Μπορεί να αλλάξει ποτέ η Ρωσία;

Ασότ Εγιαζαριάν, Wall Street Journal, ppol.gr, 21/10/2011

Η απόφαση του Βλάντιμιρ Πούτιν (Vladimir Putin) να επιστρέψει στο Κρεμλίνο για μια τρίτη θητεία αποδεικνύει πως, είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία εξακολουθεί να μην μπορεί να μετασχηματίσει το πολιτικό της μοντέλο. Η Ρωσία διαθέτει ένα υπερ-συγκεντρωτικό και εξαιρετικά αναποτελεσματικό κράτος με αδύναμους θεσμούς, που δεν εκπροσωπούν το λαό. Η ιδιοκτησία εξακολουθεί να ανήκει εν πολλοίς σε κρατικούς αξιωματούχους, η κοινωνία των πολιτών παραμένει υπανάπτυκτη και το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης είναι στην καλύτερη περίπτωση αδύναμο.

Από ιστορικής απόψεως, η σημερινή εκδοχή του ρωσικού αυταρχισμού είναι σχετικά ήπια: οι μηχανισμοί καταστολής χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και υπάρχουν θύλακες ελευθερίας, ιδίως στο διαδίκτυο, που οι αρχές επιλέγουν να μην ελέγχουν. Σήμερα οι Ρώσοι απολαμβάνουν σε ανεπανάληπτο βαθμό το δικαίωμά τους να ταξιδεύουν.

Από την άλλη, η πολυδιαφημισμένη «σταθερότητα», που συνδέεται με την ηγεμονία Πούτιν απειλείται από την πλήρη απουσία κάθε ίχνους λαϊκής συμμετοχής. Εκτιμώ πως το 20% της ρωσικής κοινωνίας είναι προοδευτικό κι έτοιμο να ηγηθεί μεγάλων αλλαγών. Αλλά η ζωτικής σημασίας αυτή πρωτοπορία παραμένει σε μεγάλο βαθμό απαθής και δε βλέπει καμία ευοίωνη προοπτική για βασικές μεταρρυθμίσεις. Περιθωριοποιημένη από τα κρατικά ελεγχόμενα μίντια και τις εκλογές-παρωδία, νιώθει πως η ενέργειά της θα πάει χαμένη. Αντί να έχουμε έντονο πολιτικό διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις για το πώς να κυβερνηθεί καλύτερα η χώρα, βασιλεύει απόλυτη σιγή.

Ταυτόχρονα, η κυβερνώσα ελίτ της Ρωσίας νιώθει πως η χώρα ακολουθεί λανθασμένη πορεία. Επιφανειακά, η Ρωσία πάει μια χαρά: οι τιμές του πετρελαίου είναι υψηλές, η χώρα δε χρωστάει και η ετήσια ανάπτυξή της φτάνει το 4%, με τους ξένους επενδυτές να μη μοιάζει να αποθαρρύνονται από το προβληματικό επιχειρηματικό κλίμα.

Αλλά οι ιθύνοντες της Ρωσίας έχουν μερικούς καλούς λόγους να ανησυχούν για την επόμενη εξαετή θητεία του Πούτιν στην προεδρία. Με τις πρώτες ύλες να συνεχίζουν να αντιπροσωπεύουν το 60% των συναλλαγματικών εσόδων από εξαγωγές, η Ρωσία είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε οποιαδήποτε πτώση στις τιμές τους, ιδίως εκείνων του πετρελαίου. Η νομιμοποίηση της σημερινής εξουσίας επαφίεται εν πολλοίς στο ότι την περασμένη δεκαετία δεκαπλασιάστηκαν οι μέσοι μισθοί. Αλλά ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη επιβραδύνεται, αυτός ο παράγοντας ικανοποίησης οδεύει προς τη αποδυνάμωσή του: τα πραγματικά εισοδήματα υπολείπονται της αύξησης του πληθωρισμού και το κόστος της αντικατάστασης των πεπαλαιωμένων κληρονομημένων σοβιετικών υποδομών και των πολλαπλασιαζόμενων συντάξεων αρχίζει να βαραίνει. Αργά ή γρήγορα, όταν το σύστημα παύσει να αποδίδει εισόδημα, θα αντιμετωπίσει κρίση νομιμοποίησης.

Η Ρωσία ουδέποτε υπήρξε τόσο πλούσια όσο σήμερα -αλλά και τόσο διεφθαρμένη. Ενθαρρυντικό σημάδι αποτελεί η αξιοπρόσεκτη προσπάθεια του ακτιβιστή Αλεξέι Ναβάλνι (Alexei Navalny) να αναδείξει την ενδημική διαφθορά σε κρατικές επιχειρήσεις σαν τη «ρόσνεφτ» και να ενθαρρύνει τη λογοδοσία των κρατικών αξιωματούχων. Η μικρή αλλά σημαντική μερίδα της ρωσικής κοινωνίας που υποστηρίζει τη διαδικτυακή του προσπάθεια διαβλέπει σε αυτήν μια δυνατότητα να εκφράσει την αγανάκτησή της για τις κατάφορες κλεψιές εκ μέρους των ιθυνόντων.

Μολοταύτα, η διαφθορά είναι ένα μόνο σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος, της απουσίας της λειτουργίας θεσμών που να εξασφαλίζουν πως η σχέση ηγετών-πολιτών θα ρυθμίζεται από το νόμο. Η Ρωσία χρειάζεται περισσότερο από κάθε τι άλλο ένα σύστημα που να επιτρέπει τη λογοδοσία των ιθυνόντων στους πολίτες, την προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών των τελευταίων και την ορθή απονομή δικαιοσύνης. Ο όγκος των ρωσικών υποθέσεων που καταλήγουν στο «ευρωπαϊκό δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και άλλα διεθνή δικαστήρια αποδεικνύει πόσο λίγο εμπιστεύονται οι Ρώσοι το σημερινό τους δικαιακό περιβάλλον.

Η εξισορρόπηση των εξουσιών ήταν πάντοτε είδος εν ανεπαρκεία στη ρωσική πολιτική ιστορία. Οι αυτοαποκαλούμενοι δημοκράτες που ανέλαβαν την εξουσία μετά το 1991, δεν ήταν ως επί το πλείστον άνθρωποι που είχαν αντιταχθεί στο σοβιετικό σύστημα, αλλά μάλλον προνομιούχοι τρόφιμοί του, που άρπαξαν την ευκαιρία να αντικαταστήσουν την παλιά φρουρά, εκμεταλλευόμενοι τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στις βαλτικές δημοκρατίες ή στην Πολωνία επί παραδείγματι, η Ρωσία δε διέθετε εναλλακτικές αντικαθεστωτικές ελίτ που να διαθέτουν την αποφασιστικότητα και το όραμα να οδηγήσουν τη χώρα στο δρόμο της επιτυχίας και της ανάπτυξης.

Η Ρωσία έμοιαζε περισσότερο με την Ανατολική Γερμανία, όπου επίσης το σοβιετικό σύστημα «κούμπωσε» σε μια μακρά ιστορική παράδοση αυταρχισμού. Αλλά ακόμα και οι Ανατολικογερμανοί, παρά τον τρόμο που τους ενέπνεε η τεσσαρακονταετής ιστορία αδίστακτης καταστολής εκ μέρους των δυνάμεων ασφαλείας τους, βρήκαν τελικά το 1989 το κουράγιο να κατέβουν στους δρόμους διακηρύσσοντας «ο λαός είμαστε εμείς!». Η μόνη ανάλογη εμπειρία που έχει ο Βλάντιμιρ Πούτιν είναι πως όταν το κομμουνιστικό καθεστώς κατέρρεε κατόρθωσε ως αξιωματικός της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας KGB στη Δρέσδη... να πείσει το εξαγριωμένο πλήθος να μη λεηλατήσει το κτίριο στο οποίο εργαζόταν!

Αντιθέτως στη Ρωσία, με την εξαίρεση μιας χούφτας γενναίων, ελάχιστοι κούνησαν το δαχτυλάκι τους τον Αύγουστο του 1991 όταν ο Μπόρις Γιέλτσιν (Boris Yeltsin) σκαρφάλωσε σε ένα τανκ και ανακήρυξε το τέλος της σοβιετικής εξουσίας.

Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός, και όχι οι διακοσμητικές εκδοχές του, απαιτούν την αλλαγή εκ θεμελίων του ρωσικού πολιτικού συστήματος και την ανάπτυξη αυθεντικών δημοκρατικών θεσμών και όχι απομιμήσεών τους. Παρόμοιες αλλαγές δεν μπορούν να προέρθουν από τα πάνω, αλλά από τα κάτω. Το ερώτημα είναι αν η ρωσική κοινωνία θα έχει τη δύναμη και τη θέληση να αδράξει την ευκαιρία, όταν ο πουτινισμός θα βαίνει προς τη δύση του.

--------------------------------------------------------------------------------

O Ashot Egiazaryan είναι μέλος της απερχόμενης «δούμας» που έχει καταφύγει στις ΗΠΑ για την προσωπική του ασφάλεια

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι