Χωρίς σχέδιο εξόδου από την ύφεση η κυβέρνηση

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 22/08/2010

Διέξοδος από την οδυνηρή δημοσιονομική λιτότητα, τη γενικευμένη συμπίεση των εισοδημάτων και την διογκούμενη ανεργία, δεν θα ανοίξει όσο θα λείπει από τη χώρα ένα σχέδιο για την ανάπτυξη με απήχηση σε ευρύτερες δυνάμεις της κοινωνίας, ένα «αναπτυξιακό όραμα», όπως αποκαλείται με την ελπίδα ότι θα κινητοποιηθούν τέτοιες ευρύτερες δυνάμεις γύρω από τους στόχους του. Αυτό έχουν τονίσει στον πρωθυπουργό επανειλημμένα συνομιλητές του οικονομολόγοι, ανάλογες σκέψεις του εξέθεσε την Πέμπτη και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος που τον επισκέφθηκε.

Σήμερα αναπτυξιακό σχέδιο δεν υφίσταται, μόνο κάποιες σκόρπιες ιδέες. Εντελώς ανεπαρκής είναι και η διοικητική μηχανή που θα χρειαζόταν να συμβάλει στην επεξεργασία και στην προώθηση της υλοποίησής του: παραμένει ασαφές το τι κάνει κάθε υπουργείο, κάθε υπηρεσία, άγνωστο ακόμα πώς θα λειτουργήσει ο Καλλικράτης, πώς θα συντονίζονται τα διαφορετικά επίπεδα και οι κλάδοι της διοίκησης γύρω από ενιαίους στόχους. Για το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργο Προβόπουλο το κύριο πρόβλημα δεν είναι η παρούσα ύφεση της οικονομίας, αν το ΑΕΠ θα μειωθεί φέτος 3,5%, 3,8% ή 4%, ή πόσο θα παραταθεί η μείωση μέσα στο 2011. Ύστερα από δεκαετίες εσφαλμένης πορείας, η βάναυση τωρινή προσαρμογή («σφαλιάρα») ήταν αναπόφευκτη, φέρεται να υποστηρίζει. Ο έλεγχος των δημοσιονομικών μεγεθών και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που επιτάσσει το Μνημόνιο – όπου η έως τώρα πρόοδος έφεραν την Πέμπτη την εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποδεσμευθεί η β΄ δόση του δανείου προς τη χώρα μας και τους επαίνους του αρμοδίου Όλι Ρεν – διαμορφώνουν προϋποθέσεις για να ξαναπάρει μπρος η μεγέθυνση. Όσον αφορά όμως την ανάκτηση αναπτυξιακής προοπτικής για τη χώρα συνιστούν «αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή». Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα ανοίξουν δυναμικά και βιώσιμα κάποιοι καινούργιοι δρόμοι όταν, κάποια στιγμή τον επόμενο χρόνο, η συρρίκνωση της οικονομίας θα τερματιστεί. Τους προβληματισμούς αυτούς φέρεται να συμμερίζεται ο Γιώργος Παπανδρέου, ακούγοντας με ενδιαφέρον διάφορες επιμέρους προτάσεις. Αλλά είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσον μπορούν να αποτυπωθούν σε συγκεκριμένη πολιτική μέσα στο σύντομο δεκαπενθήμερο μέχρι την καθιερωμένη πρωθυπουργική ομιλία στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης.

Απειλείται πιστωτική ασφυξία

Στο μεταξύ άλλωστε επιδεινώνονται άμεσα προβλήματα και ζητούν πολιτικές απαντήσεις τώρα. Χαρακτηριστική ήταν η προειδοποίηση του επιτρόπου Όλι Ρεν: «Η μείζων άμεση πρόκληση συνίσταται στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας για το τραπεζικό σύστημα», είπε την Πέμπτη, ενημερώνοντας για τις ελληνικές εξελίξεις. Με απλά λόγια, η δύσκολη κατάσταση για τις τράπεζες στη χώρα μας προβλέπεται να γίνει πολύ δυσκολότερη μέσα στους επόμενους μήνες. Κινδυνεύει δηλαδή να περιοριστεί ακόμα πιο δραστικά η χρηματοδότηση της οικονομίας, με συνέπεια να μην μπορούν να επεκτείνουν ή καν να συντηρούν την παραγωγική τους δραστηριότητα ελλείψει κεφαλαίων και επιχειρήσεις καθʼ όλα ανταγωνιστικές και βιώσιμες, να μην μπορούν να δανειστούν όσο χρειάζονται ούτε νοικοκυριά απολύτως αξιόχρεα.

Τα αίτια για τις έως τώρα δυσχέρειες των τραπεζών είναι γνωστά: Στη φυγή καταθέσεων κατά τους πρώτους μήνες του έτους ήρθε να προστεθεί η καταβαράθρωση της αξιοπιστίας του ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Με την ολοσχερή αδυναμία του κράτους να εξακολουθήσει να δανείζεται έκλεισαν οι αγορές εντελώς και για τις τράπεζες της χώρας. Μόνη πηγή ρευστότητας τούς έμεινε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά και τις έκτακτες αποφάσεις που έλαβε την άνοιξη. Χάρη στη μη ομολογημένη επίσημα βοήθεια αυτή προς τη χώρα μας – τα μέτρα ελήφθησαν στο όνομα «διαταραχής στις αγορές ομολόγων», έτσι γενικά – οι ελληνικές τράπεζες κατόρθωσαν να διατηρήσουν ένα θετικό ρυθμό στην πιστωτική τους επέκταση (ο οποίος πάντως πέφτει ραγδαία: έχει περιοριστεί σε ένα 2,5% πλέον, όταν πριν από δύο χρόνια ξεπερνούσε και το 20%, οπότε η μείωση αξιολογείται πολύ μεγαλύτερη συγκρινόμενη με τους αρνητικούς ρυθμούς άλλων χωρών της Ευρωζώνης που εκκινούσαν από αυξήσεις 6-7% προ της κρίσης). Αλλά για πόσον καιρό ακόμα θα μπορεί να παρέχεται το οξυγόνο έστω και λιγοστής πρόσθετης ρευστότητας στην αγορά της χώρας;

Ήδη η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμάται υπερβολικά υψηλή: φτάνει στο 20% του ενεργητικού τους. Και επίκεινται μια σειρά ενέργειες που θα χειροτερέψουν την κατάσταση. Ο διεθνής οίκος Moodyʼs, ο οποίος πρόσφατα υποβάθμισε το ελληνικό Δημόσιο και κατόπιν τις τράπεζες της χώρας, αναμένεται μέσα στο επόμενο δίμηνο να υποβαθμίσει και τραπεζικά ομόλογα και τιτλοποιήσεις δανείων που καταθέτουν ως εγγυήσεις οι τράπεζες, με αποτέλεσμα να χάσουν μεταξύ 6 και 6,5 δις ευρώ από τη ρευστότητα που αντλούν από την ΕΚΤ. Επιπλέον, όπως έχει προαναγγείλει η ΕΚΤ, από τις αρχές του 2011 θα επιβάλλει αυξημένες εκπτώσεις («κουρέματα») στα ομόλογα που έχουν υποβιβασθεί σε βαθμό «σκουπιδιών» (όπως τα δικά μας), από τις οποίες οι τράπεζες υπολογίζεται να χάσουν άλλα 7 δις. Ακόμα σε νέα υποβάθμιση ενδέχεται να προχωρήσει και ο οίκος Fitch, οπότε θα χαθούν άλλα 15 δις ευρώ. Ενδεικτικά ήδη διατύπωσε ανησυχίες για τις επιπτώσεις στις τράπεζες από το νόμο για την προστασία των νοικοκυριών δανειοληπτών… Για «κόλαση» μιλούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, εξηγώντας ότι αυτός είναι ο λόγος που η Τρόικα επέβαλε στην ελληνική κυβέρνηση να αυξήσει κατά 25 δις ευρώ τις εγγυήσεις για τη χρηματοδότηση των τραπεζών.

Οι κίνδυνοι αυτοί αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο που εξακολουθεί να παίζει ανεξέλεγκτα το «τριπώλειο» των διεθνών οίκων αξιολόγησης, τους οποίους όμως δεν μπορεί να αντιπαλέψει μόνη της καμία μικρή χώρα, πόσω μάλλον όταν το δημοσιονομικό της πρόβλημα είναι πραγματικά μεγάλο. Αυτό που μπορεί και θα όφειλε να κάνει είναι να αυξήσει τα δημόσια έσοδα και να βελτιώσει την κατανομή των βαρών, ώστε να στηρίζεται η παραγωγή και να αμβλύνονται οι εισοδηματικές ανισότητες. Αλλά εδώ οι έως τώρα προσπάθειες λίγα έχουν αποδώσει.

Απογοητευτικά ήταν τα δημόσια έσοδα τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που δημοσιεύθηκαν προχθές, με αποτέλεσμα η ετήσια αύξησή τους για ολόκληρο το επτάμηνο να περιοριστεί σε 4,1% μόλις. Ο στόχος της αύξησης 13,7% για ολόκληρο το έτος φαίνεται έτσι πλέον αδύνατο να προσεγγιστεί με την ακολουθούμενη πολιτική, όσα και αν αποφέρουν η δεύτερη δόση της αύξησης του ΦΠΑ που ισχύει το δεύτερο εξάμηνο, οι εισπράξεις του περυσινού ΕΤΑΚ και του ΦΜΑΠ για φέτος. Διότι παρά τις σκανδαλώδεις αποκαλύψεις που ανακοινώνονται συνεχώς, οι προσπάθειες να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή, ποσοτικά ελάχιστα φαίνεται να αποδίδουν.

Μια σημαντική υστέρηση των εσόδων έναντι των στόχων λαμβάνει προφανώς ως δεδομένη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γιʼ αυτό και επιμένει στην προχθεσινή της έκθεση σε μεγαλύτερη μείωση των δαπανών, την ώρα που αυτές ήδη έχουν περικοπεί δραματικά, μεταξύ αυτών και οι δαπάνες για επενδύσεις, συμβάλλοντας στον περιορισμό του ελλείμματος κατά 39,7% το επτάμηνο, όσο επιδιώκεται για όλο το έτος. Αλλά έτσι ο φαύλος κύκλος ύφεσης-ελλείμματος θα συνεχίζεται, με την οικονομία μας να παράγει λιγότερα και με τους πολλούς να γινόμαστε διαρκώς φτωχότεροι…

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι