Θερμοκήπιο ή ραδιενέργεια; Εκ δύο κακών, το έλασσον

Κίµων Χατζημπίρος, Ελευθεροτυπία, 05/05/2006

Είκοσι χρόνια μετά, το Τσερνομπίλ αναφέρεται ακόμη ως το μεγαλύτερο πυρηνικό ατύχημα. Το μέλλον όμως επιφυλάσσει χειρότερα, αφού η κατασκευή νέων πυρηνικών εργοστασίων αυξάνει την πιθανότητα μεγάλων καταστροφών. Τα σοβαρά πυρηνικά ατυχήματα δεν ήταν πολλά, επειδή, από τους περίπου 440 πυρηνικούς αντιδραστήρες, πάνω από το 70% λειτουργούν σε πολύ ανεπτυγμένες Δυτικές χώρες. Εκεί, η επιρροή των περιβαλλοντικών κινημάτων, η ανησυχία μετά το Τσερνομπίλ, η ισχυρή οικονομία και οι αυστηροί κανόνες έχουν συντελέσει στον περιορισμό των επικίνδυνων ατυχημάτων. Ομως, η πυρηνική ενέργεια γοητεύει σήμερα τον Τρίτο Κόσμο, που ήδη κατασκευάζει δεκάδες και ονειρεύεται εκατοντάδες νέους αντιδραστήρες. Ακόμα και πετρελαιοπαραγωγές χώρες σπεύδουν να επενδύσουν στον πυρηνικό ηλεκτρισμό, ανοίγοντας έμμεσα το δρόμο προς την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Ωστόσο, το πυρηνικό εργοστάσιο αποτελεί ιδανικό στόχο τρομοκρατικής ή πολεμικής ενέργειας, ενώ κάθε σοβαρό συμβάν προκαλεί μόνιμη τοπική και ευρύτερη ραδιενεργό ρύπανση.

Οι λεπτομέρειες του Τσερνομπίλ έχουν γίνει πλέον γνωστές και αποκαλύπτουν πόσο άθλια ήταν η διαχείριση του συμβάντος. Το κλίμα αγωνίας και πανικού λύγισε έναν κρατικό μηχανισμό με υπαρκτή συγκρότηση, με τεράστια εμπειρία στο χειρισμό ραδιενέργειας και με ειδικευμένο προσωπικό, το οποίο έδειξε αξιοσημείωτη αυταπάρνηση. Οι δυνατότητες αντιμετώπισης παρόμοιας κατάστασης από μια τριτοκοσμική χώρα είναι αμφίβολες και οι πιθανές συνέπειες διαγράφονται εφιαλτικές.

Η περίπτωση του Τσερνομπίλ είναι υπεύθυνη για πολλές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες προκληθέντες ή μελλοντικούς θανάτους και σοβαρές γενετικές, νευρολογικές και ψυχολογικές βλάβες, σύμφωνα με αμερόληπτες εκθέσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, ενώ οι επιπτώσεις σε δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους, που εκτέθηκαν σε χαμηλές δόσεις ραδιενέργειας, δεν μπορούν να εκτιμηθούν. Επιπλέον, προκάλεσε σοβαρή οικολογική και τεράστια οικονομική βλάβη, ενώ συνέβαλε σημαντικά στην πολιτική κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος. Η πυρηνική ανάπτυξη σταμάτησε διεθνώς για πολλά χρόνια. Ωστόσο, η εξασθένηση της συλλογικής μνήμης, η αύξηση της ενεργειακής ζήτησης από αναπτυσσόμενες χώρες και διάφορα συμφέροντα την επαναφέρουν στο προσκήνιο. Ταυτόχρονα, προβάλλονται ιδέες, π.χ. του μεταφυσικού οικολόγου Λάβλοκ, ότι η πυρηνική ενέργεια θα σώσει τον πλανήτη από την απειλή κλιματικής αλλαγής, αποτελώντας τη μοναδική εναλλακτική λύση στα ορυκτά καύσιμα.

Πραγματικά οικολογικές λύσεις είναι μόνον η εξοικονόμηση και η ανανεωσιμότητα της ενέργειας. Η πρώτη είναι δύσκολη χωρίς κατάλληλη τεχνολογία, ανεπτυγμένη κοινωνική συνείδηση και υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ η σπάταλη χρήση ενέργειας είναι εύκολη και ευχάριστη. Οι ανανεώσιμες πηγές, ασφαλείς, καθαρές και ραγδαία αναπτυσσόμενες σε μερικές προηγμένες χώρες, δεν είναι ακόμη αρκετά ανταγωνιστικές ώστε να προσελκύσουν επενδύσεις, ιδιαίτερα στον Τρίτο Κόσμο. Εξάλλου, ως αποκεντρωμένος τρόπος παραγωγής, συναντούν δύσκολες διαδικασίες κοινωνικής αποδοχής, όπως δείχνουν οι αντιδράσεις κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών σε πολλές αγροτικές ή τουριστικές περιοχές.

Το διεθνές περιβαλλοντικό κίνημα θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους, αλλά οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την επίτευξή τους απουσιάζουν προς το παρόν, εφόσον οι κοινωνικές τάσεις δεν συγκλίνουν με τη στρατευμένη οικολογία. Οι αναπτυσσόμενες κοινωνίες δεν θα δεχτούν μέτρα ενεργειακής λιτότητας αν δεν εξασφαλίζεται η επίζηλη οικονομική ανάπτυξη. Χρειάζεται λοιπόν ρεαλιστική στρατηγική, με ιεράρχηση προτεραιοτήτων: προηγείται η αντιπαράθεση προς την πυρηνική ενέργεια, ακολουθεί η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών και έπεται η αντίθεση προς τα ορυκτά καύσιμα. Η πυρηνική επιλογή περικλείει μεγαλύτερο κίνδυνο από την κλιματική αλλαγή. Επίσης, μια πυρηνική εγκατάσταση δεσμεύει για πολλές δεκαετίες, λόγω του υψηλού αρχικού κόστους, ενώ η χρήση καυσίμων είναι ελαστικότερη. Τα μέτρα περιορισμού του διοξειδίου του άνθρακα μπορούν να αναπτυχθούν στο χρόνο, σε συνάρτηση με την πρόοδο της τεχνολογίας και τη σταδιακή εκδήλωση του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Οι ανανεώσιμες πηγές πρέπει να κερδίσουν χρόνο για να ωριμάσουν και, σε συνδυασμό με την τεχνολογία του υδρογόνου, να επιτρέψουν μια βραδύτερη αλλά ασφαλή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Μέχρις ότου, όμως, κυριαρχήσουν ο ήλιος και ο άνεμος, τα καύσιμα θα προσφέρουν τη συμβιβαστική προσωρινή λύση. Η αυξημένη τιμή τους πρέπει να εκλογικεύσει την κατανάλωση, όχι όμως να γίνει άλλοθι προς πυρηνική διέξοδο. Οι δε αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης οφείλουν να συνυπολογίσουν στις διπλωματικές κινήσεις τους τα μεγάλα περιβαλλοντικά ζητήματα, πριν βρεθεί η χώρα σ’ έναν κλοιό από νέα πυρηνικά εργοστάσια...

* Καθηγητής ΕΜΠ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι