Νέος ευρωπαϊσμός: «ουτοπία» σε αναζήτηση τόπων

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 14/07/2007

Eίναι βέβαιο οτι ενωμένη Ευρώπη χωρίς ευρωπαϊσμό δεν γίνεται. όπως δεν γινόταν Ελλάδα η Γαλλία, Γερμανία η Ισπανία χωρίς την εθνική ιδέα. Tο ερώτημα είναι, από ποιες αφετηρίες μπορεί να αναζωογονηθεί ο ευρωπαϊσμός.

Η σημερινή εικόνα είναι η κατάληξη της κρίσης που άνοιξε με την απόρριψη του «ευρωσυντάγματος» από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς. Στην απόρριψη συνέκλιναν αριστερές και δεξιές ή ακροδεξιές δυνάμεις. Στη διαχείριση όμως του «όχι» κυριάρχησε η Δεξιά και οι χώρες που θέλουν μια διακυβερνητική, απλώς, Ευρώπη. Έτσι, η κρίση του «ευρωσυντάγματος» φαίνεται ότι αποτελεί κατάληξη μιας ολόκληρης ιστορικής φάσης της ευρωπαϊκής περιπέτειας. «Ενδεχομένως το σημερινό σημείο ολοκλήρωσης να αποτελεί και σημείο ισορροπίας, με την έννοια της επίδρασης δυνάμεων που αλληλοεξουδετερώνονται» (Α. Μητσός, «ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ», αρ. 3, Ιούλιος 2007). Με άλλα λόγια, να εκφράζει τη μέγιστη ολοκλήρωση που μπορούν να φτάσουν όλα μαζί τα κράτη μέλη, δεδομένων των πάγιων διαφορών γεωπολιτικής αντίληψης και πολιτικής «φιλοσοφίας». Για κάποιους αυτό το σημείο είναι ικανοποιητικό, για τους ευρωπαϊστές όμως είναι διάψευση ενός οράματος για την Ευρώπη. Εξ ου και έχει μπει στην ημερήσια διάταξη η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων και των ενισχυμένων συνεργασιών. Κανένα όμως νέο σχέδιο Ευρώπης δεν θα προχωρήσει χωρίς έναν νέο ευρωπαϊσμό, χωρίς μια νέα ιδέα Ευρώπης.

Δύο διευκρινίσεις

Επειδή κάθε νέα προσπάθεια ξεκινά από την αποτίμηση της προηγούμενης πορείας, είναι χρήσιμο να διευκρινίσουμε δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά τής έως τώρα διαδικασίας ολοκλήρωσης, απαντώντας ταυτόχρονα σε δύο παγιωμένες απλουστεύσεις που συσκοτίζουν, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα. Η πρώτη αφορά το προφανές «δημοκρατικό έλλειμμα» που παρουσιάζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Φαινομενικά, η Ε.Ε. βασίζεται στην έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση που λαμβάνει μέσω των εθνικών κρατών, αφού η άμεση έκφραση των Ευρωπαίων πολιτών είναι ανύπαρκτη. Για την εθνοκεντρική αντίληψη αυτή η κατάσταση είναι η επιθυμητή και επιβάλλει τα όρια στη διαδικασία ολοκλήρωσης: μια χαλαρή διακυβερνητική πολιτική οργάνωση σε μια υπερεθνική ελεύθερη αγορά. Η άποψη αυτή παραβλέπει πιστεύω δύο άλλες πηγές νομιμοποίησης της διαδικασίας ολοκλήρωσης. Η πρώτη είναι η «λειτουργική νομιμοποίηση» (χρησιμοποιώ καταχρηστικά μια έννοια της πολιτικής θεωρίας) που παρέχει τα πυκνά πλέον δίκτυα που συνενώνουν το εθνικό με το ευρωπαϊκό. Η δεύτερη και ουσιαστικότερη πηγή νομιμοποίησης είναι ο αυξημένος βαθμός εξευρωπαϊσμού της δημοκρατικής νομιμοποίησης που παρέχουν τα εθνικά κράτη στην Ε.Ε. Αρκεί να σκεφτούμε τη διαφορά μεταξύ της ελληνικής κυρίαρχης γνώμης στις αρχές της δεκαετίας του ΄80- που έβλεπε την ΕΟΚ σαν αγελάδα- με τη μετέπειτα αίγλη που απέκτησε η Ε.Ε., και κυρίως το «δεδομένο» που αποτελεί πλέον για τις νέες γενιές. Τι μεσολάβησε; Η επανεπεξεργασία της εθνικής ταυτότητας, ο τρόπος του να είμαστε Έλληνες υπό το φως της ευρωπαϊκής συνύπαρξης. Αντίστοιχες αλλαγές έχουν επέλθει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και αποτελούν δημοφιλές θέμα κοινωνιολογικής ανάλυσης.

Η άλλη διευκρίνιση αφορά τη μέθοδο με την οποία προχώρησε έως τώρα η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σύμφωνα με την πλέον διαδεδομένη άποψη, η ολοκλήρωση προχώρησε μέσω των διαδοχικών κρίσεων: η συμβιβαστική λύση που δινόταν σε κάθε κρίση βάθαινε την ολοκλήρωση καθώς διέχεε τις κοινές πολιτικές σε όμορα πεδία. Και πάλι η διαπίστωση έχει μεγάλη δόση αλήθειας, αρκεί όμως να μην εξομοιώνουμε τις «κρίσεις» και να θυμίζουμε ότι κάποιες από αυτές συνδέονταν με συγκλονιστικές ιστορικές αλλαγές στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση αντεπεξήλθε με τόλμη και διορατικότητα. Αρκεί να σκεφτούμε το 1989, όταν η Γερμανία του Κολ και η Γαλλία του Μιτεράν, σε συντονισμό με τον Γκορμπατσόφ και με τη συγκατάθεση του Μπους και της Θάτσερ, δρομολόγησαν την ενοποίηση της Γερμανίας και την ΟΝΕ, δίνοντας ομαλή διέξοδο στην κατάρρευση της διπολικής παγκόσμιας τάξης. Μπορούμε να γενικεύσουμε αυτό το παράδειγμα. Η βαρετή μικροπολιτική των ευρωσυσκέψεων και η ακαταλαβίστικη αργκό των Βρυξελλών εξελίχθηκε μέσα σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό πλαίσιο, που έθετε βαρυσήμαντα διλήμματα, γεγονός που πρέπει να συνυπολογίζεται ως συστατικό, αν όχι ως πρωτεύον στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Υπερκείμενη νομιμοποίηση

Αυτό το ευρύτερο γεωπολιτικόιδεολογικό πλαίσιο λειτουργούσε ως υπερκείμενη νομιμοποίηση , η οποία συνένωνε το εθνικό με το υπερεθνικό, το παρόν με το μέλλον, την πραγματικότητα με το όραμα, μετατρέποντας την αναποτελεσματικότητα του σήμερα σε προσδοκία του αύριο. Το γεωπολιτικό- ιδεολογικό πλαίσιο της ολοκλήρωσης πέρασε διάφορα στάδια. Η ΕΟΚ των μεταπολεμικών δεκαετιών 1960 και 1970 αναπτύχθηκε υπό τη σκιά των ΗΠΑ και ήταν πρωτίστως ψυχροπολεμικά «δυτική», γεγονός που δεν άρεσε βεβαίως καθόλου στην Αριστερά. Η Ε.Ε.

των δεκαετιών 1980 και 1990 ήταν πρωτίστως δημοκρατική και κοινωνική, «μοντέλο» που υποσχόταν τη διατήρηση της ισορροπίας ανάπτυξης και δικαιοσύνης. Ως τέτοια, άρεσε πια περισσότερο στην Αριστερά παρά στη Δεξιά. Εξακολουθούσε να είναι Δύση, αλλά μια Δύση νικήτρια, που θα διέδιδε τον δημοκρατικό καπιταλισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα στους «υπόλοιπους» του Κόσμου.

ΗΠΑ και Ευρώπη έμοιαζαν να κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος, αν και η πρώτη σημείωνε μια εκρηκτική μετάβαση στην ψηφιακή νέα οικονομία.

Σήμερα; Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι έχει μπει σε κρίση αυτή η υπερκείμενη νομιμοποίηση, αφήνοντας ξέσκεπη την υποκείμενη πραγματικότητα. Γιατί;

Πρώτον, γιατί η Ε.Ε. απέκτησε «υλικότητα». Οι Ευρωπαίοι πολίτες την έπιασαν στα χέρια τους με το ευρώ και το διαβατήριο. Είναι φυσικό όμως η «υπαρκτή» Ε.Ε. να αυξάνει τις απαιτήσεις αποτελεσματικότητας σε σχέση με την «ιδεατή» Ευρώπη του χθες. Και είναι αναμενόμενο να ενισχύει την αποξένωση όταν δεν ανταποκρίνεται σε αυτές.

Δεύτερον, γιατί η Ευρώπη δεν απέκτησε την αναγκαία διακριτότητα από την παγκοσμιοποίηση, ούτε στην πράξη ούτε στη θεωρία. Η «προστιθέμενη αξία» που έδωσε σε κάθε εθνικό κράτος προκειμένου να «προστατευτεί» από τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, είναι ακόμα κάτω από τις προσδοκίες. Η στρατηγική της Λισαβώνας για την αναβάθμιση του «ευρωπαϊκού μοντέλου» έμεινε εν πολλοίς στα χαρτιά. Τρίτον και βασικότερον, γιατί η (αναμενόμενη) αποτυχία της αμερικανικής υπερδύναμης να γίνει θεμέλιο και ηγεμόνας της παγκοσμιοποίησης άνοιξε το δραματικό ερώτημα τι είδους θα είναι η μετα-ηγεμονική διεθνής τάξη πραγμάτων. Ποια μορφή διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης θα επικρατήσει; Ποιοι συσχετισμοί δυνάμεων και ποιες συμμαχίες θα κυριαρχήσουν στον ορατό 21ο αιώνα; Τα ζωτικά αυτά ερωτήματα, ερχόμενα στην επικαιρότητα, προκάλεσαν στρατηγικές πλέον αποκλίσεις μεταξύ των ισχυρών χωρών της Ευρώπης ως προς τη θεώρηση της παγκοσμιοποίησης και του ρόλου της Ε.Ε. σε αυτήν. Αποκλίσεις παραλυτικές, γιατί βασίζονται σε «βιωματικά» στοιχεία της εθνικής γεωπολιτικής και κουλτούρας. Διάψευση της αμερικανικής ηγεμονίας και κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι όψεις του ίδιου νομίσματος.

Νέος ευρωπαϊσμός

Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ασυνέχεια μεταξύ του παλαιού και του νέου ευρωπαϊσμού τον οποίο χρειαζόμαστε. Και οι δύο αποτελούν ουτοπίες με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Αναπτύσσονται στους μη τόπους μεταξύ του εθνικού και του υπερεθνικού, ποντάρουν στην ιστορική κίνηση που υπερβαίνει την (βεστφαλιανή) αντίληψη της κυριαρχίας. Ο παλαιός ευρωπαϊσμός αναπτύχθηκε σε μια δεδομένη για την Ευρώπη διεθνή τάξη πραγμάτων και στη βάση μιας συμπαγούς αντίληψης της Δύσης. Για τον νέο ευρωπαϊσμό που χρειαζόμαστε, η μορφή διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης είναι το ζητούμενο, καθώς η διεθνής κατάσταση έχει εισέλθει σε μια μεταηγεμονική περίοδο. Για τον ίδιο λόγο, η Δύση εκφράζει πλέον μια αρκετά χαλαρή έννοια. Με αυτή την έννοια ο νέος ευρωπαϊσμός έχει ως πολιτικά αφετηριακό και θεωρητικά συντακτικό στοιχείο τη δημοκρατική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης. Οι τόποι του είναι εκεί όπου επικαλύπτονται το εθνικό, το παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό. Μόνο σε αυτούς τους τόπους μπορεί να συγκροτηθεί ο «σκληρός πυρήνας» της Ευρώπης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι