Ο νέος οικονομικός λαϊκισμός κινητοποιεί τους Δημοκρατικούς

Robin Toner, New York, ppol.gr, 13/08/2007

Τόσο στο Καπιτώλιο όσο και στην κούρσα για το Λευκό Οίκο, η κριτική των Δημοκρατικών στα οικονομικά πεπραγμένα της κυβέρνησης γίνεται όλο και πιο αιχμηρή και κραυγαλέα.

Είναι σαφές πως το δρόμο αυτό τον άνοιξαν ορισμένοι από τους πιο πετυχημένους Δημοκρατικούς υποψηφίους στις περσινές βουλευτικές εκλογές.

Όλο και συχνότερα οι Δημοκρατικοί αναφέρονται στην αναιμική αύξηση των μισθών και στις αρνητικές επιπτώσεις του διεθνούς εμπορίου και της παγκοσμιοποίησης στην αμερικανική οικονομία και το λαό των ΗΠΑ.

Καταγγέλλουν αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «αυξανόμενο χάσμα» ανάμεσα στη μεσαία τάξη -που μάχεται να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της ρευστής αγοράς εργασίας- και στις ευημερούσες ελίτ που πλούτισαν χάρη στη νέα οικονομία.

Η Δημοκρατική γερουσιαστής της Νέας Υόρκης Χίλαρι Ρόνταμ Κλίντον (Hillary Rodham Clinton), αποκαλεί αυτόν τον τρόπο σκέψης «οικονομικά της εξίσωσης προς τα κάτω -χωρίς την εξίσωση».

Ο λαϊκισμός δεν είναι νέος στο Δημοκρατικό κόμμα. Ως υποψήφιος για την προεδρία, ο Αλ Γκορ (Al Gore) διαβεβαίωνε εδώ και λίγα χρόνια πως μαχόταν «ενάντια στους ισχυρούς, στο πλευρό του λαού». Οι Ρεπουμπλικάνοι κατηγορούν από παλιά τους Δημοκρατικούς ως το κόμμα που ενθαρρύνει τον «ταξικό πόλεμο».

Σύμφωνα με τους αναλυτές όμως, η σημερινή λαϊκίστικη έξαρση είναι βαθιά ριζωμένη στην άποψη πως οι οικονομικές συνθήκες είναι ήδη δύσκολες και χειροτερεύουν για πολλούς ανθρώπους. Το έδαφος είναι γόνιμο για συζητήσεις για το τι συμβαίνει με τη φορολογία, την εκπαίδευση, το εμπόριο και την υγεία.

Στις αρχές Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές ξεκίνησαν κοινοβουλευτική διαβούλευση προκειμένου να συζητηθεί η πρόταση για αύξηση της φορολόγησης των μεγιστάνων της Ουολ Στριτ: των μεγαλύτερων μετόχων του χρηματιστηρίου και των εταιρειών αμοιβαίων κεφαλαίων.

Στο Βουλή των Αντιπροσώπων ο Δημοκρατικός εκπρόσωπος της Μασαχουσέτης Μπάρνι Φρανκ (Barney Frank), που προεδρεύει της επιτροπής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, κάλεσε πολιτικά στελέχη και οικονομολόγους σε μια διαβούλευση με θέμα «παγκοσμιοποίηση, εξαγωγή επιχειρήσεων και ο Αμερικανός εργαζόμενος: τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση;».

Η πρόεδρος της Βουλής και Δημοκρατική εκπρόσωπος της Καλιφόρνια Νάνσι Πελόζι (Nancy Pelosi), έδωσε τον τόνο: «ο αμερικανικός λαός θέλει να ξέρει τι κάνουμε για την οικονομική του εξασφάλιση».

Ο λόγος τους -και σε κάποιο βαθμό και οι προτάσεις τους- απέχουν πολύ από τις προσεγγίσεις του κόμματος κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton) παραδεχόταν πως το διεθνές εμπόριο δημιουργούσε θέσεις εργασίας στην Αμερική και πως η κερδοφορία της Ουολ Στριτ θα μείωνε τα επιτόκια κι άρα θα ωφελούσε την οικονομία.

Η λαϊκίστικη έξαρση αντανακλά την ευρύτερη συζήτηση που διεξάγεται στο εσωτερικό του Δημοκρατικού κόμματος για την οικονομία ή για το πόσο έχει ξεπεραστεί η κεντρώα προσέγγιση της περιόδου Κλίντον, με βασικό εκφραστή τον Ρόμπερτ Ρούμπιν (Robert E. Rubin), τον πρώην υπουργό οικονομικών κι ένθερμο υποστηρικτή της απελευθέρωσης του εμπορίου και της περικοπής των ελλειμμάτων.

Μέχρι σήμερα οι Ρεπουμπλικάνοι μοιάζουν ακλόνητοι στις παραδοσιακή τους υποστήριξη στην ελεύθερη οικονομία. Υπενθυμίζουν την ανάκαμψη του χρηματιστηρίου, τη μείωση των ελλειμμάτων και τους σταθερά θετικούς -αν και όχι εντυπωσιακούς- ρυθμούς ανάπτυξης, ως απόδειξη της αποτελεσματικότητας των συντηρητικών τους πολιτικών -των φοροαπαλλαγών, της απορρύθμισης της οικονομίας και της περαιτέρω απελευθέρωσης του εμπορίου.

Οι Δημοκρατικοί πάλι λένε πως αντιλαμβάνονται οικονομικές δυσκολίες που μαστίζουν την κοινωνία, έστω κι αν δεν καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές, όπως την ανησυχία της μεσαίας τάξης για την ανεργία, την ασφάλιση και το κόστος της εκπαίδευσης.

Οι καιροί άλλαξαν, λένε οι Δημοκρατικοί: μετά από έξι χρόνια συντηρητικής φορολογικής και οικονομικής πολιτικής, οι ανισότητες αυξήθηκαν.

Ακόμα κι η κ. Κλίντον, που πασχίζει να συνδέσει την υποψηφιότητά της με τις ευχάριστες αναμνήσεις από τα οικονομικά αποτελέσματα της προεδρίας του συζύγου της, δεν μπόρεσε να αποφύγει να εκφράσει έντονο σκεπτικισμό για την εξέλιξη του παγκοσμίου εμπορίου και της παγκοσμιοποίησης επί των ημερών της προεδρίας Μπους (Bush).

Εξέφρασε τη διαφωνία της με την προτεινόμενη συμφωνία απελευθέρωσης των συναλλαγών με τη Νότιο Κορέα και παραδέχτηκε πως η παγκοσμιοποίηση «αποδίδει μόνο για λίγους ανάμεσά μας». Δέχτηκε με χαρά την υποστήριξη του πρώην βουλευτή Ρίτσαρντ Γκέπχαρντ (Richard A. Gephardt), που σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία μαχόταν εναντίον των «άδικων» και «άνισων» εμπορικών συμφωνιών.

Η ίδια η κ. Κλίντον υπογραμμίζει όλο και συχνότερα «τις αυξανόμενες ανισότητες και την αύξηση της απαισιοδοξίας των εργαζομένων» και διακήρυξε πως βρισκόμαστε μπροστά σε μία νέα προοδευτική εποχή.

Ο πρώην γερουσιαστής Τζον Έντουαντς (John Edwards), ένας ακόμα Δημοκρατικός διεκδικητής της προεδρίας, εδώ και μήνες καλλιεργεί τους ίδιους τόνους και τονίζει πως «τα τελευταία 20 χρόνια το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών απορρόφησε σχεδόν το 50% της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας».

Ο κ. Έντουαρντς υποστηρίζει την αύξηση της φορολόγησης των καταθέσεων στο χρηματιστήριο και στα αμοιβαία κεφάλαια. Ο διευθυντής της προεκλογικής του εκστρατείας, ο πρώην βουλευτής Ντέιβιντ Μπόνιορ (David E. Bonior), θυμίζει πως ο κ. Έντουαρντς υποστήριζε παρόμοιες προτάσεις ήδη την πρώτη φορά που διεκδίκησε την προεδρία, το 2004. «Ο Τζον Έντουαρντς βρέθηκε από τους πρώτους σε αυτόν τον πολιτικό χώρο», λέει ο κ. Μπόνιορ.

Ενώ βρισκόταν σε προεκλογική περιοδεία στην Αϊόβα, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής το Ιλινόι Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama), δήλωσε πως ακόμα κι όσοι ακολουθούν τις γνωστές συμβουλές για να ανταπεξέλθουν στην παγκοσμιοποίηση -σπουδάζουν και καταρτίζονται- τελικά βρίσκονται στη μεριά των χαμένων.

«Είπαν στο λαό πως πρέπει να καταρτισθεί στα νέες τεχνολογίες για να βρει δουλειά», είπε ο κ. Ομπάμα, «και σήμερα αποδεικνύεται πως πολλές από αυτές τις θέσεις εργασίας εγκαταλείπουν τη χώρα... Είπαν στο λαό "τώρα πρέπει να στραφείτε στις υπηρεσίες" και μετά αποδείχθηκε πως όλα τα τηλεφωνικά κέντρα μας εγκατέλειψαν».

Δεν είναι ασύνηθες για τους υποψηφίους που διεκδικούν το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος να στρέφονται προς τα αριστερά κατά τη διάρκεια των εσωκομματικών εκλογών Ακόμα κι ο ίδιος ο Κλίντον το έκανε στις προκριματικές εσωκομματικές εκλογές του 1992.

Αλλά σήμερα όλοι οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι υπόσχονται πως όταν εκλεγούν στην κυβέρνηση θα εργαστούν για την εμπέδωση αισθήματος ασφαλείας στη μεσαία τάξη και για τη βελτίωση της υγείας και της παιδείας.

Δεκαέξι μήνες πριν τις εκλογές οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι έχουν ολοκληρώσει τα πολιτικά τους προγράμματα για την εσωτερική πολιτική, και προτείνουν την κατάργηση των φοροαπαλλαγών του Μπους για τους πλουσιότερους Αμερικανούς και τη μεταφορά των πόρων αυτών στην διεύρυνση της υγειονομικής κάλυψης.

Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις τους και στο κογκρέσο οι Δημοκρατικοί αναφέρονται επίσης στην ανάγκη επιδότησης της κολεγιακής φοίτησης σε όσους χάνουν τη δουλειά τους λόγω μετακίνησης της επιχείρησής τους στο εξωτερικό.

Οι Δημοκρατικοί προωθούν επίσης νομοθεσία που θα επιτρέπει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να διαπραγματεύεται τις τιμές των φαρμάκων με τις φαρμακοβιομηχανίες. Η τιμή των φαρμάκων είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα των λαϊκιστών.

Οι Δημοκρατικοί ηγέτες τονίζουν πως αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη της μεσαίας τάξης στο πολιτικό σύστημα, θα είναι πολύ δύσκολο να απελευθερωθεί περαιτέρω το εμπόριο ή να βελτιωθεί η κατάσταση των μεταναστών.

«Δεν νομίζω πως θα μπορέσουμε να κάνουμε νέες εμπορικές συμφωνίες ή μεταρρυθμίσεις στη μετανάστευση -ή οπουδήποτε αλλού εδώ που τα λέμε- πριν παρουσιάσουμε μία θετική οικονομική διέξοδο στον αμερικανικό λαό, πριν καταλάβει ο λαός τι θέλουμε να κάνουμε σήμερα και στο μέλλον», τονίζει η κ. Πελόζι.

Ο Δημοκρατικός αντιπρόσωπος της Καλιφόρνια Τζορτζ Μίλερ (George Miller), που προεδρεύει της κοινοβουλευτικής επιτροπής εκπαίδευσης κι εργασίας επιμένει: «ο λόγος που χάνουν τη δουλειά τους δεν είναι η απελευθέρωση του εμπορίου, έτσι όμως νομίζουν».

Οι Δημοκρατικοί βουλευτές έχουν ήδη ανακοινώσει πως δεν είναι στις προθέσεις τους να ανανεώσουν την δικαιοδοσία του προέδρου να συνάπτει νέες εμπορικές συμφωνίες. Αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει,λένε, είναι «πώς να επεκτείνουν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης σε όλους τους Αμερικανούς».

Αυτός ο νέος λαϊκισμός ανησυχεί τόσο τη δεξιά όσο και την αριστερά του Δημοκρατικού κόμματος.

Πολλοί αριστεροί ανησυχούν πως για το κομματικό κατεστημένο όλα αυτά δεν είναι παρά λόγια. Θυμίζουν πως πολλοί κομματικοί αξιωματούχοι χρηματοδοτούνται από την Ουολ Στριτ κι εδώ και χρόνια υποστηρίζουν την απελευθέρωση της οικονομίας.

Η αλήθεια είναι πως οι ηγέτες των Δημοκρατικών προσπάθησαν να προωθήσουν φέτος ορισμένες εμπορικές συμφωνίες, αλλά υποχώρησαν εμπρός στην αντίδραση της βάσης τους. Πολλοί από τους νέους λαϊκιστές βρίσκουν επίσης το κομματικό κατεστημένο υπερβολικά επιφυλακτικό να αντιμετωπίσει τις εξόφθαλμες αδικίες του φορολογικού συστήματος.

Από την άλλη πολλοί κεντρώοι Δημοκρατικοί, όπως εκείνοι που συμμετέχουν στην ομάδα «τρίτος δρόμος», ανησυχούν πως το κόμμα στρέφεται προς τα αριστερά κι εγκαταλείπει την αισιόδοξες, αναπτυξιακές και φιλικές προς την επιχειρηματικότητα πολιτικές που εφάρμοσε επιτυχημένα ο κ. Κλίντον.

’Αλλοι πάλι λένε πως πρόκειται για μία αναπόφευκτη στροφή, που αντιστοιχεί στην δυσαρέσκεια και την ανησυχία που κυριαρχεί στη χώρα και που το κόμμα αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο στις νικηφόρες περσινές εκλογές.

Τους θερμότερους συνήγορους του λαϊκισμού τους βρίσκουμε ανάμεσα στους Δημοκρατικούς που εξελέγησαν για πρώτη φορά τον περασμένο Νοέμβριο. Ο γερουσιαστής του Οχάιο Σέροντ Μπράουν (Sherrod Brown) που επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου αντιπάλου του επιτιθέμενος στις εμπορικές και οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης, δηλώνει βέβαιος για το πολιτικό μέλλον του οικονομικού λαϊκισμού.

Σημειώνει πως κέρδισε με 12.5 μονάδες διαφορά τον αντίπαλό του, δύο μόλις χρόνια αφού ο Τζον Κέρι (John Kerry), ο Δημοκρατικός υποψήφιος για την προεδρία είχε χάσει την πολιτεία με 2 μονάδες διαφορά.

«Αυτό έγινε λόγω του λαϊκίστικου οικονομικού μου μηνύματος», λέει ο κ. Μπράουν. «Όσο συντηρητικοί κι αν ήταν οι ψηφοφόροι, ψήφισαν για προστασία του εμπορίου, για σπουδαστικά δάνεια, για υγειονομική ασφάλιση και δωρεάν φάρμακα. Η Χίλαρι, ο Ομπάμα ή όποιος άλλος θέλει να νικήσει στο Οχάιο στις προεδρικές εκλογές του 2008 είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την ίδια γραμμή».

Ακόμα κι ο βουλευτής του Ιλινόι Ραμ Εμάνιουελ (Rahm Emanuel) ένας φιλελεύθερος κλιντονικός που γύρισε προς το λαϊκισμό και που θεωρείται το απόλυτο κομματικό κατεστημένο, εξηγεί πως το κόμμα πρέπει να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες: «θα κερδίσει το κόμμα που θα απαντήσει στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης», τονίζει.

*Η Robin Toner είναι πολιτική συντάκτρια των «Νιου Γιορκ Τάιμς»

Θέμα επικαιρότητας:
Αμερική

Σύνολο: 36 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι