Εύσημα με μικρό αντίκρισμα

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 29/08/2010

Περίσσεψαν αυτές τις μέρες τα εύσημα από επίσημα χείλη για την πορεία εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας. Δημοσιεύονται στα διεθνή μέσα την ώρα που η ελληνική κοινωνία ετοιμάζεται για ένα δύσκολο φθινόπωρο και χειμώνα, για νέα συμπίεση εισοδημάτων και άνοδο της ανεργίας, παρακινώντας μας να αντέξουμε. Πρώτα και κύρια όμως απευθύνονται στις αγορές, όπου διατηρείται ισχυρή η δυσπιστία αν μπορούμε να τα καταφέρουμε χωρίς αναδιαπραγμάτευση του χρέους.

Με συνεντεύξεις και αρθρογραφία ξεκίνησε ο επίτροπος Όλι Ρεν, ακολούθησε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, υπεράνω κάθε υποψίας και οι δύο για χαριστική μεταχείριση της χώρας μας. Είχε προηγηθεί άλλωστε έκθεση του οίκου Moodyʼs, που εκτιμούσε ότι το χρέος της Ελλάδας μπορεί να φτάσει στη μέγιστη τιμή του (ταβάνι), ώστε να αρχίσει να μειώνεται, ήδη πριν από το 2013, εφόσον υλοποιηθούν πλήρως οι συμφωνημένες με την τρόικα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Αλλά λίγο ίδρωσε το αυτί των αγορών. Τα spreads των ελληνικών ομολόγων σκαρφάλωσαν ξανά πάνω από τις 900 μονάδες - σαν να δανειζόταν δηλαδή το κράτος μας με επιτόκιο 9 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες ακριβότερα από το γερμανικό, επίπεδα που είχαμε να δούμε από τις αρχές Μαΐου, πριν ολοκληρωθούν οι συμφωνίες με Ε.Ε.-ΔΝΤ και το Μνημόνιο. Η αφορμή ήρθε από την Ιρλανδία, την οικονομία της οποίας υποβάθμισε σε ΑΑ- ο άλλος οίκος Standard & Poor’s (εμάς μας έχει στο ΒΒ+), προκαλώντας εύλογη αγανάκτηση στις αρχές της χώρας. Έτσι όπως λειτουργούν οι αγορές αρκεί μια αρνητική είδηση κάπου για να τραπούν επενδυτές σε φυγή από άσχετα χαρτιά όπως είναι οι τίτλοι του ελληνικού χρέους, τα οποία εξακολουθούν να θεωρούν επισφαλή. Και ναι μεν η Ελλάδα θα είναι για πολλούς μήνες ακόμα απαλλαγμένη από την ανάγκη επανόδου στις αγορές ομολόγων, χάρη στο δάνειο Ε.Ε.-ΔΝΤ, οπότε άμεσα δεν θίγεται, όσο και αν επηρεάζεται αρνητικά το γενικότερο επενδυτικό κλίμα γύρω από τη χώρα μας. Από τον Σεπτέμβριο όμως ο ΟΔΔΗΧ θα πρέπει να εκδίδει και πάλι βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια. Και εκεί το όποιο επιτόκιο διαμορφώνεται έχει κόστος που μετράει.

Η απαισιοδοξία για τις προοπτικές των χωρών της λεγόμενης περιφέρειας της Ευρωζώνης συλλήβδην φάνηκε ωστόσο να κάμπτεται την Πέμπτη. Μεγάλες διεθνείς τράπεζες χρησιμοποίησαν μαζικά, σε ύψος ρεκόρ έγραφαν οι Financial Times, ομόλογα του ισπανικού κράτους ως εγγυήσεις για να αντλήσουν ρευστότητα από τις αγορές, το ίδιο και ισπανικές τράπεζες, οι οποίες έως τώρα εξαρτιούνταν κυρίως από την ΕΚΤ, σαν τις δικές μας. Οι κινήσεις αυτές, πολύ θετικές για την Ευρωζώνη στο σύνολό της, σηματοδοτούν αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, σχολίαζε η βρετανική εφημερίδα, καταγράφοντας ως σπουδαίο λόγο επίσης το γεγονός ότι αυτές οι τραπεζικές συναλλαγές καλύπτονται από τους οίκους LCH. Clearnet (Λονδίνο) και Eurex Clearing (Φραγκφούρτη), που αναλαμβάνουν τη ζημία από ενδεχόμενη αδυναμία να αποπληρωθεί κάποιο δάνειο. Αλλά επιπλέον υποδηλώνουν ότι το δημόσιο χρέος της Ισπανίας, αν και ανεβαίνει, είναι ακόμα ως ποσοστό του ΑΕΠ σημαντικά χαμηλότερο από το δικό μας, θα προσθέταμε εμείς.

Σε προκαταρκτική συνεδρίαση για τον προϋπολογισμό του 2011 συνήλθε άλλωστε την Πέμπτη το υπουργικό συμβούλιο της Ισπανίας με τον πρωθυπουργό Χοσέ-Λουίς Θαπατέρο. Βγαίνοντας η υπουργός Οικονομικών Έλενα Σαλγάδο προανήγγειλε ότι οι δαπάνες των υπουργείων θα επανέλθουν στα επίπεδα του 2006, θα είναι μειωμένες κατά 16% κατά μέσο όρο, σύμφωνα με την El Pais προχθές. Μένει το ερώτημα πώς θα βγει από την ύφεση και τη δραματικά υψηλή ανεργία η ισπανική οικονομία με τόσο περιοριστική δημοσιονομική πολιτική.

Η δική μας κυβέρνηση ως προς τον νέο προϋπολογισμό καθυστερεί ακόμα. Δεν συνιστά δικαιολογία ότι οι στόχοι έχουν προδιαγραφεί από το Μνημόνιο. Διότι το ερώτημα είναι ακριβώς πώς μπορούν να επιτευχθούν οι αναγκαστικοί λόγω υψηλού χρέους στόχοι με το μικρότερο δυνατό κόστος για τους ασθενέστερους, για την απασχόληση, για την επάνοδο σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, εντέλει και προπάντων για μιαν αναπτυξιακή προοπτική.

Χαρακτηριστικά, ακόμα και αναλυτές νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων - όπως οι «Έλληνες οικονομολόγοι για τη μεταρρύθμιση» καθηγητές Κώστας Μεγίρ, Δημήτρης Βαγιάνος και Νίκος Βέττας, που αρθρογράφησαν πρόσφατα στους Financial Times - υπογραμμίζουν σε μελέτη τους πόσο υποχρηματοδοτείται η δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας. Ούτε είναι καλύτερη η εύκολη λύση -γιατί δεν προκαλεί άμεσες συγκρούσεις- ακόμα μεγαλύτερων περικοπών στις δημόσιες επενδύσεις.

Αυτή η διερεύνηση όμως δεν μπορεί παρά να είναι συλλογική, απαιτεί τη συμμετοχή των επικεφαλής όλων των υπουργείων, ακόμα και κοινωνικών φορέων, τόσο στη λήψη των αποφάσεων, όσο και στην υλοποίησή τους. Τέτοια συλλογικότητα δεν διακρίνεται στην κυβέρνηση, αφού κάθε μέλος της προσπαθεί να επιρρίψει ό,τι δυσάρεστο στους άλλους, αν όχι σε συναδέλφους, τότε στην κακή τρόικα.

Τη μοναχική εικόνα της ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών ελάχιστα διασκέδασαν έτσι πρόσφατες συσκέψεις ομάδων υπουργών με τη ΓΣΕΕ ή τη ΓΣΕΒΕΕ «εν όψει ΔΕΘ», που έψαχναν τι καλό μπορεί να αναγγείλει ο πρωθυπουργός, όταν ο γνωστός παλιός δρόμος των υποσχέσεων για παροχές και μειώσεις φόρων (μια μονάδα χαμηλότερο ΦΠΑ ζήτησε π.χ. η ΓΣΕΒΕΕ) είναι ερμητικά κλειστός. Με την παραδοσιακή -και καταστροφική, όπως αποδείχθηκε πια- πολιτική αυτή αντίληψη φαίνεται άλλωστε να συγκρούονται τα ευρήματα του τελευταίου «ευρωβαρόμετρου» για τη χώρα μας: Εμφανίζουν ένα 80% των ερωτηθέντων τον Ιούνιο να πιστεύουν ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους. Και ένα 68% πρόθυμο για μεταρρυθμίσεις που να ευνοούν τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν συνεπάγονται βαρύτερες θυσίες από τις τωρινές. (Τα αντίστοιχα μέσα ποσοστά στην Ε.Ε.-27 ήταν 74% και 71%.)

Παράδοξα του πληθωρισμού

Ο υψηλός σχετικά πληθωρισμός στην Ελλάδα, 5,5% τον Ιούλιο, με απόσταση ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη, συγκαταλέγεται οπωσδήποτε στα μείζονα αρνητικά της οικονομικής μας κατάστασης: Συνεπάγεται άνοδο του κόστους ζωής για τα νοικοκυριά, που ήδη είχαν υποστεί συμπίεση των εισοδημάτων τους, με βαρύτερα να θίγονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι χωρίς άλλους πόρους. Και χειροτερεύει ακόμα περισσότερο την ανταγωνιστικότητα των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στη χώρα, υπονομεύοντας εισοδήματα και την απασχόληση.

Παραδόξως όμως έχει και μια φαινομενικά ευεργετική επίδραση: Μειώνει τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, καθώς ο παρονομαστής -το ΑΕΠ σε όλο και πιο πληθωρισμένα ευρώ- μεγαλώνει χωρίς να μεταβάλλεται ο αριθμητής, όσα ευρώ έχουμε δανειστεί σωρευτικά. Έτσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τελευταία της έκθεση εκτιμά ότι το ονομαστικό (σε τρέχουσες τιμές) ΑΕΠ θα μειωθεί φέτος μόλις κατά 0,5%, από 2,4% που ήταν η προηγούμενή της πρόβλεψη, με αποτέλεσμα το μεν (ίδιο ποσοτικά) έλλειμμα να μειώνεται ελαφρά σε 7,8% του ΑΕΠ από 8%, το δε χρέος, πιο αισθητά, σε 130,2% του ΑΕΠ από 133,2%, κατά τρεις μονάδες.

Η τάση προβάλλεται στο 2011, όπου το χρέος περιορίζεται σε 139,8% του ΑΕΠ από 145,2% της αρχικής πρόβλεψης. Αν μια τέτοια αριθμητική βελτίωση θα εντυπωσίαζε κάποιους αναλυτές, λίγο ωφελεί πάντως όσο εξακολουθούν να μη δημιουργούνται προϋποθέσεις για να αυξηθεί και να αναβαθμιστεί η παραγωγή και η απασχόληση, για να βγούμε με ασφάλεια από την τωρινή ύφεση. Τούτη την ώρα το πλεονέκτημα της μείωσης του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ στην Ελλάδα φαίνεται να υπεραντισταθμίζεται από την απώλεια της ανταγωνιστικότητας.

Ιστορικά η στρατηγική του πληθωρισμού για να μειωθούν οι δανειακές υποχρεώσεις των κρατών έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως από τις κυβερνήσεις, όπως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκρηκτική άνοδος του δημοσίου χρέους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη λόγω της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης διαμορφώνουν ανάλογες συνθήκες με τότε, πρεσβεύουν οικονομολόγοι αναγνωρισμένου κύρους (πρώτος ήδη από τα τέλη του 2009 ο Κένεθ Ρόγκοφ), που εισηγούνται έναν «ελεγχόμενο πληθωρισμό», της τάξης του 3-4%, ώστε να διευκολυνθούν τα κράτη να συντηρούν δαπάνες αναγκαίες για να στηρίξουν τις ακόμα παραπαίουσες οικονομίες, καθώς και να συγκεντρώνουν έσοδα. Αλλά στην Ευρωζώνη η άποψη αυτή προσκρούει σε απόλυτη άρνηση ΕΚΤ και κυβερνήσεων, ενώ κατηγορηματικά την απέρριπτε προχθές σε βαρυσήμαντη ομιλία του ενόψει της επιβράδυνσης της αμερικανικής οικονομίας ο πρόεδρος της Fed (κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ) Μπεν Μπερνάνκε.

Για μια μικρή οικονομία σαν την ελληνική είναι προφανώς αδύνατο να ακολουθήσει μόνη της μια τέτοια στρατηγική.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι