O λαϊκισμός στον αιώνα των ΜΜΕ και της μετριότητας

Κατερίνα Μιλτ. Πορφυργένη, 09/06/2012

Μια προσωπική κατάθεση, πρώτα, και μερικές γενικότερες παρατηρήσεις και σκέψεις.



Δεν είμαι πολιτικός και δεν πρόκειται να γίνω ποτέ. Κατ’ αρχήν μου λείπει η φιλοδοξία. Ύστερα, η πολιτική εμπεριέχει κάποιες έννοιες που μου είναι ξένες: το φόβητρο του πολιτικού κόστους και το προσδοκώμενο πολιτικό κέρδος. Αντίθετα, για όποιον ασχολείται με τον πολιτισμό, το κόστος υπάρχει πάντα, κυρίως το ψυχολογικό, αλλά το κέρδος δεν είναι άμεσο. Και δεν είναι ατομικό, είναι συλλογικό . αν υπάρχει θα φανεί με τον καιρό.

Ο λόγος που εισέρχομαι κι εγώ σήμερα στον πολιτικό στίβο είναι αποκλειστικά για να στηρίξω μια προσπάθεια που με πείθει, και εννοώ να το κάνω στο πεδίο που μου είναι οικείο, δηλ. του πολιτιμού.

Ποια είναι τα όρια και ποια τα κοινά σημεία μεταξύ πολιτικής και πολιτισμού;

Κατ’ αρχήν, η πολιτική σήμερα πάσχει, και η ασθένεια ονομάζεται λαϊκισμός. Πρόκειται για ένα χρόνιο, βαρύ και δύσκολα θεραπεύσιμο νόσημα, το οποίος πρέπει να είναι και μεταδοτικό, κρίνοντας από τις εξελίξεις στον τόπο μας, τους τελευταίους μήνες.

Θα παραθέσω ορισμένες σκέψεις που δεν είναι δικές μου, και δεν ξέρω αν το γεγονός ότι ίδια φαινόμενα υπάρχουν και αλλού μπορεί να μας παρηγορήσει ...

(Ο Γίρι Πέχε είναι τσέχος πολιτειολόγος, τα αποσπάσματα προέρχονται από την παρέμβασή του σε επιστημονική συνάντηση που έγινε το 2007 στο Λονδίνο)



Στην Εγκυκλοπαίδεια της Δημοκρατίας που επιμελείται ο Martin Seymour υπάρχει ο αρχικός ορισμός του λαϊκισμού, με ρίζες στο κίνημα των ρώσων ναρόντικι, δεκαετία του 70’ του 19ου αι. Ο λαϊκισμός ορίζεται ως πολιτικό κίνημα το οποίο οικοδομείται πάνω στα ενδιαφέροντα, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και τια συναισθήματα κοινών ανθρώπων, σε αντιπαράθεση με την “ελίτ” των προνομιούχων. Τα λαϊκιστικά κινήματα στήριζαν τη νομιμοποίησή τους απευθείας στη βούληση της πλειοψηφίας, χωρίς να τα απασχολεί ιδιαίτερα το ζήτημα των εγγυήσεων απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

Έκτοτε ο λαϊκισμός στις σύγχρονες δημοκρατίες φούντωσε και γιγαντιώθηκε. Προστέθηκε και ένα άλλο στοιχείο, με όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα: η σχέση με τα ΜΜΕ, με τα οποία συνδέει το λαϊκισμό ένα χαρακτηριστικό: υποτίθεται πως και τα δύο εκφράζουν τη φωνή του λαού. Όμως, εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα: η κοινή γνώμη, το κοινό, που ορίζεται (Γιούργκεν Χάμπερμας ) ως ο ορθολογικός λόγος εντός του δημόσιου χώρου, που στη σύγχρονη εποχή βρίσκει την έκφρασή του στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, εξαφανίζεται. Το κοινό ως μορφή κοινωνίας των πολιτών που υποτίθεται πως ελέγχει την πολιτική εξουσία, αντικαθίσταται σταδιακά από μια νεφελώδη έννοια του λαού, η φωνή του οποίου θα έπρεπε να εκφράζεται από τα ΜΜΕ. Αυτά όμως στην πλεονότητά τους υπακούουν σε ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα, και στην προσπάθεια να επεκτείνουν τις αγορές τους ακολουθούν δική τους πολιτική ατζέντα. Έτσι έχουμε συχνά το φαινόμενο να μην περιορίζονται στο να αντηχούν τη φωνή του λαού, της κυρίαρχης πλειοψηφίας,αλλά να εμφανίζουν την τάση να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη με την επιστράτευση ευαίσθητων ζητημάτων που βρίσκουν ανταπόκριση στα αταβιστικά αντανακλαστικά της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι οι εθνικιστικές εξάρσεις και οι προκαταλήψεις ή ο φόβος του διαφορετικού, του ξένου.

Οι λαϊκιστές και τα ΜΜΕ δεν χρειάζονται μια ενεργό κοινωνία πολιτών, προτιμούν να κολακεύουν τις μάζες. Η κουλτούρα των μέσων όπως και ο πολιτικός λαϊκισμός θέτουν την αισθητική της μετριότητας πάνω από την ουσία. Και τα δύο σύγχρονα φαινόμενα ευδοκιμούν μόνο εφόσον ταυτίζονται και συνομιλούν με τον κατώτερο κοινό παρονομαστή. Στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται το σχεδόν ομόηχο των όρων mediocracy και meritocracy, δηλ. η κυριαρχία του μέτριου κατά την αξιοκρατίας, στο δημόσιο βίο. Το λογοπαίγνιο εμπλουτίζεται περαιτέρω: mediacracy, δηλ.telecracy εναντίον της δημοκρατίας (democracy).



Χαρακτηριστική των καιρών είναι η αρνητική χροιά που περιβάλλει την έννοια της “ελίτ”. Οι λαϊκιστές πολιτικοί, όπως και τα μεγαλύτερα ΜΜΕ παρουσιάζονται ως “φερέφωνα του λαού”. Συχνά κοσμούν διάφορες πολιτικές πρωτοβουλίες και προτάσεις με το απαξιωτικό “ελιτίστικα”, ξένα προς το λαό.

Αληθινοί πολιτικοί ηγέτες, που με την προσωπική τους πολιτική ακεραιότητα εγγυώνται το πρόγραμμα που προτείνουν, εκτοπίζονται από το δημόσιο χώρο για χάρη της “φωνής του λαού”, η οποία έτσι όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ αποκτά τη μορφή είτε ανώνυμης κοινής γνώμης, είτε δημοφιλών τηλεπροσώπων εύκολης αναλωσιμότητας. Στη σημερινή κοινωνία της μαζικής πολιτιστικής πολιτικής ο πολιτικός με κύρος έχει αντικατασταθεί από μια στρατιά τηλεπερσόνες, διασκεδαστές και παρουσιαστές μετριότατων δημοσίων συζητήσεων, που υπακούουν απόλυτα στις μετρήσεις ακροαματικότητας, ψυχαναγκαστική εμμονή των ΜΜΕ της εποχής μας. Τα σημερινά υποκατάστατα της πραγματικής πολιτικής έχουν ως κυρίως αποστολή όχι βεβαίως μια ορθολογική ανάλυση και συζητήσεις ενημέρωσης, αλλά ορμέμφυτα και συγκινήσεις.

Το γεγονός ότι η πολιτική μεταλλάχθηκε σε κάποιας μορφής ψυχαγωγία βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την επικράτηση και τη διόγκωση του λαϊκισμού. Τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν τα πολιτικά γεγονότα ως εμπόρευμα που πρέπει να πωληθεί, άρα η πολιτική πρέπει να περιέχει διασκέδαση. Επομένως, αντί ο πολιτικός να προσπαθεί να πείσει τους ακροατές για τις ιδέες του, ιδιαίτερα όταν αυτές οι ιδέες τη δεδομένη στιγμή ενδέχεται να μην είναι αρεστές, θα κάνει το αντίθετο, θα πει αυτό που ο κόσμος θέλει να ακούσει.

Είναι σαφές ότι ενεργοί πολίτες, μια συνειδητοποιημένη κοινωνία πολιτών ως σύνολο θεωρούνται εχθροί.

Αυτή η εξέλιξη επηρέασε σημαντικά τη συμπεριφορά των πολιτικών σε όλες τις δημοκρατίες. Η ικανότητα να ηγείται κανείς υποχωρεί, αντιθέτως πληθαίνουν οι τάσεις να ικανοποιείται η υποτιθέμενη βούληση του λαού.

Επειδή με τα σημερινά τεχνολογικά μέσα, ο πολιτικός, το κόμμα μπορεί κάθε στιγμή να επαληθεύει το βαθμό αρεσκείας του – σφυγμομετρήσεις, δημοσκοπήσεις, έρευνες, οι εταιρίες αυτές οργιάζουν – υποκύπτουν συνεχώς στον πειρασμό να ελέγχουν την ισχύ τους. Η δημοκρατία συμπεριφέρεται σαν να είχαμε διαρκώς εκλογές. Ο πολιτικός αντιμετωπίζει σήμερα όχι μόνο τους αντιπάλους του, αλλά και την πίεση του ίδιου κόμματός του, που παλεύει για μια θέση στις μετρήσεις δημοτικότητας. Πολλές φορές είναι πιο εύκολο να προσραμόσει τις αποφάσεις του στα πιστεύω του κοινού, παρά να αναζητήσει τρόπους να πείσει για αλλαγή.

Αυτά, και άλλα, λένε πολιτειολόγοι άλλων τόπων. Όπως είπα, δεν ξέρω αν το γεγονός ότι το φαινόμενο είναι γενικό, πρέπει να μας παρηγορεί, η να μας ανησυχεί χειρότερα...

Ένα πάντως ξέρω, και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Υπό τις συνθήκες που περιγράψαμε, όταν ένας πολιτικός και ένα κόμμα είναι από τις ελάχιστες πολιτικές δυνάμεις στις σημερινές συνθήκες που δεν υπέκυψαν στην εύκολη δημαγωγία, στον τόσο εύηχο και ευκολοχώνευτο λαϊκισμό, αξίζει την προσοχή μας. Η ΔΗΜ.ΑΡ. απέφυγε το ολίσθημα του λαϊκίστικου λόγου, επέμενε στην προσπάθεια να εξηγήσει, να αναλάβει το βάρος της έντιμης πληροφόρησης, με το τίμημα αυτό ίσως να της στοίχισε ψήφους. Όταν ο Φώτης Κουβέλης μιλά για“αίσθημα ευθύνης” ξέρω ότι εννοεί ακριβώς αυτό: μία σοβαρή δέσμευση γιατί όποιος αναλαμβάνει πολιτικό ρόλο θα έπρεπε να έχει πολλές αρετές, μία όμως απαρέγκλιτα, από τις δυσεύρετες: υπευθυνότητα.

Πολιτική, πολιτισμός δεν είναι, δεν πρέπει να είναι, αφηρημένες έννοιες. Πολιτισμός σημαίνει καθημερινότητα. Αν θέλουμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας θα επιδιώξυμε αλλαγές στην καθημερινότητά μας, στις συμπεριφορές απέναντι στους άλλους, στην προσπάθεια για έντιμη, υπεύθυνη εξάσκηση του επαγγέλματος, στην τήρηση βασικών κοινωνικών συμβάσεων – δεν θα πρέπει να εξηγούμε πια ότι το κόκκινο φανάρι σημαίνει απαρέγκλιτα στοπ! Η ότι τα σκουπίδια δεν τα πετάμε όπου μας βολεύει .. και αυτά πολιτισμός είναι, τι άλλο. Αλλάζοντας τα ήθη, επιστρέφοντας ενδεχομένως στις αξίες μιας εποχής όπου οι άνθρωποι δεν θεωρούσαν τίποτα δεδομένο, ήξεραν ότι πρέπει να παλέψουν με μόνο όπλο τις ικανότητές τους, για να πετύχουν κάτι. Ο εύκολος πλουτισμός μας κακόμαθε. Το” Μαζί τα φάγαμε” καθιστά βαρύτατη ύβρι για τις χιλιάδες εργαζόμενους, χειρονάκτες, υπαλλήλους, ιατρούς, επαγγλεματίες που εργάζονται και χαίρονται τη δουλειά τους και εμπνέουν τις αρχές του έντιμου, καθαρού και ανόθευτου βίου στα παιδιά τους. Αυτοί πού να στραφούν, όταν έρθει η ώρα της κάλπης. Ασφαλώς όχι στα ίδια πρόσωπα, ας παραλείψουμε επίθετα, που μας έφτασαν εδώ. Έχουν επιλογές, ευτυχώς, με άτομα άβγαλτα ίσως στην πολιτική, αλλά με καθαρό πρόσωπο, όρεξη και έγνοια για τη χώρα τους. Μόνο αυτοί είναι ικανοί να ξαναστήσουν από τις στάχτες ένα κράτος έτσι όπως το επαγγέλλονται, όπως το ονειρευόμαστε όλοι. Ένα κράτος δικαίου στο οποίο νομοθέτες, εκτελεστική εξουσία και διοικούντες θα επιτελούν τη δουλειά τους ως λειτούργημα, πάνω στις αρχές της πολιτικής και κοινωνικής δικαιοσύνης και υποστηριζόμενοι αποτελεσματικά από ένα αδέκαστο σώμα δικαστικών λειτουργών.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι: ευρώ ή δραχμή, μνημόνιο ή αξιοπρέπεια (ο Χάμπερμας, ξανά, παρατηρεί: είναι σαν να επιλέγεις μεταξύ πανώλης και χολέρας). Εκείνο που πρέπει να αποφαίσουμε είναι: θέλουμε να διαιωνίσουμε το παρωχημένο κράτος με τους κρατικοδίαιτους και το παρακράτος του, ή να οικοδομήσουμε μια σύγχρονη πολιτεία, ένα σύγχρονο κράτος δικαίου που θα θεμελιώνεται πάνω στην κυριαρχία των νόμων και σε μια ορθολογική διαχείρηση των εθνικών πόρων;

Αρκεί να επιλέξουμε με ποιους θα πορευτούμε σε αυτό το δρόμο, τη μόνη άλλωστε διέξοδο.

----

Κατερίνα Μιλτ. Πορφυργένη

υποψήφια βουλευτής Μαγνησίας για την Δημοκρατική Αριστερά

(από την ομιλία που εκφωνήθηκε στην ανοιχτή συνάντηση

της ΔΗΜ.ΑΡ. σε θέματα του πολιτισμού, Σάββατο 9 Ιουνίου 2012)

Θέμα επικαιρότητας:
Εκλογές 2012

Σύνολο: 75 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι