Οι συνταγές του ΔΝΤ δεν βοηθούν

Τα ελλείμματα πέφτουν αλλά η ανάπτυξη χρειάζεται μελέτη

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 21/07/2010

Oι στόχοι που πρέπει να επιτύχει η Ελλάδα αυτήν τη δύσκολη περίοδο που η οικονομία στηρίζεται στους δανειακούς πόρους από την ευρωζώνη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είναι δύο. Ο πρώτος συνίσταται στη βαθμιαία εξάλειψη των δημοσίων ελλειμμάτων, μέσα από δραστικές περικοπές δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Εδώ μέχρι στιγμής τα πράγματα φαίνεται να έχουν πάει καλά, όσο κι αν διαπιστώνονται ακόμα υστερήσεις στην είσπραξη φόρων, όσο κι αν παραμένουν τομείς με σοβαρά προβλήματα (νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ, δημόσιες επιχειρήσεις στις συγκοινωνίες ιδίως). Για τις επιδόσεις του πρώτου εξαμήνου η κυβέρνηση δέχθηκε συγχαρητήρια στις Βρυξέλλες, στην έκθεση που συνέταξαν οι υπεύθυνοι για τη χώρα μας επιτελείς του ΔΝΤ στις 30 Ιουνίου- 17 Ιουλίου δημοσιεύθηκε- δηλώνουν «εντυπωσιασμένοι», οι έπαινοι γράφονται και στον διεθνή Τύπο.

Πέρα από τις άγριες περικοπές και αυξήσεις έμμεσων φόρων, αντίδραση αναγκαστικά απότομη όταν ξεσπά κρίση πληρωμών του κράτους, μένει βέβαια να βελτιωθεί η αποδοτικότητα των δαπανών, τα χρήματα που ξοδεύει το κράτος να πιάνουν τόπο, που σημαίνει να προγραμματίζονται καλά και να ελέγχονται τα αποτελέσματά τους. Ακόμα και σήμερα, στις συνθήκες της πιο ακραίας λιτότητας που γνωρίσαμε ποτέ, διατίθενται κονδύλια με μηδαμινή χρησιμότητα ενόσω βασικές ανάγκες μένουν ακάλυπτες. Ούτε έχουν αρθεί άλλωστε οι ανισότητες στις αμοιβές του Δημοσίου. Και μένει επίσης να βελτιωθεί σε δικαιότερη κατεύθυνση, πιο ενισχυτική για την παραγωγή και την απασχόληση, η φορολογία. Μακροχρόνιες προσπάθειες, αρχίζοντας από τον επόμενο προϋπολογισμό.

Οσο καλά και αν προχωρήσει όμως η δημοσιονομική προσαρμογή και εξυγίανση, από μόνη της δεν φτάνει. Αλληλένδετος, αντίστοιχα σημαντικός, στόχος είναι να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία έχει υποστεί σημαντικές απώλειες τα τελευταία δέκα χρόνια, αφότου μπήκαμε στο ευρώ- από 10% μέχρι και 26% υπολογίζονται σε διάφορες μετρήσεις. Ετσι καταγράφεται στο μνημόνιο, λιγότερο τεχνικά θα μιλούσαμε για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να αυξάνεται η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών σε τιμές και ποιότητες που να βρίσκουν πρόθυμους αγοραστές εδώ και στο εξωτερικό. Ωστε να έχουμε δηλαδή ανάπτυξη, οπότε θα αυξάνονται και η απασχόληση και τα εισοδήματα, άρα και τα φορολογικά έσοδα του κράτους και η ικανότητά του να ασκεί κοινωνικές και άλλες δημόσιες πολιτικές. Μόνο που εδώ ούτε το μνημόνιο ούτε η δημόσια αντιπαράθεση όπως διεξάγεται στη χώρα μας δίνουν πραγματικές απαντήσεις για το πώς θα δημιουργήσουμε τέτοιες προϋποθέσεις.

Ενα πρόβλημα είναι αναμφίβολα ο πληθωρισμός που, σταθερά υψηλότερος στην Ελλάδα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, καθιστούσε τα ελληνικά προϊόντα και τις υπηρεσίες ολοένα ακριβότερα. Αλλά αν τα προηγούμενα χρόνια η διαφορά ήταν μία, το πολύ μιάμιση μονάδα, φέτος έχει ξεπεράσει τις τέσσερις, καταπλήσσοντας τους υπευθύνους του ΔΝΤ οι οποίοι περίμεναν η αύξηση του ΦΠΑ να απορροφηθεί από τις επιχειρήσεις ή τους επαγγελματίες και να μην περάσει στις τιμές. Φάνηκε έτσι και η απόσταση των μοντέλων και των υποδείξεών τους από τη συγκεκριμένη ελληνική πραγματικότητα. Διότι αποδοτική θα μπορούσε να είναι η συνιστώμενη ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την καταπολέμηση ολιγοπωλιακών καταστάσεων, όπως το είδαμε στο γάλα π.χ. Αλλά η απελευθέρωση αγορών και επαγγελμάτων, από τους οδικούς μεταφορείς μέχρι τους συμβολαιογράφους, που προβάλλεται ως πανάκεια, πόσα θα προσφέρει; Καλώς να γίνει, μην περιμένουμε όμως ότι θα λύσει το πρόβλημα του πληθωρισμού, επιπλέον μάλιστα θα αυξήσει και το ΑΕΠ, όπως υπόσχεται το ΙΟΒΕ. Κλειστές ήσαν τόσα χρόνια οι αγορές των καφενείων, εστιατορίων, ξενοδοχείων και ενοικιαζομένων δωματίων, κομμωτηρίων, εργολάβων οικοδομών, υπηρεσιών ηλεκτρολόγου και υδραυλικού, ιατρικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών, που οι τιμές τους αυξάνονταν πάνω από τον μέσο όρο; Κάπως αλλιώς χρειάζεται να προσεγγιστεί το πρόβλημα: ερευνώντας κόστη, αμοιβές, κέρδη και βιωσιμότητα όλων των κλάδων.

Ακόμα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα ήταν η άποψη του ίδιου του γενικού διευθυντή του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, ο οποίος θεωρούσε επιβεβλημένη τη μείωση των ονομαστικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Ποιων αποδοχών; Εκείνων που ορίζουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή αυτών που καταβάλλονται πραγματικά; Τι παρεμβάσεις απαιτούνται στην αγορά εργασίας όταν αγνοείται η ύπαρξη δύο παράλληλων αγορών, και η δεύτερη με τις χαμηλότερες αμοιβές, απλήρωτες υπερωρίες, χωρίς προστασία, εισδύει στην πρώτη «νόμιμη» όσο εντείνεται η κρίση; Στην τελευταία του έκθεση το ΔΝΤ δηλώνει ικανοποιημένο από τα τελευταία μέτρα (μείωση αποζημιώσεων των απολυομένων, μείωση αμοιβών των νέων) χωρίς καμία εκτίμηση επιπτώσεων.

Για τον δεύτερο στόχο, την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και την ανάπτυξη, δεν μπορούμε να αρκεστούμε στις συνταγές του μνημονίου. Ούτε υπάρχουν έτοιμες συνταγές. Χρειάζεται έρευνα, μελέτη, συνεννόηση με όλους τους ενδιαφερόμενους.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι