Η διεκδίκηση του δικαιώματος των διακοπών

Φυσική κληρονομιά και τουρισμός για λίγους

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 10/08/2005

«Ο τουρισμός είναι η βαρειά βιομηχανία του τόπου μας». «Η χώρα μας χρειάζεται τουρισμό υψηλού επιπέδου, όχι τον φτωχοτουρίστα που κυκλοφορεί με ένα σακίδιο, που λερώνει τις αμμουδιές και ξοδεύει ελάχιστα».

Φράσεις στερεότυπες οι παραπάνω, που ακούγονται και ανακυκλώνονται στα ΜΜΕ εδώ και χρόνια. Η πρώτη από τις δύο, ευχή και όχι διάγνωση. Ιδεολογικά είναι διάφανη και ευπρόσδεκτη. Η δεύτερη, που ακούστηκε πάλι πρόσφατα σε τηλεοπτική συζήτηση, ανέκαθεν μου φαινόταν αλαζονική και ύποπτη. Αν αναλύσουμε τις ελάχιστες λέξεις, θα ανακαλύψουμε αρκετά σοφίσματα.

Μια σειρά ενστάσεων έχει ρίζες στο παρελθόν. Ηδη στα χρόνια της δικτατορίας η λέξη «αλητοτουρίστας» εκφερόταν με πολλή περιφρόνηση: στα μάτια των καθεστωτικών ο «αλητοτουρίστας» ήταν μια άθλια φιγούρα, με εμφάνιση προκλητική, ιδέες και συνήθειες ανατρεπτικές και επιμολυντικές για την «υγιή» ελληνική νεολαία και βέβαια με άδειο πορτοφόλι. Ο εθνικισμός, ο κοινωνικός φόβος για τον άλλο, ο πολιτικός φόβος για τον αντίπαλο, αυτά ήταν τότε ευανάγνωστα στην κυρίαρχη ρητορεία.

Τώρα τα νερά θόλωσαν. Πρόχειρο παράδειγμα, ο στιγματισμός του στερεότυπου «φτωχοτουρίστα» μέσω της σύγχυσής του με άλλους τύπους, τελείως διαφορετικούς. Είναι γνωστόν ότι κάποιες νησιωτικές περιοχές υποδέχονται τουρίστες που έρχονται οργανωμένοι για να μεθύσουν και να εκτονωθούν με ασυδοσία. Το ταξίδι και η κραιπάλη τους οργανώνονται, ωστόσο, και στηρίζονται από συμπαγή οικονομικά συμφέροντα. Δεν πρόκειται για την αυθόρμητη περιήγηση των μικρομεσαίων με το χαμηλό εισόδημα, που ονοματίζονται απαξιωτικά «φτωχοτουρίστες». Με άλλα λόγια, τα ενδημικά φαινόμενα τουριστικής ασυδοσίας χρεώνονται έντεχνα, άδικα και αναίτια στην αθώα κοινοτική κατηγορία των τουριστών χαμηλού εισοδήματος.

Η θέση ότι ο «φτωχοτουρίστας» δεν αφήνει χρήματα στον τόπο μας είναι ένα μύθευμα. Αναμφίβολα, οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες απασχολούν πολλούς ανθρώπους, ως προσωπικό τους και ως εργολάβους υπηρεσιών. Ο χαμηλού εισοδήματος τουρίστας όμως επίσης ξοδεύει, απευθυνόμενος σε άλλους, περισσότερους και πιο ταπεινούς επαγγελματίες: σε οικογενειακά σούπερ μάρκετ, σε μικρομάγαζα και κυλικεία, σε φθηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια ή σε κατασκηνώσεις.

Υπερβολικά έχει τονιστεί επίσης η ρύπανση της φύσης από τους φτωχούς τουρίστες. Η κουλτούρα σεβασμού του περιβάλλοντος διαποτίζει πολλούς δυτικούς επισκέπτες, που φροντίζουν τον εξοχικό χώρο. Πιο οικείο είναι το θέαμα ομοεθνών μας, οι οποίοι, αναχωρώντας με πολυτελή αυτοκίνητα, αφήνουν πίσω τους κάθε είδους σκουπίδια. Σε βάθος χρόνου, ωστόσο, η καταστροφική αλλοίωση του φυσικού και του δομημένου περιβάλλοντος δεν οφείλεται στους παραπάνω: επέρχεται στο όνομα του κέρδους και της ματαιοδοξίας. Στις κοινότητες, π.χ., του Πηλίου τα σπίτια χτίζονταν έτσι, ώστε να εναρμονίζονται και να αφομοιώνονται μέσα στο καταπράσινο τοπίο. Οι σύγχρονοι αστοί αντίθετα, συνήθως χτίζουν για να ξεχωρίζουν: στη ράχη, εκεί όπου αλλιώς το πράσινο θα απαιτούσε το γαλάζιο του ουρανού, τώρα φιγουράρει μεταμοντέρνο ογκώδες κτίσμα. Μεγαθήρια τσιμέντου αποκλείουν την πρόσβαση στις ακτές για τους πολλούς. Ντίσκο και άλλα ξενυχτάδικα εκπέμπουν ήχους οξείς και μπάσους δύο-τρία χιλιόμετρα μακριά. Παραδεισένιοι κολπίσκοι ξαφνικά ηχούν σαν εργοστάσια, καθώς εμφανίζεται πολύβουο φουσκωτό στον ορίζοντα. Το οδηγεί αστός καμαρωτός, η κυρία δίπλα του λαμποκοπά, τα παιδιά τους ασχολούνται με το κινητό.

Οι σύγχρονοι Ελληνες είμαστε κληροδόχοι μιας πανέμορφης φυσικής και μνημειακής κληρονομιάς. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε δικαίωμα μιας απόλυτης ιδιοκτησίας που περιλαμβάνει την υπερεκμετάλλευση και την αλλοίωση. Επίσης δεν δικαιολογεί τον εκλεκτισμό σε βάρος των φτωχών τουριστών. Αν κάποιοι λαοί και κάποιες κοινωνικές κατηγορίες θα ήταν μόνιμα αποκλεισμένοι από τους ωραίους τόπους διακοπών, θα έφθαναν κάποτε να εισδύσουν δυναμικά και βίαια. Στερημένοι εναντίον ευνοημένων. Η φιλοξενία, τελικά, δεν είναι μόνον ένας ανθρωπισμός, αλλά και μια κοινωνική βαλβίδα ασφαλείας.

Οι κοινωνικές ισορροπίες του παραδοσιακού τουρισμού έχουν προκύψει μέσα από μια ιστορική πορεία. Οι σύγχρονοι κάτοικοι μιας ευνοημένης από τη φύση χώρας νομιμοποιούνται για μια εύλογη εκμετάλλευση, στο μέτρο που αποτελούν ουσιαστικά, κι όχι κατ’ ιδέαν, τους θεματοφύλακες· επειδή φροντίζουν τη διατήρηση των μνημείων, του πρασίνου, των καθαρών ακτών. Το πρόβλημα όμως που προέκυψε στις τελευταίες δεκαετίες είναι διπλό. Μια πτυχή του είναι ότι οι θεματοφύλακες έγιναν καταστροφείς: κατατρώγουν τα δάση με εμπρησμούς και καταπατήσεις, ανεγείρουν αυθαίρετα κτίσματα που τραυματίζουν τα τοπία. Η ιστορική ελληνική κοινότητα φρόντιζε για τα κοινά του χωριού (πλατείες, εκκλησίες, βρύσες, μονοπάτια). Σε πολλές περιοχές όμως, ήδη η ιδιωτική οικονομία εξαφάνισε τη μέριμνα για τα κοινά. Τα κοινόχρηστα πλακόστρωτα φαγώθηκαν σιγά σιγά από τους παρόδιους ιδιοκτήτες, η βρύση στέρεψε, το δέντρο κόπηκε. Οι πολλοί ιδιώτες δύσκολα σχηματίζουν μια ουσιαστική κοινότητα. Δεύτερη πληγή συνιστά η στυγνή οικονομική εκμετάλλευση της φυσικής κληρονομιάς. Η πανάκριβη τιμή των τουριστικών υπηρεσιών (ακόμη και του καφέ) αποθαρρύνει τους περιηγητές με το μικρομεσαίο εισόδημα.

Φθάνουμε έτσι, επομένως, στις επίκαιρες ενστάσεις: τα «μπάνια του λαού» έπαυσαν να αποτελούν ένα καθολικό δικαίωμα. Πρόκειται για ταξικό αγαθό. Το νέμονται όσοι έχουν κάποια οικονομική άνεση, καθώς και όσοι διαθέτουν στην εξοχή σπίτι πατροπαράδοτο. Τα κέντρα των μεγάλων πόλεων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) ερημώνουν το πρώτο δεκαπενθήμερο, ακριβώς επειδή μετακινούνται οι παραπάνω. Πολλοί, όμως, είναι εκείνοι που κωλύονται ή περιορίζονται σε τρεις - τέσσερις ημέρες διακοπών, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας. Η απόσταση των μεν από τους δε διευρύνεται διαρκώς.

Για τον εργαζόμενο η ξεκούραση των διακοπών αποτελεί όρο υγείας, οικογενειακής ισορροπίας και αντοχής απέναντι στα φορτία της νέας χρονιάς. Σε μια εποχή όμως όπου η ανεργία απειλεί και τα εργασιακά δικαιώματα συρρικνώνονται, δύσκολα περιφρουρείται ή διεκδικείται ένα δικαίωμα στις διακοπές. Οσο για τους ίδιους τους ανέργους, το πρόβλημα είναι ακόμη βαρύτερο, αφού η απραξία και η ανέχεια καταργούν τη δυνατότητα αλλά όχι και την ανάγκη των διακοπών.

Τα ψέματα τελειώνουν. Η κάμψη της τουριστικής κίνησης σε κάποιους τόπους δείχνει ότι ο τραυματισμός του περιβάλλοντος, η ακρίβεια και οι κακές υπηρεσίες τιμωρούνται. Οι βλάβες των πλοίων και οι ταλαιπωρίες των επιβατών αποκαλύπτουν ότι η ιδιωτική αγορά προσφέρει αξιόπιστες υπηρεσίες μεταφοράς μόνο με δυσπρόσιτο εισιτήριο. Η εικόνα της πελατείας ξενοδοχειακών συγκροτημάτων με τα βραχιολάκια-πάσα απεριόριστης κατανάλωσης, επιβεβαιώνει ότι οι υποδομές των λίγων ανταγωνίζονται τους πολλούς μικροεπαγγελματίες των τουριστικών υπηρεσιών.

Αυτά όλα θα μπορούσαν να αποτελούν τις βέβαιες ενδείξεις μιας χειρότερης επόμενης μέρας. Το μέλλον όμως ευτυχώς παραμένει αβέβαιο, ακριβώς επειδή το τοπίο σιγά σιγά ξεκαθαρίζει: είναι ήδη σαφές ότι η ποιότητα και η ίδια η ύπαρξη των διακοπών προϋποθέτουν κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, μικρές και μεγάλες.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι