Η επικράτηση, άνευ αντιπάλου, της κεντροδεξιάς

Κάκη Μπαλλή, Αυγή της Κυριακής, 14/06/2009

Θριάμβευσε η κεντροδεξιά στην Ευρώπη; Η απάντηση εξαρτάται από τον ορισμό του θριάμβου. Εάν εκλογικός θρίαμβος είναι η εντυπωσιακή αύξηση των ποσοστών, η σαφής επιβράβευση των πολιτικών επιλογών εκ μέρους των ψηφοφόρων, τότε η απάντηση είναι αρνητική. Εάν όμως θρίαμβος είναι η νίκη έναντι των κύριων αντιπάλων, τότε πράγματι η Κεντροδεξιά θριάμβευσε, επειδή κατακρημνίστηκε η Σοσιαλδημοκρατία.

Στη νέα Ευρωβουλή το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα μετράει 264 ευρωβουλευτές (και 36%), τουλάχιστον εκατό περισσότερους από το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, που περιορίστηκε σε ένα μίζερο 22%.

Το ερώτημα που γεννάται -και που θα πρέπει να απασχολήσει πολύ σοβαρά τα κεντροαριστερά και αριστερά κόμματα σε όλη την Ευρώπη- είναι γιατί την κρίση του καπιταλισμού δεν την πλήρωσαν οι πιο γνήσιοι υπερασπιστές του, γιατί οι -ανησυχητικά- λιγοστοί Ευρωπαίοι πολίτες που έφτασαν στις κάλπες χάρισαν την εμπιστοσύνη τους κατά πλειοψηφία στις δυνάμεις των υπέρμαχων της ελεύθερης αγοράς.

Αφήνοντας κατά μέρος την ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, στις περισσότερες «παλιές» χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα συντηρητικά και τα φιλελεύθερα κόμματα διατηρούν ακόμη τη φήμη ότι «ξέρουν από οικονομία». Οπότε σε εποχές οικονομικής κρίσης οι πολίτες πιο εύκολα εμπιστεύονται αυτούς που «ξέρουν», ακόμη κι αν ταυτόχρονα «ψυχανεμίζονται» ότι η πολιτική τους έφερε την κρίση.

Ειδικά, μάλιστα, όταν δεν έχει πέσει στο τραπέζι μια διαφορετική «ρεαλιστική» πολιτική πρόταση- κι όταν το κοινωνικό κράτος, έστω και συρρικνωμένο, αντέχει ακόμη και ώς ένα βαθμό απορροφά κάποιους από τους κλυδωνισμούς.

Άλλωστε, όταν ξέσπασε η κρίση, οι μεγάλες κυβερνήσεις της Ευρώπης, είτε ήταν συντηρητικές είτε σοσιαλδημοκρατικές, εγκατέλειψαν πάραυτα την πίστη τους στις ικανότητες αυτορύθμισης και αυτοϊασης της ελεύθερης αγοράς και ανακάλυψαν τις σωτήριες δυνάμεις του κράτους.

Μπακάλικα θα έλεγε κανείς ότι χρησιμοποίησαν σοσιαλδημοκρατικά εργαλεία για να αντιμετωπίσουν την κρίση -και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά σε δυο χώρες που κυβερνώνται από μεγάλο συνασπισμό (συντηρητικών - σοσιαλδημοκρατών), στη Γερμανία και την Αυστρία, όπου οι γνήσιοι «κάτοχοι» των σοσιαλδημοκρατικών εργαλείων τιμωρήθηκαν από τους ψηφοφόρους, ενώ οι συντηρητικοί ναι μεν είδαν τις δυνάμεις τους να υποχωρούν, αλλά βγήκαν πρώτοι.

Στην Αυστρία, όπου για πρώτη φορά μετά από χρόνια κυβερνά ένας σχετικά δημοφιλής καγκελάριος, ο Σοσιαλδημοκράτης Βέρνερ Φάιμαν, το Λαϊκό Κόμμα κατάφερε να βγει πρώτο στις ευρωεκλογές, με ένα «ταπεινό» 30%, αλλά πάντως κατά 6% μεγαλύτερο από το ποσοστό των συγκυβερνώντων αντιπάλων. Βέβαια, οι πραγματικοί νικητές των εκλογών στην Αυστρία ήταν οι ευρωσκεπτικιστές της λίστας του Χανς Πέτερ Μάρτιν -του μοναδικού που έκανε πραγματικά ευρωπαϊκή προεκλογική καμπάνια, ενάντια στην Ευρώπη- και οι ακροδεξιοί του κόμματος του εκλιπόντα Γιεργκ Χάιντερ, που διπλασίασαν τις δυνάμεις τους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, κάνοντας προεκλογικό αγώνα κυρίως ενάντια στους μετανάστες και την ένταξη της Τουρκίας της Ε.Ε. Καθώς, όμως, δεν η πρώτη φορά που ενισχύεται η ακροδεξιά στην Αυστρία -ενώ με το που προσπάθησε να κυβερνήσει διασπάστηκε- η επιτυχία της δεν σόκαρε, όπως σε άλλες χώρες.

Στη Γερμανία, αντίθετα, η ακροδεξιά δεν έκανε την έκπληξη- την οποία άλλωστε δεν περίμενε κανείς. Στον προεκλογικό αγώνα δεν κυριάρχησε το θέμα της Τουρκίας -αν και η Μέρκελ είναι σαφώς ενάντια στην ένταξή της- αλλά αποκλειστικά η αντιμετώπιση της κρίσης, το αν δηλαδή πρέπει ή όχι να σωθούν κλυδωνιζόμενες επιχειρήσεις -και δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας- με κρατική παρέμβαση.

Ο Γερμανός ψηφοφόρος δεν είχε τη δυνατότητα να ακούσει ξεκάθαρα πράγματα, δεν είχαν διακριτικά διαφορετική πρόταση οι χριστιανοδημοκράτες και οι σοσιαλδημοκράτες. Ναι μεν οι δεύτεροι πιέζουν περισσότερο για κρατική παρέμβαση, αλλά τις κρίσιμες αποφάσεις τις παίρνουν από κοινού με την καγκελάριο Μέρκελ, η οποία εμφανίζεται μεν πιο επιφυλακτική, αλλά όχι αρνητική στη χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων για τη διάσωση επιχειρήσεων, όπως η Opel.

Πραγματικοί νικητές των ευρωεκλογών στη Γερμανία ήταν πάντως οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι. Ειδικά η επιτυχία των Φιλελευθέρων -που επιμένουν ακόμη στη θεοποίηση της αγοράς και πιέζουν για μείωση της φορολογίας, την ώρα που το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος καλπάζουν- θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως αντίβαρο στη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» των χριστιανοδημοκρατών.

Υπενθυμίζεται ότι το πρώτο καταστροφικό τους αποτέλεσμα οι σοσιαλδημοκράτες το έφεραν στις ευρωεκλογές του 2004: 21% και ελάχιστα μεγαλύτερο από το φετινό και ερμηνεύτηκε ως τιμωρία για τη δική τους στροφή προς τα δεξιά.

Στη Γαλλία, ο Σαρκοζί μπορεί να πανηγυρίζει για το αποτέλεσμα που έφερε, όχι διότι το 28% είναι συγκλονιστικό, αλλά επειδή «γονάτισαν» οι αντίπαλοί του Σοσιαλιστές. Επιπλέον, ο Σαρκοζί δεν είχε ουσιαστικά «αιμορραγία» από τα δεξιά, καθώς το Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν δεν έχει πια το σουξέ προηγούμενων εποχών, εν μέρει επειδή την ατζέντα του την υιοθέτησε ο Γάλλος πρόεδρος. Ουσιαστικοί νικητές της γαλλικής ευρωκάλπης, πάντως, ήταν οι Πράσινοι του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, που ανήκουν στο στρατόπεδο των αντιπάλων του Σαρκοζί κι έχουν ξεκάθαρα ταχθεί ενάντια στην επανεκλογή του Μπαρόζο στην προεδρία της Κομισιόν.

Στην Ιταλία η… επιστήμη σηκώνει τα χέρια. Μπορεί το αποτέλεσμα που έφερε το κόμμα του Μπερλουσκόνι να ήταν χαμηλότερο από τις προσδοκίες του Καβαλιέρε, που είναι ούτως ή άλλως μαλωμένος με το «σεμνά και ταπεινά», αλλά είναι σαφές ότι νίκησε ξεκάθαρα, την ώρα που όλη η χώρα ασχολούνταν με τις κατακτήσεις του, που, όπως λέει, τον κατηγορούν εκείνοι που «τον ζηλεύουν επειδή είναι όμορφος».

Οι δεξιοί αυτονομιστές της Λέγκας του Βορρά ήταν οι πραγματικά ενισχυμένοι από τις ευρωκάλπες, αλλά είναι σύμμαχοι του Μπερλουσκόνι, ενώ οι αντίπαλοί του, του Δημοκρατικού Κόμματος της Αριστεράς, είδαν τη δύναμή τους να μειώνεται ακόμη και σε σχέση με το αποτέλεσμα του 2004.

Στην Πολωνία, πάλι, η κόντρα ήταν «ενδοοικογενειακή, μεταξύ μετριοπαθούς και λαϊκής - εθνικιστικής δεξιάς. Οπότε η δεξιά ούτως ή άλλως στη δεδομένη συγκυρία θα νικούσε. Πάντως, είναι μάλλον παρηγορητικό για τους εταίρους της Πολωνίας στην Ε.Ε., που νίκησε το κόμμα της Πλατφόρμας των Πολιτών του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τασκ με 46%, κι όχι το κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» των δίδυμων Κατσίνσκι, που έπεσε κάτω από το 30%. Το κόμμα των διδύμων έκανε και πάλι προεκλογικό αγώνα παίζοντας το αντιγερμανικό και αντιευρωπαϊκό χαρτί, αλλά σε αντίθεση με το 2004 αυτή τη φορά δεν του βγήκε.

Στη Βρετανία, που βιώνει μια άνευ προηγουμένου κυβερνητική και πολιτική κρίση, πλάι στη χρηματοπιστωτική και την οικονομική κρίση που βασανίζει τη χώρα, οι συντηρητικοί Τόρυς αναδείχθηκαν νικητές, όχι επειδή κέρδισαν το εκλογικό σώμα με τις προτάσεις τους, αλλά επειδή οι κυβερνώντες αντίπαλοί τους, οι Εργατικοί του Γκόρντον Μπράουν, κατακρημνίστηκαν σε ποσοστά που είχαν να φέρουν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά βίας το κόμμα του Μπράουν κατάφερε να περάσει τους Φιλελεύθερους - τη μόνη δύναμη στη Βρετανία που είναι ακόμη πιο νεοφιλελεύθερη από τα δύο πάλαι ποτέ μεγάλα κόμματα- ενώ είδε τις πλάτες των ευρωσκεπικιστών της UKIP, που πήραν ένα χορταστικό 18%, με το αίτημά τους να φύγει η γηραιά Αλβιώνα από την Ε.Ε.

Ανησυχητική είναι η άνοδος της ακροδεξιάς στη Βρετανία, του φασιστικού Βρετανικού Εθνικού Κόμματος, που θέλει την… οικειοθελή απέλαση από τη χώρα όσων δεν έχουν λευκό δέρμα, ωστόσο η ατζέντα τους ευτυχώς παραμένει ακόμη περιθωριακή και δεν έχει υιοθετηθεί από την επίσημη δεξιά.

Στην Ισπανία, τέλος, όπου η κρίση έχει εκτινάξει την ανεργία στο 18% -και δεν διακρίνεται φρένο στον ορίζοντα- η νίκη των Συντηρητικών, η πρώτη σε εκλογές μετά το 2000, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συντριπτική. Οι Ισπανοί ναι μεν «τιμώρησαν» τους Σοσιαλιστές του Θαπατέρο, αλλά περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως σαφές γύρισμα της πλάτης. Ίσως επειδή δεν του χρεώνουν, όπως σε άλλες χώρες, σαφείς νεοφιλελεύθερες επιλογές.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στις παραπάνω χώρες οι επικριτές και τα θύματα του νεοφιλελευθερισμού έχουν θυμώσει πολύ περισσότερο με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που συμμετείχαν στο νεοφιλελεύθερο παιχνίδι, παρά με τους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους. Αλλά η αντίδραση αυτή είναι αντιπαραγωγική.

Η - διά της εις άτοπον απαγωγής- νίκη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος πιθανότατα θα δώσει ώθηση στα συντηρητικά κόμματα να συνεχίσουν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική με μικρές διορθώσεις. Κι αν γίνει αυτό είναι προδιαγεγραμμένη η επόμενη μεγάλη κρίση.

Βέβαια, όλα τα συντηρητικά κόμματα δεν είναι ίδια, κυρίως κάποια από τα χριστιανοδημοκρατικά εξακολουθούν να διατηρούν αναστολές στο αίτημα για εξαφάνιση του κοινωνικού κράτους.

Η στροφή του εκλογικού σώματος - που πήγε να ψηφίσει- προς τα δεξιά θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως επικράτηση του φόβου. Και ο φόβος δεν αντιμετωπίζεται με ξόρκια, αλλά με προτάσεις για μια άλλη πολιτική, που μπορούν να πείσουν τους πολίτες. Αυτό θα μπορούσε να είναι το μήνυμα της ευρωκάλπης προς τους ηττημένους.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά τις ευρωεκλογές 2009

Σύνολο: 123 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι