Τι δεν θα σας πουν τα κόμματα

Ευγένιος Αρανίτσης, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 09/09/2007

Αν πιστέψουμε τους δασολόγους, για τους οποίους το δάσος είναι ένας ενιαίος ζωντανός οργανισμός, έρχεται πάντοτε, περιοδικά, μια στιγμή κατά την οποία η συσσώρευση της ενέργειας υπερβαίνει ένα κρίσιμο όριο και η βλάστηση μετατρέπεται σε βιολογική πυριτιδαποθήκη. Η ενέργεια εκρήγνυται. Με δεδομένο τον νόμο που ρυθμίζει μια τέτοια διακύμανση, καταλαβαίνουμε ότι, ειδικώς για τις παρθένες περιοχές, το σημείο Ω ως προς την έκλυση της ενέργειας, βιολογικά νομοτελειακό, προαναγγέλλεται με μιαν υποψία επικείμενου ξεσπάσματος που κυκλοφορεί στον αέρα όλο και πιο απειλητική. Κλαδιά και θάμνοι, φύλλα και καρποί, τα απειράριθμα εύφλεκτα στοιχεία του λαβύρινθου της φύσης, συντονίζονται με το άγχος της αντίστροφης μέτρησης.

Λογικά, αυτή η ανησυχία θα έπρεπε να κυριεύει τους ανθρώπους εξίσου. Όντως, τις μέρες που προηγήθηκαν της καταστροφής, οι παραθεριστές άκουγαν τα κουκουνάρια να σκάνε δίπλα τους κι ο κόσμος έτριζε προειδοποιητικά μέσα στα κύματα του καύσωνα, το δε φως του μεσημεριού έμοιαζε να αντανακλά τη θανάσιμη λευκότητα της επερχόμενης πυράκτωσης. Ακόμη και ο πιο αδαής θα υποπτευόταν ότι τα ξερόχορτα περίμεναν μια σπίθα για να γίνουν παρανάλωμα.

Το ότι αυτός ο προϊδεασμός δεν ήταν αρκετά ηχηρός ώστε να θορυβήσει τους ανθρώπους της υπαίθρου οφείλεται στην κώφωσή τους, προϊούσα και αμετάκλητη. Αυτοί δεν θα χαλούσαν τη ζαχαρένια τους για να φτιάξουν αντιπυρικές ζώνες ή να καθαρίσουν τα δάση απ τα σκουπίδια ή να αφαιρέσουν τη χαμηλή χλωρίδα απ τα περίχωρα των κατοικημένων εδαφών, εκτός κι αν επρόκειτο να δεχτούν υψηλές τηλεοπτικές παραινέσεις. Παλιά, θα το έκαναν ευχαρίστως στον βωμό ενός χρέους σχεδόν θρησκευτικού· η επαφή τους με το φυτικό βασίλειο διαπνεόταν από τις ανάσες και τις προσταγές της κοινοτικής τους μοίρας και το δέος τους μπροστά στις πανωλεθρίες είχε κάτι το μυστικιστικό, ακριβώς όπως η προσαρμογή στον κύκλο των εποχών, που ήταν συνυφασμένος με το εορτολόγιο. Τώρα, κωλοβαρούσαν εν ονόματι του «έχει ο Θεός», τη στιγμή που ήξεραν πολύ καλά ότι δεν υπάρχει πλέον Θεός, τουλάχιστον πειστικός, εφόσον τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν είναι ορατό στο τηλεοπτικό επίπεδο. Τριτεγγυητής αυτού του ελιγμού ήταν, ως συνήθως, το κράτος.

Πράγματι, το τελευταίο χρησίμευε, από κτίσεώς του, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι για την αντιμετώπιση της κακής συνείδησης του διχασμού μας. Ο γιγάντιος δημόσιος τομέας απεικόνιζε τον διχασμό μας και συνάμα τον παρηγορούσε. Το κράτος κατόρθωνε να εμπνέει σεβασμό και συνάμα απέχθεια, το ελεεινολογούσαμε και την ίδια στιγμή κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν για να ενταχθούμε στις στρατιές που το υπηρετούσαν ώστε να το υπονομεύσουμε ή να σφετεριστούμε τις εξουσίες του. Η εγγενής ιδιοσυγκρασιακή μας αμφιταλάντευση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα στις φθίνουσες παρακαταθήκες της κοινοτικής ζωής και στο μοντέλο του ευρωπαϊκού έθνους-κράτους, ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζαμε το αίνιγμα του συμβολικού Αλλου, της κοινωνικής και διοικητικής Αρχής. Οπότε, ήμαστε υπερβολικά καλοί σε οτιδήποτε αξιοθαύμαστο πετυχαίναμε και υπερβολικά κακοί όταν διαιωνίζαμε την απερισκεψία, την προσωποληψία, την απάτη, τον κρετινισμό και τα κόμπλεξ.

Απεναντίας, από τα τέλη της δεκαετίας του 80, η καταπραϋντική διαχείριση του διχασμού είχε περάσει οριστικά στην αρμοδιότητα της τηλεόρασης κι εμείς μείναμε με τους παράδοξους απόηχους ενός συμπτώματος δίχως αίτιο, διότι Ανατολή και Δύση είχαν πάψει πια να συνιστούν δρώσες πραγματικότητες της ψυχικής μας συγκρότησης και συγχωνεύτηκαν σ ένα κενό πρότυπο χυδαίας καταναλωτικής επιβίωσης, στου οποίου την εφαρμογή χοροστατούσαν η διαφήμιση, ο τζόγος και η πορνογραφία. Έκτοτε, οι αγρότες παρουσιάζονταν σαν οριακά παραδείγματα της έσχατης αλλοτρίωσης κι εμείς το ξέραμε, δηλαδή ξέραμε ότι, στηρίζοντας έμπρακτα την υδροκέφαλη μητρόπολη της τηλεοπτικής δημοκρατίας, τους οδηγούσαμε παραπλανητικά στη σταδιακή εκμηδένιση και γινόμαστε οι ένοχοι του εκφυλισμού που σημάδευε το πεπρωμένο τους.

Εξάλλου, ήταν κιόλας έτοιμοι, από μόνοι τους, για το χειρότερο. Ας μην ξεχνάμε ότι επρόκειτο για την ίδια εκείνη γενιά φτωχών ανθρώπων που έδιωξαν τα παιδιά τους μακριά με το όνειρο να τα δουν να σπουδάζουν γιατροί και δικηγόροι, να τα δουν να ασχολούνται με κάτι εντελώς ξένο προς τη γη. Που θα πει πως η γη, μέσα τους, έπαιρνε την όψη ενός τοπίου όλο και λιγότερο μητρικού. Αυτή η ανυπόφορη αμφισημία στον δεσμό των ανθρώπων της υπαίθρου με τις φυσικές τους πατρίδες, αγάπη και μίσος ταυτόχρονα, νοσταλγία για τις δωρεές της και, συνάμα, μνησίκακη αποστροφή για τη στενότητα ενός ορίζοντα διαρκώς συρρικνούμενου μπροστά στη λαίλαπα της εκσυγχρονιστικής ανηθικότητας, δεν είναι το πιο αμελητέο ανάμεσα στα αίτια της επανάπαυσης που ευνόησε ολοκαυτώματα σαν το πρόσφατο. Θα ήταν περισσότερο ρεαλιστικό να μιλάμε για αναισθησία ή και για πλήρη παράλυση.

Εκ των υστέρων, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε πως οι αγρότες είχαν βγει απ τη σκηνή της Ιστορίας προ πολλού κι ότι εμείς δεν το αγνοούσαμε. Εξ ου και οι σπαραξικάρδιοι θεατρινισμοί μας απέναντί στη δυστυχία τους. Μπορεί μεν να εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζονται ως αγρότες, αλλά δεν ήταν παρά επίδοξοι μικροαστοί, εξ υποθέσεως επιρρεπείς στο να δέχονται αδιαμαρτύρητα τις εξελίξεις που έπλητταν την ταυτότητά τους στη ρίζα της, όπως έγινε πριν από πολλά χρόνια στην Κέρκυρα, την πατρίδα μου, όπου μεγάλες ομάδες του πληθυσμού απομακρύνθηκαν σπασμωδικά απ τους ελαιώνες για να επανδρώσουν τον τουριστικό μηχανισμό.

Ετσι, οι αγρότες κατέληξαν παγιδευμένοι στην κακοδαιμονία μιας γης μόνιμα λιποβαρούς σε ανταπόδοση, μιας γης που διέψευδε τις προσδοκίες τους καθημερινά και που η συγγένειά της με τον άνθρωπο είχε στερηθεί κάθε ίχνους πνευματικότητας. Ταπεινωμένη από τη βαναυσότητα των καλπασμών της προόδου, η φύση παρακολουθούσε άναυδη τις απόπειρες υπαγωγής της στους σχεδιασμούς των πολυεθνικών, μία εκ των οποίων, όχι η μικρότερη, ήταν η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν οι αγρότες συναινούσαν τώρα στην εξάπλωση της βαμβακοκαλλιέργειας και στον ενταφιασμό των εσπεριδοειδών υπέρ του καθήκοντος να προστατευθούν οι τιμές, πάντως το πλήρωσαν ακριβά διότι αυτή η συναίνεση σκότωσε την αγάπη τους για το βαθύτερο, ζωτικό υπονοούμενο της σοδειάς. Ήθελαν να φτιάξουν ένα δεύτερο σπιτάκι κάτω απ τον ήλιο, και φαίνεται συγκινητικό, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σαν εμάς, δηλαδή τους λάτρεις της αστικής δόμησης, άρχισαν να σπέρνουν στην ύπαιθρο ό,τι πιο φρικτό και κακόγουστο είχε να επιδείξει η τερατώδης προχειρότητα της αρχιτεκτονικής του τσιμέντου.

Παρομοίως, το δάσος έπαψε να είναι πηγή θρύλων. Στις παρυφές του, ο πληθυσμός δεχόταν στωικά την ειρωνεία των συντάξεων του ΟΓΑ και περίμενε τη φωτιά σαν το κύκνειο άσμα μιας κοινοτικής οργάνωσης που αποσυρόταν διά παντός στα αζήτητα. Οι γαίες καλλιεργούνταν, βέβαια, αλλά επίσης γίνονταν αντικείμενο περιφρόνησης, αφού έδιναν πάντοτε διαφορετικά αποτελέσματα απ αυτά που απαιτούσαν τα πρωτόκολλα του στρατηγικού και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της ευρωπαϊκής γεωργίας, επακόλουθα των οποίων ήταν οι περίφημοι κανόνες για το λάδι και τα αμπέλια ή η άρση της απαγόρευσης για την εισαγωγή μούστου από τρίτες χώρες. Το λαχάνιασμα της γης σ αυτό τον εξοντωτικό αγώνα δρόμου δεν έβρισκε διέξοδο. Αναπόφευκτα, τα παραγόμενα αγαθά θα ήταν στο εξής αντιληπτά σαν ένα ελλειμματικό απόθεμα που η ομαλή απορρόφησή του από την αγορά δεχόταν τις επιθέσεις του ξέφρενου ανταγωνισμού και της οργανωμένης κερδοσκοπίας. Σιγά σιγά, οι αγρότες θα μάθαιναν να ζουν με την ανομολόγητη επίγνωση ότι η γη τους παρήγαγε πρώτ απ όλα εκδίκηση.

Συνεπώς, δεν είναι εδώ ανεπίκαιρη η ψυχολογική παρατήρηση ότι, άπαξ και βλάψεις κάποιον άθελά σου, αναγκάζεσαι στη συνέχεια να τον μισήσεις. Κατ αναλογίαν, ισχύει επίσης ότι οι κάτοικοι της υπαίθρου, έστω κι αν δεν το παραδέχονται, πόσω μάλλον μπροστά στον φακό της τηλεόρασης, είχαν αναγκαστεί να εχθρεύονται τη γη και να αποφεύγουν την ακρόαση των βαθύτερων ρευμάτων της επιθυμίας της, κοντολογίς αναγκάστηκαν να συμβιώσουν μ αυτήν νομίζοντας ότι το έκαναν απλώς και μόνον επειδή είχαν αποκλειστεί απ τις μεγάλες πόλεις, όπου σύμφωνα με την τηλεόραση, δηλαδή την κυρίαρχη αλήθεια του κόσμου μας, συνέβαιναν όσα άξιζε να δει κανείς να συμβαίνουν. Ζούσαν σε μια γη που αντιστεκόταν ζηλότυπα στην πολιορκία των εύκολων λύσεων και της αρπαχτής. Για να την υποτάξουν, για να την αποστραγγίξουν μέσω της ανακύκλωσης, θα όφειλαν να διαθέτουν τα τεχνικά εφόδια ενός πολιτισμού στον οποίο δεν ήθελαν κατά βάθος να ανήκουν κι αυτό προσέδιδε στη διαγωγή τους μια χροιά παράνοιας, ολοφάνερη π.χ. στο είδος της φιλοξενίας που πρόσφεραν, κατά το ήμισυ αυθόρμητης και ανοιχτόκαρδης και κατά το ήμισυ ιδιοτελούς, με 80 ευρώ το δωμάτιο.

Αλλά η πόλη, έχοντας απαλλοτριώσει το μέλλον των αγροτών, δεν τους ανταπέδιδε ούτε καν σφυρίχτρες και καθρεφτάκια. Ο τουρισμός που οι αστικές περιοχές τροχιοδρομούσαν στην ύπαιθρο δεν ήταν παρά μια φτηνή, γραφική αναπαραγωγή των συνθηκών μισθωτής εργασίας, υποχρεώσεις συμμετοχής σε εμποροπανήγυρεις, ψευτοφεστιβάλ, καταναγκαστική περιφορά της ρακένδυτης πελατείας στα υποτιθέμενα αξιοθέατα, τήρηση ωραρίων και κυνήγι φτηνού φαγητού μέσα στην πλημμύρα του κιτς και στις πετρελαιοκηλίδες των ακτών. Η χαριστική βολή θα δινόταν στη φύση απ τον αγροτουρισμό για τα χωριατόπαιδα που θα εκπαιδεύονταν σαν γκαρσόνια και ρεσεψιονίστ, γι αυτούς που διασκέδαζαν με τις εκπομπές της Αννίτας Πάνια, η φύση, ηλιόλουστη ή φθινοπωρινή, σκυθρωπή ή ανθισμένη, κατόπτριζε τη μειονεξία που σφράγιζε την ταυτότητά τους, υπενθύμιζε ενοχλητικά την ηθική εκείνης της σκληρής και αναχρονιστικής αλλά απολαυστικά γνώριμης ζωής, της οποίας τη δικαίωση είχαν πλέον διδαχτεί να απεύχονται.

Εν ολίγοις, εφόσον η τηλεόραση είχε ενοποιήσει, στην επιφάνεια, την κουλτούρα της πόλης μ εκείνη της εξοχής, οι κάτοικοι των χωριών έπαψαν να ξέρουν πού βρίσκονται. Ως προς αυτόν τον συναισθηματικό ξεριζωμό, η γη υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και ο μάρτυρας έπρεπε πάση θυσία να φιμωθεί. Αφού τη δηλητηρίασαν με την κατάχρηση των ψεκασμών, αφού κόντεψαν να την τρελάνουν με καταιγισμούς λιπασμάτων, αφού την οδήγησαν στα όρια της αντοχής της, αφού αλλοίωσαν τη χημεία της, αφού την υποχρέωσαν να παράγει καρπούς των οποίων η πλαστικοποιημένη απόχρωση ελάχιστα ισοστάθμιζε την έλλειψη γεύσης, αφού την έσυραν στον προθάλαμο μιας επιστημονικής φαντασίωσης όπου η ζωή επιτάχυνε τις εσωτερικές της καύσεις με τοξίνες και κάθε είδους καρκινογόνα απόβλητα, τέλος ,αφού την προετοίμασαν ώστε αύριο να συμφιλιωθεί με τους αχαλίνωτους πειραματισμούς των πολυεθνικών στον τομέα των μεταλλαγμένων, δεν είχαν στη συνέχεια άλλη διέξοδο απ το να την εγκαταλείψουν στην ουδέτερη μοίρα ενός αναγκαίου κακού, δηλαδή στο στόχαστρο της απάθειας απέναντι στις συνέπειες.

Ναι, ήταν μια μάνα πλούσια σε γάλα, όμως το γάλα δεν μπορούσε πια να θεωρείται ευλογημένο κι αυτή η βέβηλη αίσθηση μόλυνε τον αρχαίο δεσμό του ανθρώπου με τα πνεύματα των δέντρων και τον ψίθυρο του υδροφόρου ορίζοντα, μ εκείνα τα όνειρα της γης της επαγγελίας όπου ο άνθρωπος ήξερε ότι αν η μουριά δεν έκανε καρπούς ήταν επειδή είχε ήδη δώσει, αντί καρπού, τον ίσκιο της και άρα της όφειλαν ευγνωμοσύνη. Αυτή η εμπειρία συνόδευε κάποτε την αρμονική συμβίωση του ανθρώπου με τη φύση προκειμένου αυτός να αντέχει τις ταλαιπωρίες, προκειμένου να θυμάται πως οι ταλαιπωρίες της καλλιέργειας και της συγκομιδής ενέπλεκαν στο δράμα τους τη διάσταση του ιερού. Τώρα, τίποτα δεν ήταν ιερό, και η εναλλαγή της καλής με την κακή γη, της καλής με την κακή σοδειά, έπαψε να αναφέρεται σιωπηρά στο καλό και το κακό μητρικό στήθος, σαν να λέμε στις σημασίες εκείνης της μυθικής συγγένειας μεταξύ ανθρώπου και γης που απεικονίζονταν στις αφηγήσεις για παιδιά με τη μορφή της καλής νεράιδας και της κακής μάγισσας. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που οι μανάδες έπαψαν να αφηγούνται. Οι μανάδες παραχώρησαν τον ρόλο τους στις τηλεοράσεις, όπου καλό και κακό ήταν συνώνυμα.

Εξηγείται επομένως το γεγονός ότι το μήνυμα της επικείμενης συντέλειας που εξέπεμπε ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού όλη αυτή η οργασμική κορύφωση της θερμότητας στην πελοποννησιακή και ευβοϊκή ύπαιθρο πέρασε ντούκου, και δύσκολα θα απέφευγε κανείς τον πειρασμό να υπογραμμίσει ότι, κατόπιν εορτής, τα δάκρυα είναι κροκοδείλια. Θα έλεγα πως η αδιαφορία των ανθρώπων για τον ψυχισμό της γης, η αδιαφορία τους εδώ και τριάντα χρόνια για την φωνή που εκπορευόταν απ τις σχέσεις αγάπης και τιμωρίας οι οποίες συνέδεαν τους γεωργούς με τα χωράφια, σχεδόν προκάλεσε μιαν ύστατη κραυγή αγανάκτησης μεταφορικά και κυριολεκτικά πύρινης: τα βασίλεια της χλωρίδας ζητούσαν να ξαναγεννηθούν, αυτό ήταν γραμμένο στην αρχέγονη μνήμη τους όμως εκείνο που δεν ήξεραν είναι πως η αναγέννηση δεν θα ερχόταν ποτέ, κι έτσι έλαμψαν για τελευταία φορά πριν σβήσουν, σαν το φώσφορο.

Απ αυτή την τραγική σκοπιά, η ανευθυνότητα που χαρακτηρίζει τους πολιτικούς, η αναξιοκρατία και η αγυρτεία που ευδοκιμεί στις κλίκες τους, η παταγώδης ασυνέπεια και το θράσος, η διαφθορά και η βλακεία, η ασυναρτησία και η δουλικότητα προς τα συμφέροντα, ο τυχοδιωκτισμός και η φαυλότητα, η μικροπρέπεια και η φετιχιστική προσκόλληση στην ιδέα μιας τυφλής και αδηφάγου ανάπτυξης, τέτοιες αμαρτίες ισοδυναμούν με υποσημειώσεις. Εκείνο που συνέβη κατ ουσίαν είναι ότι η λεγόμενη πρόοδος, ακριβώς όπως η ενέργεια που αποθηκευόταν συσσωρευτικά στους χυμούς και στις αρτηρίες των δέντρων μέχρις ότου εκραγεί, ασκούσε αφόρητες πιέσεις σ αυτή την περιοχή της ελληνικής χερσονήσου εδώ και πολύ καιρό, ώσπου οι αντιστάσεις κατέρρευσαν, περίπου όπως κατέρρευσαν, με το Χρηματιστήριο, οι αντιστάσεις στην αναδιανομή του πλούτου.

Για να μην πολυλογούμε, η Πελοπόννησος χρειαζόταν ερήμους κατάλληλες να φιλοξενήσουν γραφεία μεγάλων εταιρειών από τσιμέντο και γυαλί, ξενοδοχεία με καζίνο, πολιτισμικά πάρκα όπου η Επανάσταση του 21 θα αναπαριστάται σαν ψηφιακό υπερθέαμα. Η χώρα εκείνη ήταν κατάλοιπο του αγροτικού πολιτισμού του 19ου αιώνα και έπρεπε να την ωθήσουν στον 21ο αιώνα διά της βίας, μ ένα σοκ, με τη χάραξη καινούριων δρόμων, με τη διάδοση καινούριων συμπεριφορών και επαγγελμάτων, με τη διανομή καινούριων τεχνολογιών και ούτω καθεξής. Διηγούνται ότι ο άγγλος βασιλιάς Γεώργιος Ε, πριν πεθάνει, είχε πει στον γιο του, μετέπειτα Εδουάρδο Η: «Γιε μου, να θυμάσαι ποιος είσαι!» Αυτός απάντησε: «Σ το υπόσχομαι». Και, πολύ σοφά, πρόσθεσε: «Αλλά ποιος είμαι;» Εμείς, αντίθετα, μείναμε στην υπόσχεση.

Θέμα επικαιρότητας:
Προς τις Βουλευτικές εκλογές

Σύνολο: 48 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι