Κρίση του ευρώ: επιβάλλεται θετική διέξοδος!

Dominique Plihon, Aurélie Trouvé, Le Monde, ppol.gr, 22/05/2010

Η κρίση του ευρώ επεκτείνεται ακατάπαυστα, εγείροντας δύο ερωτήματα:

Πρέπει να πληρώσουν την κρίση τα λιγότερο προνομιούχα κοινωνικά στρώματα ή το κεφάλαιο;

Πρέπει να ενθαρρύνουμε την επιστροφή στα κράτη-έθνη ή την οικοδόμηση μιας περισσότερο πολιτικής και αλληλέγγυας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ);

Μεταξύ όσων δε θέλουν να πληρώσει το κεφάλαιο βρίσκουμε συνειδητούς οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού αλλά και όλους όσοι θεωρούν αυτοσκοπό την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της.

Όλους όσοι χειροκροτούν κάθε συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, ακόμα και όταν σκοπός της είναι η αποτελεσματικότερη επίθεση κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Όλους όσοι επιχαίρουν με την πρόταση των υπουργών οικονομίας της ευρωζώνης να ελέγχονται προκαταβολικά από την Ευρώπη οι εθνικοί προϋπολογισμοί, πριν καν ελεγχθούν από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών, πράγμα που δεν είναι παρά ένας εύσχημος τρόπος να εξασφαλιστεί πως οι προβλεπόμενες δραστικές πολιτικές λιτότητας θα εφαρμόζονται οπωσδήποτε.

Όλοι όσοι, τέλος, επιδοκίμασαν τις ευρωπαϊκές αποφάσεις της 9ης Μαΐου για ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης που αποκλειστικός σκοπός του είναι να «ηρεμήσουν οι αγορές» χωρίς να δίδεται η παραμικρή σημασία στη ριζική αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού προβλήματος.

Πίσω από τις αποφάσεις αυτές υποκύπτεται ένα σχέδιο λιτότητας μεγάλης εμβέλειας, στο πλαίσιο του οποίου η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού στη Γαλλία δεν είναι παρά η αρχή: το δημόσιο χρέος αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία να επιβληθεί ολοκληρωτικά η λογική του νεοφιλελευθερισμού, που δεν είναι άλλη παρά η αυξανόμενη μεταφορά πλούτου από τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τους ανέργους προς τους κατόχους του μεγάλου κεφαλαίου.

Οι πολιτικές συμπίεσης των μισθών και των συντάξεων, η μείωση των υπαλληλικών θέσεων εργασίας και η αύξηση φόρων σαν το ΦΠΑ, είναι κοινωνικά άδικες και οικονομικά αναποτελεσματικές: αυτή η «θεραπευτική αγωγή» λιτότητας θα φέρει μόνο οικονομική ύφεση και ολοένα και σημαντικότερη μείωση των αναμενόμενων φορολογικών εσόδων, πράγματα που θα καταστήσουν ανέφικτη την ανάκαμψη των ευρωπαϊκών κρατών.

Όσοι επιθυμούν να πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο, υπογραμμίζουν από τη μεριά τους την ευθύνη που έχουν οι χρηματαγορές στη δημιουργία της κρίσης, την άνευ όρων διάσωση των τραπεζικών ομίλων από τις κυβερνήσεις και την ύφεση και διόγκωση των κρατικών ελλειμμάτων στην οποία οδήγησε αυτή η πολιτική. Από το 2007, η κρίση των ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών μετατράπηκε σε κρίση δημοσίων ελλειμμάτων (δες άρθρο «κρίση: το σταυροδρόμι») που κλιμακώθηκε από τα φορολογικά «δωράκια» των κυβερνήσεων στους πλούσιους.

Να πληρώσει λοιπόν την κρίση το κεφάλαιο... Μάλιστα, αλλά πώς; Υπάρχουν δύο τρόποι:

Ο πρώτος προϋποθέτει την επιστροφή στην Ευρώπη των εθνικών κρατών και στην πλήρη αποκατάσταση της εθνικής τους κυριαρχίας, ιδίως στο νομισματικό τομέα· με άλλα λόγια την έξοδο από το ευρώ: ήτοι λιγότερη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, αλλά και λιγότερο πολιτική Ευρώπη... Αυτή η επιλογή στηρίζεται στην (πολύ αδύναμη) υπόθεση εργασίας πως μόνες τους οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών θα αποδεικνύονταν πολύ πιο επιθετικές απέναντι στους κεφαλαιοκράτες τους, ενώ πρόκειται για τις ίδιες κυβερνήσεις που εφάρμοσαν όλα αυτά τα χρόνια την οικονομική απορρύθμιση. Στην υπόθεση επίσης πως οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών θα είναι εις θέση να αντισταθούν στις χρηματαγορές, τις πολυεθνικές και τους διεθνείς οργανισμούς σαν το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ), που βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό στην υπηρεσία των συμφερόντων των ΗΠΑ.

Πρόκειται για μία επιλογή που δεν μπορεί παρά να επιδεινώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών και την απόκλιση των οικονομιών τους.

Προς ένα εναλλακτικό κοινωνικό και οικολογικό σχέδιο

Ο δεύτερος τρόπος στοιχηματίζει στην πολιτική ενδυνάμωση της ΕΕ και των δημοσιονομικών, φορολογικών και κοινωνικών της πολιτικών. Στηρίζεται στην πεποίθηση, που την επιβεβαίωσε η κρίση, πως η νομισματική ενότητα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, χωρίς πραγματικές κοινές ευρωπαϊκές οικονομικές πολιτικές. Η «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) θα πρέπει να μιμηθεί την αμερικανική ομοσπονδιακή «Φεντ» ή την «τράπεζα της Αγγλίας» και να δανείζει απευθείας τα κράτη-μέλη, με πολύ χαμηλό επιτόκιο.

Αυτή η επιλογή θα σήμαινε επίσης πως θα παρεμβαίναμε στην πηγή των προβλημάτων μας, με ισχυρή ρύθμιση των χρηματαγορών:

πως θα φορολογούσαμε όλες τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στο ευρωπαϊκό έδαφος,

πως θα υποχρεώναμε τις τράπεζες να αποκτούν κρατικά ομόλογα με χαμηλά επιτόκια,

πως θα απαγορεύαμε την αισχροκέρδεια επί των δημοσίων χρεών διαμέσου των «ασφάλιστρων διακινδύνευσης» (CDS),

πως θα επιτιθέμεθα στα κερδοσκοπικά κεφάλαια.

Μια τέτοια ρύθμιση των χρηματαγορών θα μας πρόσφερε περιθώρια κίνησης για να επιχειρήσουμε αναδιανεμητικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΕ μπορεί να αντιστρέψει τη δημοσιονομική αντεπανάσταση που απάλλαξε τις επιχειρήσεις και το κεφάλαιο από τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, π.χ. επιβάλλοντάς τους μια «κοινωνική» φορολογία επί των κερδών τους και μια «πράσινη» φορολογία επί των εκπομπών θερμοκηπικών αερίων τους.

Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε τη δικαιότερη κατανομή των κρατικών εσόδων και των δαπανών. Αυτή η εναλλακτική πολιτική θα αντιμετώπιζε επίσης τις ανισορροπίες του εμπορικού ισοζυγίου μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών (ιδίως της Γερμανίας και των κρατών του νότου) και θα συνεισέφερε στη σύγκλιση των εθνικών οικονομιών, όχι διαμέσου ενός γενικευμένου προστατευτισμού, αλλά μιας «προς τα πάνω» εναρμόνισης των κοινωνικών και δημοσιονομικών τους πολιτικών.

Ευρωπαϊκή ουτοπία, λέτε; Οι χρηματαγορές γίνονται όλο και πιο απρόβλεπτες, το ευρώ βρίσκεται σε κρίση, οι πάντες συνειδητοποιούν τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούμεθα με τις σημερινές «λύσεις». Η νομισματική κρίση απειλεί πλέον τα ίδια τα κράτη. Η «φυγή προς τα εμπρός» που επιλέγεται σήμερα θα επιδεινώσει σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες διαβίωσης των ευρωπαϊκών πληθυσμών.

Σε αυτή τη συγκυρία, κρίσιμο ρόλο θα παίξει η οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού συστήματος, ανάλογο με αυτό που είδαμε να αναδύεται επ’ ευκαιρία της «οδηγίας Μπολκεστάιν (Bolkestein)» ή της «συνταγματικής ευρωπαϊκής συνθήκης». Πολλά θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα με την οποία θα γενικευθεί στην Ευρώπη η συνειδητοποίηση του τρέχοντος αδιεξόδου. Το 2005, κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης για το «ευρωπαϊκό σύνταγμα», είχαμε τονίσει πως η επιλογή της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης μας οδηγεί σε αδιέξοδο, και μαζί μας τότε είχε συμφωνήσει η πλειοψηφία των συμπολιτών μας. Το 2010, η κρίση αναδεικνύει, για μια ακόμα φορά, την αποτυχία της σημερινής Ευρώπης, που δε διαθέτει πολιτική ενοποίηση και κυριαρχείται από τις αγορές.

Μόνο μια θετική διέξοδος από την κρίση, προς μια εναλλακτική κοινωνική και οικολογική κατεύθυνση, θα μπορούσε να διασώσει το εγχείρημα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.

-----

Οι Dominique Plihon και Aurélie Trouvé είναι οικονομολόγοι, αντίστοιχα πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου και συμπρόεδρος της «ατάκ»

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι