Η κλιματική αλλαγή τούς τρόμαξε λοιπόν λιγότερο από ό,τι η χειροτέρευση της κοινωνικής θέσης τους. Άλλοι κάτοικοι της περιοχής, που κερδίζουν τη ζωή τους ως αστυνομικοί ή συνοριακοί φρουροί, φοβήθηκαν ότι οι Δημοκρατικοί θα σταματήσουν να χρηματοδοτούν τα επαγγέλματά τους. Τέλος, το να είσαι ισπανόφωνος δεν σε αποτρέπει από το να είσαι εχθρικός προς τις αμβλώσεις ή τις αστικές εξεγέρσεις, κυρίως όταν τις βρίσκεις μπροστά σου, στην αγροτική σου κομητεία.

Μπορεί δηλαδή να μιλάς ισπανικά και να είσαι συντηρητικός με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να είσαι αφροαμερικανός και να μνη θέλεις να έρθουν και άλλοι Μεξικανοί μετανάστες ή να προέρχεσαι από χώρα της Ασίας και να ανησυχείς για τα προγράμματα που ευνοούν την πρόσβαση των μειονοτήτων στο πανεπιστήμιο. Ενώ οι Δημοκρατικοί ετοιμάζουν τεχνητές προοδευτικές προσθήκες, οι Ρεπουμπλικανοί επωφελούνται από πραγματικές διαιρέσεις. Με κίνδυνο οι μεν, όπως και οι δε, να μην βλέπουν μια άλλη πλευρά της πραγματικότητας: εάν οι νεαροί ισπανόφωνοι ψηφίζουν περισσότερο τους Δημοκρατικούς από ό,τι οι γονείς τους, δεν είναι υποχρεωτικά επειδή έχουν μεγαλύτερη συνείδηση της «ταυτότητάς» τους. Είναι κυρίως επειδή έχουν περισσότερα πτυχία από την προηγούμενη γενιά. Αλλά και σε αυτό το πεδίο διαφοροποίησης οι βεβαιότητες αμφιταλαντεύονται.

Η κρίση εμπιστοσύνης των ΗΠΑ στο πολιτικό τους σύστημα θα έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα να τις αποθαρρύνει ίσως από το να το επιβάλλουν βίαια σε ολόκληρο τον κόσμο. Όσο για την αμερικανική Αριστερά, η οποία δεν βγήκε ενδυναμωμένη από αυτές τις εκλογές –ακόμα και αν το αποτέλεσμά τους την καθησύχασε– δεν της μένει πια παρά να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στον νέο πρόεδρο για μια πολιτική τόσο διστακτική όσο κι εκείνη των Δημοκρατικών, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Μπάιντεν, που επέτρεψε την εκλογή του Τραμπ.

1.Δημοσκόπηση του Monmouth University Polling Institute, 18 Νοεμβρίου2020.

2.Dana Milbank, «This is not a drill. The Reichstag is burning», «The Washington Post», 25 Σεπτεμβρίου 2020.

3.Matt Taibbi, «Hate Inc.: Why Today’s Media Make Us Despise One Another», OR Books, Νέα Υόρκη, 2019.

4.Μελέτη του Pew Research Center, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2019. Οι αναλογίες για το NPR (δημόσια τηλεόραση), το CNN και το MSNBC είναι επίσης ανισότιμες, ευνοώντας τους Δημοκρατικούς. Τα ABC, CBS και NBC τους ευνοούν επίσης, αλλά λιγότερο.

5.Kevin Phillips, «The Emerging Republican Majority», Arlington House, Νέα Υόρκη, 1969.

6.Elizabeth Findell, «Latinos on border shifted to GOP», «The Wall Street Journal», 9 Νοεμβρίου 2020.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι