Το δέντρο του Ουγκώ

Από τον ευρωκομμουνισμό στον ευρωσκεπτικισμό

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Αυγή της Κυριακής, 26/04/2009

Τον Ιούλιο του 1870, στον κήπο του σπιτιού του στο Γκέρνσυ, ο Βικτόρ Ουγκώ φύτεψε ένα δέντρο: τη δρυ των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Δύο χρόνια αργότερα (1872), με επιστολή του προς τα μέλη του Συνεδρίου της Ειρήνης του Λουγκάνο, έγραφε με πάθος: «Θα έχουμε αυτές τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, που θα αποτελέσουν το επιστέγασμα του παλαιού κόσμου, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι το επιστέγασμα του νέου».

Ήταν η εποχή της ρομαντικής φαντασίας και των ρομαντικών ποιητών, αλλά, για πρώτη φορά, η ενωμένη Ευρώπη έμοιαζε να είναι κάτι παραπάνω από μια ρομαντική ουτοπία∙ ήταν πλέον ένα ρεαλιστικό αίτημα. Ο 19ος αιώνας, η εποχή των εθνών-κρατών, της οικονομικής ανάπτυξης, των επαναστάσεων και της επιστήμης, έβαζε ήδη τα θεμέλια για αυτή τη νέα ευρωπαϊκή ταυτότητα, που ωρίμαζε αργά αλλά σταθερά μέσα στις συνειδήσεις των πολιτών.

Χρειάστηκαν, ωστόσο, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα, καθώς και το σχέδιο μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, για να πάρει μπροστά το μεταπολεμικό τρένο της Ευρώπης. Για τους φιλελεύθερους ηγέτες και τους φεντεραλιστές λομπίστες η γηραιά ήπειρος έμοιαζε να είναι η λύση για μια υπερεθνική ομοσπονδία που θα ένωνε τα συμφέροντα των αγορών και των κεφαλαιούχων του «ελεύθερου δυτικού κόσμου» σε καιρό «Ψυχρού Πολέμου». Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, η ιδέα για μια «Ευρώπη των πατρίδων», όπως την ήθελε ο Ντε Γκωλ, έμοιαζε να λειτουργεί αντισταθμιστικά, σε σχέση με τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση.

Η συνάντηση Ευρώπης και Αριστεράς

Αν αλλάξουμε όχθη, θα δούμε πως για την Αριστερά το ευρωπαϊκό διακύβευμα ήταν πιο πολύπλοκο και πάντως πιο παραγωγικό. Γύρω στα 1970, ένα νέο ρεύμα του δυτικού μαρξισμού με γκραμσιανές αφετηρίες προσέγγιζε την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, προσδίδοντάς της νέα χειραφετητικά χαρακτηριστικά. Ο όρος «ευρωκομμουνισμός» χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1975, στο άρθρο ενός γιουγκοσλάβου δημοσιογράφου, του Frane Barbieri, για να δηλώσει την οριστική ρήξη κάποιων δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων με τον σοβιετισμό.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, με τις πρωτοβουλίες του Καρίγιο και του Ινγκράο αλλά κυρίως με τις θεωρητικές επεξεργασίες του Νίκου Πουλαντζά, ο όρος απέκτησε μια δυναμική καθώς άνοιγε μια την προοπτική μιας νέας πολιτικής θεωρίας και πράξης για τη σοσιαλιστική στρατηγική: το «δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό». Στον δρόμο αυτό, η Αριστερά απαλλαγμένη από τις άγονες ιδεοληψίες της «κατάληψης της εξουσίας χωρίς επιστροφή» (τη δικτατορία του προλεταριάτου), θα μπορούσε να αναζητήσει ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, κυρίως από τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, όχι βέβαια για να διαχειριστεί μαζί της τον καπιταλισμό, αλλά για να οδηγηθούν μαζί σε αμοιβαίες δεσμεύσεις και δομικές μεταρρυθμίσεις «από τα αριστερά».

Ο χώρος της Ευρώπης έμοιαζε, για πρώτη φορά, ως προνομιακό πεδίο αγώνων του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, αλλά και ως νέος χώρος κατάκτησης πολιτικών ελευθεριών με δημοκρατικές εγγυήσεις. Κυρίως όμως άλλαζε άρδην την παλαιά επαναστατική θεωρία των «σταδίων»: ο σοσιαλισμός δεν ήταν πλέον το άθροισμα μιας ακολουθίας ομόχρονων «εθνικών αγώνων» αλλά μια «μακρά ενεργητική επανάσταση», που έβρισκε ένα νέο «πολιτικό χάρτη»: την Ευρώπη.

Κάπως έτσι έφτασε και στη χώρα μας διαμεσολαβημένο από το ΚΚΕ εσωτερικού το σύνθημα για μια «Ευρώπη των λαών και των εργαζομένων», σε μια εποχή που για το δογματικό ΚΚΕ αλλά και για το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ η Ευρώπη ήταν πλήρως ταυτισμένη και αποκλειστικά με τα μονοπώλια, τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Το στοίχημα του ευρωκομουνισμού δεν ήταν μόνο μια πολιτική τομή μέσα στη διχασμένη Ευρώπη του «Ψυχρού Πολέμου», αλλά και μια τομή μέσα στην ίδια την πολιτική κουλτούρα της Αριστεράς. Το δέντρο του Ουγκώ είχε βρει καλό χώμα για να ριζώσει και να πετάξει, επιτέλους, κλαριά και φύλλα.

Στα χνάρια του ευρωσκεπτικισμού

Οι ποιητές, ωστόσο, όπως και οι διανοούμενοι δεν στάθηκαν πάντα τυχεροί στις προβλέψεις τους. Τα πράγματα, στην Ευρώπη, εξελίχτηκαν κάπως διαφορετικά. Σήμερα, το νήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή. Πρόσφατα γιορτάσαμε τα πενήντα χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης που κατοχύρωνε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ενιαία οικονομική αγορά.

Η επέτειος ήταν υποτονική. Μια συνθήκη για την πολιτική ομοσπονδοποίηση είχε μόλις «παγώσει», και οι ευρωπαϊκοί λαοί, κάπως απρόθυμα, υποδέχονταν τους νέους συμπολίτες τους, που έμπαιναν στη διευρυμένη ζώνη, διεκδικώντας κοινοτικά κεφάλαια και προγράμματα υποστήριξης. Πριν λίγο καιρό, η νέα Ευρωσυνθήκη της Λισαβόνας, σκόνταψε στην ιρλανδική άρνηση, στις ρητές ή υπόρρητες πιέσεις για ακυρωτικά δημοψηφίσματα, στις παλινωδίες της σοσιαλδημοκρατίας, στο ισχυρό «όχι» της Αριστεράς.

Στις Ιρλανδικές παμπ, οι παρέες των νικητών κερνάγανε μπύρες για την «κατάργηση» της συνθήκης, και, την ίδια περίοδο, στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός που έβαλε τη χώρα στην ΟΝΕ αποπεμπόταν από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος του επειδή έκανε κριτική στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ για τη στάση του απέναντι στο «ευρωσύνταγμα». Καθώς ο ευρωσκεπτικισμός γινόταν μόδα, διαβάζαμε, ιδίως στις ελληνικές εφημερίδες, για το «ιρλανδικό θαύμα» που εμπνέει με ιδέες και παραδείγματα αντίστασης.

Σήμερα, μετά την οικονομική κρίση, η Ιρλανδία μαζί με την Ελλάδα αποτελούν τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης, και οι διαρκείς έκτακτοι προϋπολογισμοί με τα «πειραγμένα» στοιχεία δεν φαίνονται να πείθουν τους εταίρους. Το «ιρλανδικό θαύμα» συναντήθηκε με το ελληνικό «θαύμα»∙ οι υπουργοί οικονομίας των δύο χωρών θα τρέξουν τον Ιούνιο στις Βρυξέλες παρακαλώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει το θαύμα της για να μην κατέβουμε από το τρένο.

Μπορεί όμως να ξαναπάρει μπροστά το ευρωπαϊκό τρένο; Η πρόσφατη οικονομική κρίση έφερε ξανά στο προσκήνιο πολλούς υποψήφιους μηχανοδηγούς, (Μπράουν, Σαρκοζί, Μέρκελ), αλλά όχι κατ’ ανάγκην και το ίδιο το τρένο. Ανάμεσα, στο παλιό όραμα για τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» και στις σύγχρονες «ζώνες πολλαπλές ταχυτήτων», η Ευρώπη καλείται στις επόμενες εκλογές να αποφασίσει το μέλλον της, χωρίς καμία συνεκτική διαδικασία εμβάθυνσης, χωρίς μια νέα ευρωπαϊκή ιδέα.

Ακόμη και αυτοί που συνεχίζουν την υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οράματος, δεν αρνούνται πως η τελευταία συνθήκη ήταν ένα κείμενο χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση∙ μια τεχνοκρατική διεκπεραίωση, δυσνόητη ακόμα και στους ειδικούς. Ακόμη κι αυτοί που σήμερα πασχίζουν να βρουν μια πολιτική διέξοδο από την οικονομική κρίση δεν αρνούνται πως οι ευρωπαϊκές πολιτικές παραμένουν δέσμιες των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Ακόμη κι αυτοί που εξακολουθούν να πιστεύουν σε συμμαχίες βλέπουν πως η σοσιαλδημοκρατία όχι μόνο δεν μπόρεσε να δει κριτικά το ιστορικό παρελθόν της αλλά σήμερα αρνείται να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τη βαθιά κρίση του κράτους.

Το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού έχει αρχίσει να πυκνώνει, διαπερνώντας κόμματα, τάξεις, πολιτισμικές και εθνικές ταυτότητες. Το χειρότερο όμως είναι πως, για πρώτη φορά, ακόμη και η ίδια η Αριστερά που προέρχεται από τις παραδόσεις του ευωκομμουνισμού έχει πέσει στην παγίδα του. Δυστυχώς, ακόμη και στις αναλύσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τη σύγχρονη Ευρώπη κυριαρχεί συχνά ο λαϊκιστικός λόγος για τους «από πάνω» και τους «από κάτω», καθώς και οι αντιλήψεις που εμφανίζουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως γραφειοκρατικό μηχανισμό καταπίεσης και μόνο.

Προσφάτως δε, είδαμε να κερδίζει έδαφος η ανιστόρητη πολιτική βούληση εκείνων των ομάδων που ζητάνε ακόμη και τη «διάλυση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Πληροφορηθήκαμε, μάλιστα, πως όσοι συνδέουμε τον αριστερό ευρωπαϊσμό με την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης έχουμε κολλήσει σε στερεότυπα του ʼ70. (Βλ. συνέντευξη της Ε. Σωτηρίου στην Αυγή 12.04.09). Ο νέος εθνολαϊκισμός της (αντι)παγκοσμιοποίησης αποτυπώνεται πλέον ως διακριτό αμυντικό ρεύμα μέσα στα αριστερά ευρωψηφοδέλτια. Και πολύ φοβάμαι πως, για αυτή την ευρωφοβική Αριστερά, το δέντρο του Ουγκώ θα μοιάζει κι αυτό σαν ένα στερεότυπο∙ ή, ίσως κι ο ίδιος ο Ουγκώ να φαντάζει ως πρόδρομος του Αλμούνια.

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 151 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι