H ιθαγένεια και το πανανθρώπινο δικαίωμα στη μετανάστευση

Απόστολος Καψάλης, Κυριακάτικη Αυγή, 07/02/2010

Για το σχέδιο νόμου που αναφέρεται στην ιθαγένεια έχουν γραφτεί ήδη πολλά, αρνητικά και θετικά. Το μεγαλύτερο μέρος της αρνητικής κριτικής που ασκείται στο Σχέδιο Νομοθετικής Πρωτοβουλίας (το οποίο η κυβέρνηση υπέβαλε σε ηλεκτρονική διαβούλευση και ήδη κατατέθηκε) εξαντλείται είτε σε ενστάσεις περί αλλοίωσης του εκλογικού σώματος της χώρας είτε σε κινδυνολογίες εθνικιστικού περιεχομένου σχετικά με την παραμόρφωση της ομοιογένειας και της καθαρότητας του ελληνικού πληθυσμού (ελληνικότητα).

Σε ό,τι αφορά στις θετικές κριτικές, αυτές κατά κύριο λόγο εστιάζονται στις προοδευτικές και καινοτόμες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου, οι οποίες πράγματι κινούνται στην κατεύθυνση των πάγιων αιτημάτων των κινημάτων αφενός, για μια δίκαιη αντιμετώπιση των μεταναστών πρώτης και ιδίως δεύτερης γενιάς και, αφετέρου, για την αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων στους επί σειρά ετών διαμένοντες μετανάστες.

Ένα βήμα προς το αυτονόητο

Το εν λόγω σχέδιο νομοθετικής πρωτοβουλίας αποτελεί ένα βήμα προς το αυτονόητο, άσχετα με το αν σε πολλά σημεία του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άτολμο ή εάν υπάρχουν περιθώρια να υιοθετηθούν πολλές, κατʼ άρθρο, βελτιωτικές παρεμβάσεις. Συνακόλουθα, ακριβώς επειδή συνιστά μια αλλαγή σελίδας στο ζήτημα της παραδοσιακής αποκλειστικότητας του δικαίου του αίματος με την εισαγωγή και την καθιέρωση του δικαίου του εδάφους ως προς την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τον πλην δεξιάς-ακροδεξιάς κοινοβουλευτικό χώρο να μην το ψηφίσει επί της αρχής.

Άλλωστε, ανεξάρτητα από τις επιμέρους θεωρητικές συγκλίσεις και διαφωνίες που μπορούν να διατυπωθούν αναφορικά με το ζήτημα των δικαιωμάτων των μεταναστευτικών πληθυσμών, η κτήση της ιθαγένειας για τους μετανάστες της δεύτερης και φυσικά της τρίτης γενιάς είναι διαχρονικά ένα βασικό αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των συνιστωσών του μεταναστευτικού κινήματος διεθνώς. Η διάσταση αυτή δεν είναι δυνατόν να παραγνωριστεί.

Εντούτοις, μια σε βάθος χρόνου ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη κριτική αυτής της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, με κριτήριο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού φαινομένου στη χώρα, θα μπορούσε να καταλήξει σε σειρά σημαντικών διαπιστώσεων, σημείων κριτικής και βελτιωτικών προτάσεων.

Η προϋπόθεση της «νόμιμης διαμονής»: ένα ουσιώδες πρόβλημα

Έτσι, δίχως να συγχέονται ή να ταυτίζονται οι πολιτικές ένταξης και πολιτογράφησης, το εν λόγω σχέδιο διατηρεί αρρύθμιστες πολλές ουσιώδεις πτυχές του μεταναστευτικού θεσμικού πλαισίου (ταυτόχρονα σε τυπικό-τεχνικό, αλλά και ουσιαστικό επίπεδο), οι οποίες σχετίζονται άρρηκτα τόσο με την απόδοση της ιθαγένειας, όσο και με το δικαίωμα πολιτογράφησης.

Ο λόγος, κυρίως, για την ουσιαστική προϋπόθεση της νόμιμης διαμονής. Το πάγιο αίτημα του μεταναστευτικού κινήματος για αυτόνομη ρύθμιση του καθεστώτος διαμονής των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς αντίστοιχα όχι μόνο δεν ικανοποιείται, αλλά η εξάρτηση της «τακτοποίησης» της δεύτερης γενιάς από την νομική κατάσταση της πρώτης γενιάς λειτουργεί σαν πρόσχημα για τη δημιουργία και διατήρηση πολλών ταχυτήτων αλλοδαπών.

Στη μοναδική περίπτωση της Ελλάδας, η απαίτηση της νόμιμης διαμονής των μεταναστών πρώτης γενιάς προκειμένου να θεμελιωθεί οποιοδήποτε δικαίωμα έχει σχέση με την κτήση της ιθαγένειας ή την πολιτογράφηση των ιδίων ή των τέκνων τους είναι ηθικά απαράδεκτη και κοινωνικά άδικη.

Κι αυτό γιατί επί σειρά ετών η πολιτεία παρεμποδίζει με θεσμικό τρόπο την μόνιμη πρόσβαση σε νόμιμο καθεστώς διαμονής για έναν πολύ μεγάλο αριθμό μεταναστών, μολονότι εκπληρώνεται σε ικανοποιητικό βαθμό η ουσιαστικότερη προϋπόθεση του ελληνικού υποδείγματος επιλεκτικής μετανάστευσης, δηλαδή η πραγματική και πλήρης απασχόλησή τους, άρα η χρησιμότητα τους για την εθνική οικονομία.

Από το σύνολο των σχετικών επιστημονικών ερευνών και μελετών προκύπτει ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: η βασικότερη αιτία μη νομιμότητας του καθεστώτος διαμονής των αλλοδαπών στην Ελλάδα είναι οι παράλογες και εν πολλοίς παράνομες απαιτήσεις του θεσμικού πλαισίου για την ανανέωση των αδειών διαμονής από το 1998 (πρώτη «νομιμοποίηση») μέχρι σήμερα (ένσημα, υψηλό κόστος, γραφειοκρατία).

Συγκεκριμένα, η απαίτηση της επίδειξης ενός συγκεκριμένου αριθμού ενσήμων σε ετήσια βάση, έχει ως συνέπεια την απο-νομιμοποίηση είτε όσων δεν εργάστηκαν κατά μέσο όρο για 150 μέρες, είτε και αυτών που εργάστηκαν για 150 ή περισσότερες ημέρες, αλλά ο εργοδότης τους απλώς δεν εκπλήρωσε τις κοινωνικο-ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, και μάλιστα όχι στο ακέραιο, αλλά στον απαιτούμενο κατά περίπτωση βαθμό.

Η ελληνική πρωτοτυπία της μεταφοράς του βάρους απόδειξης της εκπλήρωσης των εργοδοτικών υποχρεώσεων στις πλάτες του αδύναμου πόλου της εργασιακής σχέσης (έμπνευσης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ του 1998 και διατηρούμενη από όλες τις επόμενες κυβερνήσεις μέχρι σήμερα), ευθύνεται για το εξής φαινόμενο:

Πρώτον, έπειτα από τρεις μαζικές καμπάνιες «νομιμοποίησης» (1998, 2001, 2005-2007) το 1/3 του συνόλου των μεταναστών (τουλάχιστον 250.000-380.000 άτομα) διαβιούν στη χώρα χωρίς χαρτιά, μολονότι (σε υψηλό ποσοστό) βρίσκονται ανελλιπώς στην χώρα τουλάχιστον από το 1994 και απασχολούνται πλήρως.

Δεύτερον, όλοι οι υπόλοιποι μετανάστες τελούν ανά πασά στιγμή υπό από-νομιμοποίηση δεδομένου ότι αφενός κανείς δεν υποχρεώνει τους εργοδότες να ασφαλίζουν τους μετανάστες στο ακέραιο, ενώ αφετέρου, εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, ενδεχομένως η ανεργία να πλήξει --και πλήττει ήδη-- πολλούς από αυτούς.

Αυτοί που κατόπιν εργοδοτικών επιταγών εμπνεύστηκαν και ενίσχυσαν νομιμοφανείς μηχανισμούς εξασφάλισης δεξαμενών φτηνού αλλοδαπού εργατικού δυναμικού μειωμένων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν δικαιούνται να εμφανίζονται σαν ευεργέτες των μεταναστών. Θα έπρεπε να διώκονται για τη θεσμικής φύσης διόγκωση της αιμορραγίας των ασφαλιστικών ταμείων, πριν αλλά και μετά το 1998, και όχι να επιβραβεύονται για το πρώτο δειλό βήμα προς το αυτονόητο: την μη παρεμπόδιση και των 250.000 «μεταναστών» δεύτερης γενιάς προς την νόμιμη απασχόληση και διαμονή στην χώρα (τους).

Ο κίνδυνος του εγκλωβισμού στην ιθαγένεια

Παράλληλα, με απόλυτο και ειλικρινή σεβασμό απέναντι σε όσους (και ιδίως στους ίδιους τους μετανάστες) διεκδικούν με ευνοϊκούς όρους την πρόσβαση στην ιθαγένεια για τους μετανάστες της πρώτης, της δεύτερης και της τρίτης γενιάς, είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά, έστω και ακροθιγώς, σε μια θεωρητική παράμετρο του ζητήματος, η οποία παρόλα αυτά υποκρύπτει πολλές ουσιαστικές διαστάσεις.

Στην Ελλάδα, η παγίωση μιας κατάστασης στην οποία σε βάθος χρόνου θα κυριαρχούν οικογένειες ή ευρύτερα κοινωνικά σύνολα που θα αποτελούνται από πολίτες με ελληνική ιθαγένεια, επίσημους μετανάστες βραχείας νομιμότητας και ανεπίσημους μετανάστες, όχι μόνο θα συνεπάγεται πρακτικά ζητήματα αρμονικής συνύπαρξης και συμβίωσης, αλλά θα εντείνει φαινόμενα εσωτερικών ανταγωνισμών, διάρρηξης της κοινωνικής αλληλεγγύης και (μικρο)κομματικής εκμετάλλευσης.

Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των επί σειρά ετών προβλημάτων των μεταναστών και των οικογενειών τους και της αγωνίας τους να ρυθμιστεί άπαξ το καθεστώς διαμονής τους, έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται ένας ιδιότυπος εγκλωβισμός στην ιθαγένεια και στην πολιτογράφηση, με κίνδυνο να παραμεληθούν διεκδικήσεις που ανήκουν στο παραδοσιακό σύστημα αξιών του εργατικού κινήματος.

Με άλλα λόγια, δεν θα πρέπει να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα ή να μετατίθεται για το απώτερο μέλλον η συζήτηση για την άρση όλων των αθέμιτων διακρίσεων με κριτήριο την ιθαγένεια σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου για το σύνολο των μόνιμα εγκατεστημένων μεταναστών. Είναι πλέον ώριμο το αίτημα της σταδιακής και προοδευτικής άρσης των αθέμιτων διακριτικών διατάξεων αναφορικά με την πρόσβαση των μόνιμα εγκατεστημένων αλλοδαπών σε διάφορα επαγγέλματα και θέσεις στον ιδιωτικό, στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ήδη η κυβέρνηση, προσπαθώντας να κάμψει τις αντιδράσεις των επικριτών του σχεδίου νομοθετικής πρωτοβουλίας διευκρινίζει με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν αποκτούν ιθαγένεια οι ανεπίσημοι μετανάστες (που οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών διατήρησαν σε αυτή την κατάσταση διαχρονικά) ή τα τέκνα τους (με αυτόματη διαδικασία) και ότι θα παταχθεί αποτελεσματικά η παράνομη μετανάστευση χάρη στην εφαρμογή της αρχής της μηδενικής ανοχής σε αυτό το φαινόμενο (φύλαξη συνόρων και ευρείες απελάσεις ανεπίσημων μεταναστών).

Το δίκαιο της ιθαγένειας δεν νοείται να εξετάζεται αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τη ρύθμιση της πρόσβασης και ιδίως της προσβασιμότητας των μεταναστών σε δικαιώματα, αλλά επιβάλλεται να εντάσσεται σε μια γενικότερη συζήτηση για το δικαίωμα στη νόμιμη διαμονή και εργασία, στην οικογενειακή επανένωση, στην απόκτηση καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη, στην ίση μεταχείριση.

Οι όποιες ρυθμίσεις του κώδικα ιθαγένειας θα έπρεπε να συνοδεύονται από νομοθετικά κείμενα που θα νομιμοποιούν άπαξ και διά παντός το σύνολο των μόνιμα εγκατεστημένων μεταναστών με κριτήριο την πραγματική διαμονή στη χώρα και διαζευκτικά: α) τις κατά καιρούς προσπάθειες νομιμοποίησης τους και β) τους πραγματικούς δεσμούς με την χώρα διαμονής.

Η οικονομική ύφεση και η κλιματική αλλαγή αναμένεται στο άμεσο μέλλον να εξαναγκάσουν εκατομμύρια ανθρώπους να μετακινηθούν από τον τόπο συνήθους διαμονής τους, ακόμα και από χώρες που δεν φαντάζεται κανείς σήμερα. Η αριστερή διανόηση σε πολλές χώρες έχει ήδη αρχίσει να θέτει επιτακτικά το ζήτημα της αναγνώρισης ενός πανανθρώπινου δικαιώματος στη μετανάστευση ή να προωθεί νομοθετικά κείμενα σχετικά με την προστασία νέων κατηγοριών, όπως οι κλιματικοί πρόσφυγες.

Νομιμότητα για ορισμένους και ποινικοποίηση της διεθνικής μετακίνησης για όλους τους υπόλοιπους δεν συμβαδίζουν με τις ανάγκες ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, ούτε με τις επιταγές της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής συγκυρίας. Το δόγμα «ιθαγένεια με μηδενική ανοχή» δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ούτε αποδεκτό.

*Ο Απόστολος Καψάλης είναι ερευνητής εργασιακών σχέσεων

Θέμα επικαιρότητας:
Μετανάστες, ιθαγένεια

Σύνολο: 26 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι