Το κοινωνικό κράτος σε ιστορική προοπτική

Θόδωρος Σακελαρόπουλος, Το Βήμα Ιδεών - Το Βήμα, 07/11/2008

Η κοινωνική πολιτική και γενικότερα οι δημόσιες πολιτικές και οι κοινωνικοί θεσμοί που συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό κράτος ήταν και είναι προϊόν μιας ιστορικής εξέλιξης που ταυτίζεται με την ωρίμανση του καπιταλιστικού βιομηχανικού συστήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο βαθύτερο περιεχόμενο και στην ουσία τους εκφράζουν την αλληλεγγύη της κοινωνίας προς τους αδυνάτους, τους εκτός της αγοράς εργασίας ευρισκομένους, τους βιώνοντες κοινωνικούς κινδύνους, τους φτωχούς, απόρους και αναξιοπαθούντες. Αυτή η αλληλεγγύη εκφράζεται με την αναδιανομή του εισοδήματος μεταξύ των γενεών και στο εσωτερικό μιας γενιάς, τις κοινωνικές νομοθετικές ρυθμίσεις για την προστασία των εργαζομένων και των πολιτών και τέλος με τη μεταφορά πόρων μέσω των προνοιακών πολιτικών προς αυτούς που είναι σε κατάσταση στέρησης και ανάγκης. Ωστόσο οι συγκεκριμένες μορφές και προτεραιότητες που λαμβάνουν οι δημόσιες πολιτικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κοινωνικού κράτους είναι συνάρτηση ιστορικών και εθνικών συνθηκών, των γεωγραφικών πλαισίων αναφοράς τους αλλά και του σταδίου ωρίμανσης της οικονομίας της αγοράς. Η χρυσή εποχή δημιουργίας του σύγχρονου κοινωνικού κράτους (δεκαετία του ΄30 ως αυτή του ΄70) ταυτίζεται με κρατικές παρεμβάσεις που είχαν ως επίκεντρο την καταπολέμηση των κοινωνικών κινδύνων. Ετσι διαμορφώθηκαν οι σύγχρονες πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης, υγείας, πρόνοιας, καταπολέμησης της ανεργίας κτλ. Ολες αυτές οι δημόσιες πολιτικές και θεσμικές ρυθμίσεις ενεργοποιούνταν με την επέλευση του κινδύνου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 το σύστημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο μιας αυξανόμενης κριτικής από τη νεοφιλελεύθερη θεωρία και πρακτική που θεωρούσε το κοινωνικό κράτος βάρος και εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη. Το προστατευτικό νομοθετικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων και οι υψηλές κοινωνικές δαπάνες αμφισβητήθηκαν και τέθηκαν στο στόχαστρο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Εως και πρόσφατα η αποδόμηση ή μεταρρύθμιση του κλασικού κοινωνικού κράτους αποτέλεσαν κυρίαρχη πολιτική αντίληψη. Η κριτική συνδυάστηκε με την προβολή ενός άλλου κοινωνικού μοντέλου που χαρακτηρίστηκε κοινωνικός φιλελευθερισμός. Στις παθητικές επιδοματικές πολιτικές αντιπαρατέθηκαν οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, στην έννοια του κοινωνικού κινδύνου η ευκαιρία και στην πρόνοια οι πολιτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στη θέση των εθνικών ή διεθνών ρυθμίσεων και συμβάσεων αντιπαρατέθηκε η απορρύθμιση

Το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό μοντέλο, με όλες τις παραλλαγές του, εντασσόταν στην αισιόδοξη λογική της συνεχούς ανάπτυξης, του τέλειου ανταγωνισμού, της συνεχούς και απρόσκοπτης λειτουργίας των αγορών, των υψηλών αποδόσεων των επενδυτικών προϊόντων. Η αισιόδοξη πτυχή του ενισχύθηκε από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, την περίφημη συναίνεση της Ουάσιγκτον, την παγκοσμιοποίηση, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα ασύλληπτα κέρδη των επενδυτικών τραπεζών και κεφαλαίων υψηλού ρίσκου. Πραγματικός στόχος του ήταν η κινητοποίηση των αποταμιεύσεων, η μείωση των δημόσιων κοινωνικών δαπανών συνεπώς και η αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου των επιχειρήσεων. Στην ουσία του αυτό το μοντέλο ενσωμάτωνε μια «ουτοπική» οικονομίστικη αντίληψη ότι όλα τα κοινωνικά προβλήματα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσα στην αγορά, από την αγορά και με όρους αγοράς. Δηλαδή να αντιμετωπιστούν ακριβώς από εκείνον τον θεσμό, την αγορά, που είναι η γενεσιουργός αιτία των κοινωνικών προβλημάτων. Τρεις δεκαετίες μετά, η πρακτική επιτυχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου - αν ποτέ εφαρμόστηκε ως τέτοιο- αμφισβητείται σοβαρά, τόσο με όρους κοινωνικής αποτελεσματικότητας όσο και με όρους πολιτικού προγράμματος.

Παράλληλα στις σκανδιναβικές χώρες κέρδιζε έδαφος η πρακτική του κοινωνικού κράτους ως κοινωνικής επένδυσης. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, προέχει η πρόληψη των κοινωνικών κινδύνων (ανεργία, κοινωνικός αποκλεισμός κτλ.) μέσω ρυθμίσεων και «βαριών» επενδύσεων για το παιδί, την οικογένεια, το φύλο και την εκπαίδευση των εργαζομένων. Η νέα οικογενειακή πολιτική των σκανδιναβικών χωρών έδινε προτεραιότητα στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα των παιδιών. Υπογραμμίστηκε προσφυώς ότι «οι συντάξεις πρέπει κερδίζονται από την παιδική ηλικία» ή ότι «ο κοινωνικός αποκλεισμός καταπολεμάται στην κούνια», με την έννοια ότι με προληπτικές πολιτικές οι πολίτες θα αποκτούν όλες τις ικανότητες, δεξιότητες και γνώσεις από τη μικρή ηλικία, ώστε να αποφύγουν τον κίνδυνο να βρεθούν εκτός αγοράς εργασίας ή να μην έχουν κάποιο εισόδημα σε μεγάλη ηλικία. Η στρατηγική της κοινωνικής επένδυσης επιχείρησε με ρεαλιστικό τρόπο και διατηρώντας πολλές από τις κλασικές κοινωνικές πολιτικές να προσαρμόσει το σκανδιναβικό μοντέλο στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης και του διεθνούς ανταγωνισμού χωρίς τις ακραίες μεταρρυθμίσεις νεοφιλελεύθερου τύπου. Το

Αργά αλλά σταθερά φαίνεται να ακολουθούν και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτό το παράδειγμα. Πριν από δύο εβδομάδες, η Γερμανία υιοθέτησε και αυτή το μοντέλο της κοινωνικής επένδυσης. Ψήφισε νόμο σύμφωνα με τον οποίο ως το 2013 ένα στα τρία παιδιά κάτω των τριών ετών θα έχει θέση σε παιδικό σταθμό. Σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 15,5%. Στις σκανδιναβικές χώρες το αντίστοιχο ποσοστό είναι μεταξύ 40% και 60%. Παρόμοιες πολιτικές θα πρέπει να υιοθετηθούν επειγόντως και στην Ελλάδα. Η κοινωνική επένδυση στα παιδιά αποτελεί μια σύγχρονη και πολλά υποσχόμενη κοινωνική πολιτική. Δεν είναι βέβαια πανάκεια. Ενας συνδυασμός παθητικών και ενεργητικών πολιτικών και πολιτικών κοινωνικής επένδυσης θα ήταν η καλύτερη λύση. Ιδεολογικές προτιμήσεις και αγκυλώσεις δεν βοηθούν εδώ. Μια μεγάλη συζήτηση για την ελληνική οικογένεια και το μέλλον της πρέπει να προετοιμάσει το έδαφος. Στη συνέχεια απαιτείται η εκπόνηση ενός σύγχρονου εθνικού σχεδίου για την οικογένεια, το φύλο και το παιδί. Σε αυτό το σχέδιο ο στόχος πρέπει να είναι σαφής και μετρήσιμος: Πόσα μικρά παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών και ως πότε θα έχουν θέση φροντίδας και περίθαλψης σε δομές προσχολικής φροντίδας και εκπαίδευσης.

Ωστόσο το ξέσπασμα της κρίσης έχει αλλάξει τους όρους και το πλαίσιο άσκησης και χρηματοδότησης κοινωνικών πολιτικών. Η παρούσα χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση δεν είναι συνηθισμένη. Είναι από εκείνα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που μεταβάλλουν το παραγωγικό μοντέλο, τις οικονομικές δομές, τον συσχετισμό των οικονομικών δυνάμεων. Μεταβάλλουν ταυτόχρονα και τις ιδέες, αντιλήψεις και το επιστημονικό παράδειγμα με το οποίο σκεπτόμαστε, αναλύουμε την πραγματικότητα και προτείνουμε λύσεις. Ενα είναι βέβαιο: Η εποχή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, ως ιδεολογίας και πράξης, τελείωσε οριστικά. Τουλάχιστον για το άμεσο, ορατό μέλλον. Ομως η νέα εποχή που ξανοίγεται μπροστά μας δεν γνωρίζουμε τι αλλαγές θα επιφέρει στο κοινωνικό κράτος. Η απορρόφηση πόρων για την οικονομική σταθεροποίηση και χρηματοδότηση των τραπεζών θα μειώσει τα διαθέσιμα κονδύλια για κοινωνικές πολιτικές. Από την άλλη, η μεγέθυνση των κοινωνικών προβλημάτων θα απαιτεί συνεχώς πολιτικές κοινωνικής προστασίας επιδοματικού τύπου. Σε αυτές τις συνθήκες είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορούν να εξοικονομηθούν χρήματα για τις προληπτικές πολιτικές της κοινωνικής επένδυσης.

*Καθηγητής του Παντείου πανεπιστημίου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι