Επιδεινώνεται η παγκόσμια ύφεση, πλήττεται και η Ελλάδα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 15/03/2009

Δεδομένη θεωρείται πια η ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας: Θα συρρικνωθεί κατά 1-2% φέτος, προβλέπει τώρα η Παγκόσμια Τράπεζα, ίσως περισσότερο να μας λένε τον άλλο μήνα. Μιαν ελπίδα ανάσχεσης της κρίσης διαγράφει η σύνοδος των 20 μεγάλων στις 2 Απριλίου, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες όμως λίγο βοηθούν. Στην Ελλάδα ανεβαίνει η ανεργία αλλά και τα ελλείμματα, και πολιτική απάντηση δεν δίδεται.

Οι πρόσθετοι 49.161 άνεργοι που μέτρησε το Δεκέμβριο η γενικά αμφισβητούμενη για την πληρότητα των στοιχείων της Στατιστική μας Υπηρεσία, ήρθαν να καταρρίψουν τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της κυβέρνησης ότι η κρίση δεν έχει έως τώρα επηρεάσει σοβαρά την Ελλάδα. Το άλμα κατά 1,1 μονάδα στο επίσημο ποσοστό ανεργίας (8,9% πάλι), καθιστά ακόμα πιο εξωπραγματική τη - μοναχική εφόσον κανείς άλλος δεν την συμμερίζεται - κυβερνητική πρόβλεψη ότι θα έχουμε φέτος μιαν αύξηση του ΑΕΠ 1,1%. Στην πρόβλεψη αυτή στηρίχθηκε όμως το νέο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας για αυξήσεις φορολογικών εσόδων που θα συγκρατήσουν το έλλειμμα, το οποίο διόλου δεν έπεισε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους υπουργούς των άλλων χωρών.

Στη γνώμη που εξέδωσε το Συμβούλιο Ecofin την Τρίτη αμφισβητεί ως «ευνοϊκές» (σε απλή γλώσσα μη ρεαλιστικές) τις προβλέψεις του προγράμματος με δεδομένη την απότομη επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, υπενθυμίζοντας ιδίως ότι οι ελληνικές προβλέψεις για τα έσοδα έχουν αποδειχτεί «συστηματικά αισιόδοξες». Προπάντων υπογραμμίζει την απουσία διαρθρωτικών μέτρων κατά την τριετία που καλύπτει το πρόγραμμα για την αντιστροφή της ανοδικής τάσης του πολύ υψηλού χρέους της χώρας, αλλά και πιο μακροχρόνια, ενόψει των αυξανόμενων αναγκών για τις συντάξεις. Θεωρεί έτσι αναγκαίο να ληφθούν μόνιμα μέτρα για τη συγκράτηση των δαπανών, όπου περιλαμβάνει ρητά και τους μισθούς στο Δημόσιο.

Η κατάσταση, όπως τη γνωρίζουμε στη χώρα μας, είναι αρκετά χειρότερη από αυτήν την επίσημη περιγραφή. Παρʼ όλα αυτά, στην Ευρωπαϊκή Γνώμη θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι σε συνθήκες βαθειάς παγκόσμιας ύφεσης, πολιτικές αύξησης των δημοσίων δαπανών, συνακόλουθα και των ελλειμμάτων, είναι επιβεβλημένες από όλες τις χώρες, που θα σήμαινε ακόμα και εκείνες με χρόνια ελλείμματα και υψηλό χρέος. Το υποστηρίζουν σοβαροί οικονομολόγοι, πρόσφατα ο διευθυντής Κέντρου Bruegel Ζαν Πιζανί Φερί, με την προϋπόθεση πάντως απολύτως συγκεκριμένων δεσμεύσεων για δημοσιονομική εξυγίανση όταν υποχωρήσει η κρίση, κάτω από αυστηρή εποπτεία. Εφόσον όμως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν υιοθετούν την άποψη αυτή (δυστυχώς, και όχι μόνο για μάς: πολύ περισσότερο συνολικά για την Ευρώπη και για την απαιτούμενη συμβολή της στην καταπολέμηση της παγκόσμιας κρίσης), ούτε τις εισηγήσεις για ευρωπαϊκή κάλυψη του δανεισμού των ασθενέστερων κρατών, οι υποδείξεις Επιτροπής και Ecofin για μείωση των ελλειμμάτων από φέτος δεν νοείται να αγνοηθούν. Διότι, απλούστατα, θα το πληρώναμε ακριβά.

Και πάλι ωστόσο, ακόμα διατηρούμε την πολιτική ευχέρεια επιλογής των μέσων: Μπορεί η Επιτροπή δικαιολογημένα, ύστερα από την κατάρρευση των τελευταίων ετών, να αμφισβητεί την ικανότητα του ελληνικού κράτους να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και γιʼ αυτό να επιμένει μονομερώς στην περικοπή δαπανών. Αλλά κακώς τη συμμερίστηκε αβασάνιστα ο πρωθυπουργός, ενώ προκλητική τουλάχιστον ακούστηκε την Τετάρτη η δήλωση του επί πέντε σχεδόν χρόνια υπεύθυνου Γιώργου Αλογοσκούφη, ότι ορθώς ο ίδιος μείωνε τους φορολογικούς συντελεστές και έφταιγαν οι κρατικές υπηρεσίες που δεν μάζευαν τους φόρους. Σαν να μην ήταν ο ίδιος ο προϊστάμενός τους, σαν να μην τις είχε διαλύσει με κομματικά κριτήρια μόλις ανέλαβε, σαν να μην ενθάρρυνε τη φοροδιαφυγή με όλες του τις ενέργειες... Στο χέρι των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας είναι όμως να επιβάλουν την αναγκαία αύξηση των εσόδων αλλάζοντας το φορολογικό σύστημα, καθώς και ανακατανομή των δαπανών, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, να μειωθούν οι ανισότητες και να προστατευθούν οι ασθενέστεροι, εφαρμόζοντας λιτότητα εκεί που χρειάζεται και πρέπει να γίνει ανεκτή. Φτάνει να το προτείνουν γρήγορα και πειστικά.

Αλλά μακριά από οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο βρίσκεται η κυβέρνηση. Το επιβεβαίωσε ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου την Πέμπτη, όταν απλώς άφηνε ανοικτά οποιαδήποτε μέτρα εκτός από την αύξηση του ΦΠΑ: ανάμεσά τους και νέα παράταση των περιβόητων «περαιώσεων», τη σκανδαλώδη εξαγορά «τακτοποίησης» των παρανόμων «ημιυπαίθριων», μιαν εφʼ άπαξ εισφορά στα υψηλότερα εισοδήματα, όλα μέτρα που θα αποδώσουν ό,τι αποδώσουν μία φορά, χωρίς μονιμότερη επίπτωση στα ελλειμματικά δημόσια οικονομικά, θα κρίνονταν άρα ανεπαρκή.

Κρίσιμη σύνοδος κορυφής των 20 στο Λονδίνο - απρόθυμη η Ευρώπη

Ισχυρές αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης περιμένει ο κόσμος από τους ηγέτες των 20 μεγαλύτερων ανεπτυγμένων και αναπτυσσομένων οικονομιών, που συνέρχονται για δεύτερη φορά στις 2 Απριλίου στο Λονδίνο. Αυτή τη φορά θα συμμετέχει ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα στη θέση του συντηρητικού Τζορτζ Μπους τον περασμένο Οκτώβριο στην Ουάσινγκτον. Ελπίδες γεννούν ο δυναμισμός και η προοδευτική του αντίληψη, καθώς στο διάστημα που μεσολάβησε η κρίση αποδεικνύεται ολοένα πιο απειλητική. Η παγκόσμια οικονομία προβλέπεται να συρρικνωθεί φέτος κατά 1-2%, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, και για να αποτραπεί μια πολύ βαθύτερη και μακροχρόνια ύφεση, τόσο ο πρόεδρός της, Ρόμπερτ Ζέλικ, όσο και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ντομινίκ Στρως-Καν, μαζί με τους περισσότερους οικονομολόγους του πλανήτη, θεωρούν αναγκαία μια συντονισμένη δημοσιονομική παρέμβαση στο ύψος του 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ τουλάχιστον.

Ο Ομπάμα ήδη ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, κοινωνικών δαπανών και φορολογικών ελαφρύνσεων για τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, αν και περικόπηκε στο Κονγκρέσο και έχει αμφισβητηθεί η επάρκειά του. Η Κίνα έχει ήδη υιοθετήσει ένα πρόγραμμα που φτάνει στο 7% του ΑΕΠ της και ο πρωθυπουργός της Ουέν Ζιαμπάο ανήγγειλε προχθές την πρόθεση να το αυξήσει. Η Ιαπωνία επίσης ακολουθεί. Αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ πιο πίσω στις προσπάθειες για την ανάκαμψη, μόλις σε ένα 0,9% του ΑΕΠ. Στην έκκληση μάλιστα του Ομπάμα και του υπουργού του Τιμ Γκάιθνερ να τις εντείνουν, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η Γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ απαντούσαν την Πέμπτη ότι «το πρόβλημα δεν είναι να δαπανήσουμε περισσότερα, αλλά να θεσπίσουμε ένα σύστημα ρυθμίσεων ώστε να μην αναπαραχθεί η οικονομική και χρηματοοικονομική καταστροφή που ζούμε σήμερα».

Για να προετοιμάσουν τη σύνοδο κορυφής των 20, του παλιού G7 (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) δηλαδή, μαζί με τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία, την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Νότιο Αφρική, τη Σαουδική Αραβία, τη Νότιο Κορέα, την Ινδονησία, την Αυστραλία και την Τουρκία, συναντήθηκαν αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο οι οικονομικοί υπουργοί των χωρών αυτών, μαζί με τους Ζέλικ και Στρως-Καν, καθώς και με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Θέμα επικαιρότητας:
Χρηματοπιστωτική κρίση

Σύνολο: 95 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι