Η θάλασσα και ο ήλιος σαν "προϊόντα"

Παντελής Μπουκάλας, Η Καθημερινή, 30/07/2006

Ενα από τα έθιμα του καλοκαιριού είναι ο καταρτισμός και η δημοσίευση καταλόγων με τις "δέκα καλύτερες παραλίες της Ελλάδας" ή τις "πενήντα ομορφότερες παραλίες του κόσμου". Τους διαβάζεις βέβαια, αλλά λόγο να τους δεχτείς σαν θέσφατο δεν έχεις κανέναν· την κλίμακα της ωραιότητας τη φτιάχνει κανείς μονάχος του, αν πρέπει να τη φτιάξει καλά και σώνει, και σύμβουλός του είναι τα αισθήματά του και τίποτε το τάχα επιστημονικό και αντικειμενικό. Ενας τόπος, κι ο πιο άσημος, μπορεί να γίνει όμορφος –και να παραμείνει εσαεί– επειδή πέρασες εσύ όμορφες στιγμές στη φιλοξενία του, κι ας μην τον κατατάξουν ποτέ οι βαθμολογητές της ωραιότητας στα "in", στα "cult" και στα λοιπά. Είναι βέβαια της μόδας οι "κλίμακες" και οι "λίστες", είναι της μόδας η αριθμητικοποίηση της αισθητικής ("τα πέντε καλύτερα ποιήματα όλων των εποχών", τα "είκοσι καλύτερα γκολ του Μουντιάλ" κ.τ.τ.), απομεινάρι πιθανόν εκείνης της παλιάς επιθυμίας "να μεταλλαγεί η ποσότητα σε ποιότητα", ή κάπως έτσι. Βλέποντας ωστόσο σε έναν από τους φετινούς καταλόγους των "καλύτερων ελληνικών παραλιών" την παραλία Πρέβελη, στα νότια του νομού Χανίων, σκέφτηκα ότι ο κατασκευαστής του καταλόγου έδρασε μάλλον βάσει αναμνήσεων και νοσταλγίας παρά εμπιστευόμενος τα μάτια του, την πρόσφατη αυτοψία του. Γιατί η παραλία αυτή, όπως κι άλλες πολλές επίσης ηττημένες από καιρό, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο ικανό να αποκαλύψει πόσο έχει αλλάξει με το χρόνο ο τόπος, πόσο τον αλλάξαμε με την τουριστική χρήση, που μόνο ως κατάχρηση την εννοούμε ή ως κερδαλέα ιδιωτικοποίηση (εξού και η κατάντια να κοστίζει ένα οικογενειακό Σαββατοκύριακο στον Αλιμο όσο ένα τριήμερο στην Αίγινα). Είκοσι χρόνια πριν, λοιπόν, για να μεταλάβεις την ομορφιά της Πρέβελης με τους ελάχιστους υπόλοιπους προσκυνητές, το σμίξιμο του αρμυρού νερού με το ποταμάκι, έπρεπε να κοπιάσεις, να κατέβεις (μισή ώρα) και να ξαναανέβεις (μία ώρα) ένα απότομο φιδοστράτι~ αφότου έπιασαν δουλειά τα φουσκωτά και τα καϊκάκια, υπηρετώντας την οκνηρία μας και κουβαλώντας μας στιφηδόν, το ποταμάκι δεν κολυμπιέται και στην αμμουδιά, ένα βασίλειο της ενοικιαζόμενης ξαπλώστρας πια, δεν έχεις τόπο να σταθείς.

Να μείνει άθικτος κι ασάλευτος ένας τόπος όσο κατοικείται, δεν είναι εφικτό. Ο χρόνος δεν περνάει ανέξοδα. Το νιώθουμε κάθε φορά που επιστρέφουμε στη γενέτειρά μας, κι ας μη διέρρευσε πάνω από εξάμηνο ανάμεσα στον ένα νόστο και τον επόμενο. Και το συνειδητοποιούμε, μελαγχολώντας, όταν διαβάζουμε περιηγητικά κείμενα παλαιότερων ετών. Οχι, δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς σε "ταξιδιωτικά ενθυμήματα" του 18ου ή του 19ου αιώνα και στα ημερολόγια ή τις επιστολές όσων Δυτικών ορέχτηκαν τότε το ταξίδι στην Ανατολή. Και το 1932 είναι ήδη πολύ μακριά μας. Την άνοιξη λοιπόν του 1932 βρέθηκε στην Ελλάδα, τη "χώρα του φεγγαριού" όπως την αποκαλούσε, η Βιρτζίνια Γουλφ. Βαθιά εντυπωσιασμένη, κατέγραψε τη συγκίνησή της στο κείμενο "Ελλάδα και Μάης μαζί!" που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά (μετάφραση Μαρία Τσάτσου, εκδόσεις "Κρύσταλλο", 1987): "Ακου και μια αλήθεια: η Ελλάδα είναι χωρίς αμφιβολία η πιο όμορφη χώρα που έχει απομείνει –τελείως ανέγγιχτη– στην πραγματικότητα απολίτιστη. [...] Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι η Ελλάδα είναι όμορφη; Γιατί δεν ανέφερες ποτέ τη θάλασσα και τους λόφους, τις κοιλάδες και τα λουλούδια; [...] Σου το αναγγέλλω επισήμως: η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. [...] σε διαβεβαιώ πως η Ελλάδα είναι ωραιότερη από εκατό εορταστικά Καίμπριτζ". Αλλά από τότε πέρασαν πενήντα χρόνια. Δυο αιώνες σχεδόν, αν μετράμε με τα σταθμά της "ανάπτυξης".

Το "τουριστικό δικαίωμα", σκληρά ταξικό παρά τη φαινομένη δημοκρατικότητά του (δεν ταξιδεύουμε όλοι, και δεν έχουμε όλοι τον ίδιο προορισμό), δεν μπορεί παρά να είναι επεκτατικό, διαβρωτικό, δεν μπορεί παρά να αναζητά για να τρυγήσει ό,τι η διαφήμιση του παρασταίνει σαν παρθένο. Κι όταν δεν βρίσκει αντιστάσεις, από την πολιτεία ή την κοινωνία, τότε το διαβρωτικό του έργο ευχεραίνεται. Αλλά πού οι αντιστάσεις όταν, ως χρήστες, κληροδοτούμε όλον τον πολιτισμό των σκουπιδιών μας στην ακτή που μας φιλοξενεί (θαρρείς και δεν πρόκειται να την επισκεφθούμε ξανά ούτε εμείς ούτε κανένας άλλος), όταν ως "στυλοβάτες της ζωής του τόπου" και "ευπατρίδες" καταλαμβάνουμε τα "φιλέτα" των νησιών και τα οικοδομούμε με άδεια από τη σημαία της ισχύος μας ή από την τοπική μητρόπολη (ω της ναοδομίας και της αυθαιρεσίας), κι όταν μοναδικό μοντέλο "ανάπτυξης" της χώρας μας παραμένει ο τουρισμός, η "τουριστική βιομηχανία", που την αποκαλούμε κι αυτή "βαριά", όπως αποκαλούμε ναρκισσευόμενοι και τον πολιτισμό μας. Μια εβδομάδα πριν, και λίγο πριν γνωστοποιηθεί το σχέδιο νόμου βάσει του οποίου θα εκχωρηθούν σε ιδιώτες (με συμβάσεις μίσθωσης 99 ετών!) αιγιαλοί, παραλίες και νησίδες, η υπουργός η υπεύθυνη για τον Τουρισμό, η κ. Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, εγκαινιάζοντας ένα γήπεδο γκολφ στη Ρόδο (θα αποκτήσουμε λέει αλυσίδα ολόκληρη, κι ύστερα, χαλαρωμένοι μετά την εκπλήρωση του ύψιστου αυτού χρέους, θα σκεφτούμε τι μπορεί να γίνει με τις τουαλέτες της έρμης της Επιδαύρου), δήλωσε ότι "πρέπει να επενδύουμε στο κλασικό μας προϊόν, τον ήλιο και τη θάλασσα". "Προϊόν" μας, λοιπόν, ανθρώπινο κατασκεύασμα, ο ήλιος και η θάλασσα; Κι από πότε; Από την κλασική εποχή, εφόσον πρόκειται για "κλασικό" Και ποιανού ακριβώς θεού την κοσμογονία συμπληρώσαμε εμείς οι ούτως ή άλλως θαυματοποιοί; Του θεού της Βίβλου ή των θεών της αρχαιοελληνικής θρησκείας;

Θα μπορούσαμε, βέβαια, να πούμε ότι η κυρία υπουργός αστόχησε γλωσσικώς, μάλλον όμως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Και δεν είναι επειδή το δόγμα αυτό, πως η Ελλάδα ήταν, είναι και θα είναι η θάλασσα κι ό ήλιος της, κομμένη σε μερίδες τουριστικές αξιοποίησης, έχει φανατικούς θιασώτες ανάμεσα στους πολιτικούς μας, κι ο καθένας το αποδίδει με την προσωπική του γλωσσική δεξιότητα. Στην ίδια ρότα με την κ. Πετραλιά, ο κ. Γιώργος Παπανδρέου είχε δηλώσει προ μηνός, ευρισκόμενος σε άλλο νησί του Αιγαίου, την Τήλο, τα εξής σαφή μέσα στην τραυματισμένη σύνταξή τους και την παράδοξη αριθμητική τους: "Αυτό είναι που έχει η Ελλάδα. Εχει δύο πράγματα πολύ σημαντικά. Την ομορφιά, το περιβάλλον και έναν πολύ όμορφο λαό. Εμείς λέμε ότι σε αυτό πρέπει να επενδύουμε. Να επενδύουμε στην ομορφιά μας, στην παράδοσή μας, στον πολιτισμό μας".

"Αυτό είναι που έχει η Ελλάδα", λοιπόν, και τίποτε περισσότερο, τίποτε διαφορετικό; Χονδρικώς δηλαδή η χώρα μας διαθέτει μόνο και μόνο ό,τι κυκλοφορεί ανάμεσα στα τέσσερα S των τουριστικών πακέτων (τα γνωστά Sun, Sea, Sky, Sand, στα οποία, προ AIDS και επί καμακιών, προσετίθετο και το Sex); Ας ξαναταξιδέψουμε, προς παραμυθία ή μελαγχολία, σε άλλη Ελλάδα και σε άλλο καλοκαίρι, "Το καλοκαίρι" του Αλμπέρ Καμύ (μετάφραση Νίκη Καρακίτσιου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδ. Πατάκη 1997): "Η τραγικότητα του μεσογειακού ήλιου είναι εντελώς διαφορετική από την τραγικότητα στις χώρες της ομίχλης. Μερικά βράδια πάνω στη θάλασσα, στους πρόποδες των βουνών, η νύχτα πέφτει στην τέλεια καμπύλη ενός κολπίσκου και, μέσα από τα σιωπηλά νερά, ανεβαίνει τότε μια πληρότης γεμάτη αγωνία. Σ αυτά τα μέρη μπορείς να καταλάβεις πως οι Ελληνες άγγιξαν την απελπισία χάρη στην ομορφιά και στην καταστρεπτική της δύναμη. Σ αυτή τη χρυσαφένια δυστυχία, η τραγωδία φτάνει στο αποκορύφωμά της. Αντίθετα, η εποχή μας έθρεψε την απελπισία της με την ασχήμια και τις αναταραχές. Να γιατί η Ευρώπη θα ήταν φριχτή αν κι ο πόνος ήταν φρικτός. Εξορίσαμε την ομορφιά, οι Ελληνες για χάρη της πήραν τα άρματα. Πρώτη διαφορά, που έρχεται όμως από μακριά. Η ελληνική σκέψη οχυρώθηκε πάντα πίσω από την ιδέα των ορίων. Δεν εξώθησε τίποτα ώς τα άκρα, ούτε τα ιερά ούτε τη λογική, γιατί δεν αρνήθηκε τίποτα, μήτε τα ιερά μήτε τη λογική. Μετρίασε το απόλυτο, εξισορροπώντας τη σκιά και το φως". Από τούτο το κείμενο και τον κόσμο που ιστορεί, πόσοι αιώνες μάς χωρίζουν στ αλήθεια;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι