Όταν η Γαλλία καθοδηγούσε την Ευρώπη...

Ζακ Ντελόρ, Le Monde, ppol.gr, 27/03/2007

Λε Μοντ (LM): Σε αυτήν την προεκλογική περίοδο ελάχιστες είναι οι αναφορές στην Ευρώπη, ενώ εκείνες στο έθνος είναι ασταμάτητες. Υπάρχει λόγος να ανησυχούμε;

Ζακ Ντελόρ (Jacques Delors, JD): Ας πούμε μόνο πως το πνεύμα των καιρών δεν είναι ό,τι καλύτερο.

Υπάρχουν έτσι περίοδοι στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση όπου, λόγω μιας κρίσης ή μίας σοβαρής παρεξήγησης οι χώρες αναδιπλώνονται στον εαυτό τους.

Θα ήταν υπερβολικό να αποδώσουμε το γεγονός αποκλειστικά στο «όχι» των Γάλλων και Ολλανδών ψηφοφόρων στη συνταγματική συνθήκη, το 2005.

Βασικός λόγος -εκτός από την ψυχολογική κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας- είναι μάλλον πως η τελευταία διεύρυνση -με την Ευρωπαϊκή Ένωση να περνάει από τα 15 στα 25, και στη συνέχεια στα 27 μέλη- ήταν κακοσχεδιασμένη, δεν εξηγήθηκε αρκετά και δίχως άλλο πραγματοποιήθηκε με αδέξιο τρόπο.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια γνωρίσαμε κι άλλες δύσκολες περιόδους, όπως την αποχή (την «πολιτική της άδεια καρέκλας») που εφάρμοσε ο στρατηγός Ντε Γκολ (De Gaulle) τo 1965, λίγο μετά το δυναμικό ξεκίνημα της Ευρώπης.

Στη συνέχεια, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, είχαμε την υποτίμηση και ελεύθερη διακύμανση του δολαρίου (1971) και την πρώτη πετρελαϊκή κρίση (1973-74).

Είδαμε και τότε τις χώρες να αναδιπλώνονται η καθεμιά στον εαυτό της και να αναζητούν τις δικές τους λύσεις -που στην περίπτωση της Γαλλίας και της Γερμανίας ήταν εντελώς αντίθετες.

Έως την ημέρα που, όταν πέρασε το αντίκτυπο του πετρελαϊκού σοκ, δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία των Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν (Valéry Giscard d’Estaing) και Χέλμουτ Σμιτ (Helmut Schmidt) το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, που δεν επανάφερε απλά την ηρεμία, αλλά και την ελπίδα και τη διάθεση για συνεργασία.

LM: Η σημερινή κρίση δεν είναι πολύ βαθύτερη;

JD: Η ιστορία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης δεν έμοιαζε ποτέ με ήσυχο ποταμάκι. Η σημερινή κρίση πάντως είναι αλήθεια πως μου φαίνεται βαθύτερη, διότι αντανακλά διαφορές για τον ίδιο τον σκοπό της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.

Ήδη από το 1992, στη συνθήκη του Μάαστρχτ προβλέψαμε την εξαίρεση ορισμένων κρατών-μελών από την υπογραφή του κοινωνικού πρωτοκόλλου και τη συμμετοχή στην οικονομική και νομισματική ένωση (ONE), εξαιρέσεις που επέτρεψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σουηδία και τη Δανία να μην υιοθετήσουν το ευρώ.

Σήμερα όμως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Έχω την αίσθηση πως όσοι αρνούνται την πολιτική ένωση, υπό οποιαδήποτε μορφή της, είτε εκείνη της συνομοσπονδίας, είτε εκείνη της ομοσπονδίας μεταξύ εθνών-κρατών, θεωρούν πως το παιχνίδι κερδήθηκε: είναι ικανοποιημένοι με τη στασιμότητα, γιατί τους βολεύει πολιτικά.

LM: Εκπλαγήκατε που το 2005 αυτή η τάση κέρδισε ακόμα και στη Γαλλία; Στο κάτω-κάτω η συνταγματική συνθήκη ήταν γαλλική πρόταση...

JD: Ειρήσθω εν παρόδω πως ποτέ μου δεν ενθουσιάστηκα με τον όρο «σύνταγμα». Ήξερα πως για την πολιτική σκέψη των Γάλλων αυτό σημαίνει πως όλες οι εξουσίες παραχωρούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Από εκεί κι έπειτα, ήταν φυσικό να τεθούν πολλά -μέχρι υπερβολής-ερωτήματα.

Επιπλέον η Γαλλία αντιμετωπίζει με ιδιαίτερο άγχος την παγκοσμιοποίηση ενώ πολλές κοινωνικές ομάδες είναι δύσθυμες.

Τέλος, κι αυτό αφορά το σύνολο της δυτικής Ευρώπης, πλανάται ένα είδος απογοήτευσης από τη δημοκρατία. Έστω κι αν οι Γάλλοι μοιάζει να παθιάζονται με την προεδρική τους εκλογή, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως είναι πεπεισμένοι, όπως ήταν εδώ και είκοσι, τριάντα ή πενήντα χρόνια, πως η πολιτική μπορεί στ’ αλήθεια να αλλάξει τα πράγματα.

Σε αυτές τις συνθήκες προσπάθησα να περάσω το εξής μήνυμα: η Ευρώπη δεν θα αλλάξει όσα πρέπει να αλλάξει από μόνη της η Γαλλία. Θα πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζουμε πως οι βασικοί μοχλοί οικονομικής πολιτικής, η απασχόληση, η κοινωνική ασφάλιση και η αναδιανομή του πλούτου βρίσκονται πάντα στη δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων.

Κι όμως, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για το δημοψήφισμα του 2005, ακούγαμε διάφορους να κατηγορούν την ΕΕ για... την ανεργία!

Εν τέλει, οι επιδείξεις δύναμης των ηγετών μας και το «όχι» στο δημοψήφισμα υπονόμευσαν την επιρροή της Γαλλίας στα ευρωπαϊκά πράγματα.

LM: Ποια ήταν η στιγμή που τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν άσχημα ως προς την πρόοδο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης;

JD: Νομίζω πως το σημείο καμπής ήταν η νομισματική κρίση του 1992. Ενώ πλησίαζε η μέρα υπογραφής της συμφωνίας του Μάαστριχτ, η ιταλική λίρα και η λίρα-στερλίνα δέχτηκαν κερδοσκοπικές πιέσεις και τέθηκαν εκτός του «ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος»• ακόμα και το γαλλικό φράγκο απειλήθηκε τον Ιούλιο του 1993.

Αυτή η νομισματική αναστάτωση έβαλε μια τελεία στην αναπτυξιακή φάση που ενεργοποιούσε η προσδοκία της ενιαίας αγοράς.

Έως τότε κυριαρχούσε πραγματική ευφορία• πάνω από 10 εκατομμύρια θέσεις εργασίας είχαν δημιουργηθεί στην Ευρώπη. Μετά το ρεύμα «γύρισε».

LM: Συνδέεται αυτό με την πτώση του τείχους του Βερολίνου;

JD: Όχι. Η αλήθεια είναι πως πολλοί εταίροι της Γερμανίας είχαν τους ενδοιασμούς τους (για την ενοποίηση της Γερμανίας, ΣτΜ). Όχι εγώ, που αμέσως δήλωσα, αναφερόμενος σε μία παράγραφο της «συνθήκης της Ρώμης» πως η Ανατολική Γερμανία ανήκε πλήρως στην Ευρώπη.

Εξάλλου οι όποιοι δισταγμοί δεν μακροημέρευσαν: στο έκτακτο ευρωπαϊκό συμβούλιο που συγκλήθηκε στο Δουβλίνο το τέλος του Απριλίου του 1990, όλοι συμφώνησαν με την ενοποίηση της Γερμανίας.

Όχι, η αλλαγή κλίματος στην οποία αναφέρομαι είχε να κάνει, όπως μετά το 1971, πολύ περισσότερο με την επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κατάστασης.

Τότε είναι που οι χώρες αναδιπλώνονται στον εαυτό τους κι επανεμφανίζονται εθνικιστικά αντανακλαστικά. Όταν παρουσίασα τη «λευκή βίβλος για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση», το Δεκέμβριο του 1993, χρειάστηκε να αγριέψω για να εγκριθεί. Έλειπε πια ο ενθουσιασμός.

LM: Η περίοδος συμπίπτει με το τέλος της προεδρίας Φρανσουά Μιτεράν (François Mitterand) και την πολιτική εξασθένηση του Χέμουτ Κολ (Helmut Kohl)...

JD: Μια μέρα στο Παρίσι, ενώ εξέφραζα τις ανησυχίες μου για το ότι δεν προχωρούσαν τα πράγματα, ο Φρανσουά Μιτεράν μου είπε: «ξέρετε, ο Σηκουάνας θα συνεχίσει να κυλά!». Λίγους μήνες αργότερα, σε μία ανάλογη συζήτηση με τον Χέλμουτ Κόλ, να ’τος κι αυτός να μου λέει: «μη στενοχωριέστε τόσο πολύ, ο Ρήνος δεν πρόκειται να σταματήσει να κυλά».

Εκτιμούσαν κι οι δύο -και σωστά- πως είχαν εκπληρώσει το ρόλο τους.

Αυτό που βάρυνε πολύ είναι πως η Γερμανία δυσκολεύτηκε να χωνέψει την ενοποίησή της, που κάθε χρόνο «κατάπινε» το 4% του ΑΕΠ της. Η Γαλλία κι η Ιταλία «κόλλησαν» κι αυτές, με την εξαίρεση της Γαλλίας της περιόδου 1997-2001, όταν η Γαλλία γνώρισε ισχυρή ανάπτυξη χάρη στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Λιονέλ Ζοσπέν (Lionel Jospin).

LM: Αν ξαναγυρνούσατε πίσω, θα ξαναπροχωρούσατε στη διεύρυνση;

JD: Ας θυμηθούμε πώς ήταν τα πράγματα όταν έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Αυτό που φοβόμαστε ήταν το ξέσπασμα συγκρούσεων και βίας.

Αν όλα έγιναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αυτό οφείλεται στη σωφροσύνη ηγετών όπως ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ (Mikhail Gorbatchev), ο πατήρ Μπους (Bush), ο Χέλμουτ Κολ και ο Φρανσουά Μιτεράν.

Πώς να μην πούμε σε όλες αυτές τις χώρες, που ήταν πάντα 100% ευρωπαϊκές, πως θεωρούσαμε καθήκον και τιμή μας να τις δεχθούμε στην ΕΕ; Μόνο στη Γαλλία δεν έγινε τούτο κατανοητό.

Εκείνη την εποχή είχα προτείνει, χωρίς να εισακουσθώ, να δημιουργήσουμε πρώτα μία κοινή πολιτική στέγη στην οποία θα εντάσσονταν αυτές οι χώρες μέχρι να είναι πλήρως έτοιμες να ενταχθούν στην ευρεία ευρωπαϊκή οικονομία της αγοράς με τις τόσο πολύπλοκες ρυθμίσεις.

Καθώς δεν το κάναμε αυτό, ήταν φυσιολογικό να στραφούν προς την ατλαντική συμμαχία και τις αγγλοσαξονικές συνταγές, κι η Γαλλία έχασε και στα δύο επίπεδα.

Σήμερα έχουμε μία νέα πρόκληση, εκείνη των Βαλκανίων.

Αυτές οι χώρες μοιάζουν με τη δυτική Ευρώπη τη δεκαετία του ’50: φοβούνται τον πόλεμο, φοβούνται η μία την άλλη. Χρειάζεται να τους προτείνουμε την ίδια συνταγή: φτιάξτε μία τελωνειακή ένωση, συνεργαστείτε, εμπορευθείτε!

«Συγχώρεση δια της προσδοκίας» το αποκαλούσε αυτό η Χάνα ’Αρεντ (Hannah Arendt). Πράγμα που αποδεικνύει την ποιότητα των ανθρώπων που, εδώ και πενήντα χρόνια, φαντάστηκαν πως η Ευρώπη θα μπορούσε να ζήσει ένα ειρηνικό μέλλον.

LM: Σε θεσμικό επίπεδο, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο;

JD: Πολλά πράγματα προχωράνε στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, που έχει βελτιωθεί πολύ. Όταν προήδρευα στην ευρωπαϊκή επιτροπή, με υποστήριζε μία πολιτική συμμαχία σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών. Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία, στην οποία ανήκω, είναι μειοψηφική και η πλειοψηφία κλίνει προς την κεντροδεξιά και τους φιλελεύθερους, μεταξύ των οποίων ορισμένοι κηρύσσουν τον ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό.

Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές δίνουν τη μάχη τους, δεν τα παρατάνε. Έτσι αυτό το κοινοβούλιο (που εξελέγη το 2004) έχει κάνει θαυμάσια δουλειά στην οδηγία για τις υπηρεσίες και στην οδηγία REACH για έλεγχο των χημικών, όπου πέτυχε προωθητικούς πολιτικούς συμβιβασμούς.

Τα γαλλικά πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα του πολιτικού παιγνίου σε αυτό το επίπεδο, διότι θέλουν να βλέπουν την Ευρώπη «αλά γαλλικά», πράγμα όμως που δεν τα βοηθά να πετύχουν τους στόχους τους.

Όλοι οι Γάλλοι ηγέτες που εργάσθηκαν εποικοδομητικά για την Ευρώπη από τη δεκαετία του ’50, θεωρούσαν πως η ακτινοβολία της Γαλλίας, η διατήρηση της επιρροής της, περνούσαν από την ευρωπαϊκή οικοδόμηση.

Τα τελευταία χρόνια είναι κραυγαλέα η απουσία αυτού του κεντρικού στοιχείου, που συνδέει τον πατριωτισμό με τον ευρωπαϊσμό. Οι εταίροι μας αγαπούν τη Γαλλία, εκείνη όμως που λέει «εμείς οι Ευρωπαίοι», όχι εκείνη που κάνει επιδείξεις ισχύος.

LM: Πώς σχολιάζετε τη θέση που κατέχουν τα ευρωπαϊκά ζητήματα στη γαλλική προεκλογική αντιπαράθεση;

JD: Είμαι απογοητευμένος από το πώς μιλάμε για την Ευρώπη και δεν χρειάζεται να πω τίποτα παραπάνω. Αυτό που θα χρειαστεί πρώτα να κάνουμε είναι να νοικοκυρέψουμε τα του οίκου μας, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την τριπλή πρόκληση που αντιμετωπίζουμε, της δημογραφίας, της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής.

Ίσως τότε να κατορθώσουμε να ξαναβρούμε εκείνη τη ανοικτή Γαλλία, την ικανή να διατυπώνει γενναιόδωρες, τολμηρές προτάσεις, της Γαλλίας που μπόρεσε να σφραγίσει την ευρωπαϊκή ιστορία, από την εποχή της έκκλησης του Ρομπέρ Σουμάν (Robert Schuman) το 1950.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι