Green economy, ενέργεια και κλιματικές αλλαγές

Gianni Mattioli, Massimo Scalia, Κυριακάτικη Αυγή, 28/03/2010

Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο αποκεντρωμένων ενεργειακών πηγών, διάχυτων στον χώρο, που είναι απευθείας πιο προσιτές και ελεγχόμενες από τη μεριά των πολιτών

Αρκετό καιρό τώρα γίνεται συζήτηση για την «green economy». Η επικαιρότητά της

οφείλεται κατά βάσιν στα «τρία 20%» που η Ε.Ε αποφάσισε το 2007 και έθεσε ως

στόχο που έπρεπε να επιτευχθεί από όλες τις χώρες της Ε.Ε μέχρι το 2020: 20%

μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα (CO2), 20% μείωση της κατανάλωσης μέσω της ορθολογικής και αποτελεσματικής χρήσης της ενέργειας (εξοικονόμηση ενέργειας), 20% Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) που θα επικαλύπτει το σύνολο

των ενεργειακών καταναλώσεων. Αυτά τα «τρία 20%» αποτέλεσαν το εφαλτήριο της

πλανητικής πρόκλησης για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την οικονομία, με

αντίκτυπο κοινωνικό και πολιτισμικό τέτοιο ώστε να γίνεται συζήτηση για

«ενεργειακή επανάσταση».

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ έγινε αποδεκτή, καθώς και τα τρία 20%, και ο στόχος τού 2020 έγινε

σημείο αναφοράς για όλους: από τον Ομπάμα, που, με δυσκολίες ανάλογες με εκείνες

που αντιμετώπισε όσον αφορά στον νόμο για τη δημόσια υγεία, προσπαθεί να

εγκρίνει το νομοσχέδιό του για τη μείωση του CO2 -160 δισεκατομμύρια δολάρια

και επάνω από 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας-, ώς τον Ηatoyama, που παρουσίασε,

εδώ και λίγους μήνες -στη Νέα Υόρκη-, το δικό του green plan σε συμφωνία με τους

ευρωπαϊκούς στόχους, κι ώς την ίδια την Κίνα, που δεσμεύτηκε να καλύψει το 15%

της κατανάλωσής της με ΑΠΕ.

Η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ των χωρών, COP-15, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο

στην Κοπεγχάγη, έστω και αν δεν έκλεισε με ακριβείς στόχους και αριθμούς,

κατέστησε πρόδηλο ότι –πλέον- 192 κυβερνήσεις απΆ όλο τον κόσμο δεσμεύονται σε

αυτή την διαδρομή και σε αυτή τη διαπραγμάτευση. Διαπραγμάτευση πολύ δύσκολη,

γιατί απαιτεί από τις βιομηχανικές χώρες βαθιά αλλαγή του παραγωγικού και

οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης, με σημαντικές επιπτώσεις στους τρόπους ζωής. Η

πραγματοποίηση εκείνων των στόχων έχει, πράγματι, ως συνέπεια τη μείωση της

εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα κατά 40% σχεδόν, μόνον μέσα σε δέκα χρόνια.

Τιτάνιο κατόρθωμα, αν σκεφτούμε ότι, ακόμα και σήμερα, το παγκόσμιο ενεργειακό

σύστημα εξαρτάται από το πετρέλαιο, τον άνθρακα και το φυσικό αέριο κατά 80% για

την κάλυψη των αναγκών του και αν συνυπολογίουμε την κολοσσιαία «αδράνεια» -

οικονομικά συμφέροντα, δεκάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας κ.λπ.- αυτών των

μεγάλων ενεργειακών συστημάτων.

ΜΙΑ ΑΛΛΗ θεμελιώδης πλευρά της «ενεργειακής επανάστασης» είναι ότι, ήδη από τα

πρώτα βήματά της προς το 2020, διαμορφώνει μια μετάβαση από το σημερινό μοντέλο

ανάπτυξης, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ενεργειακή ένταση, προς ένα μοντέλο

αποκεντρωμένων ενεργειακών πηγών, διάχυτων στον χώρο, που είναι απευθείας πιο

προσιτές και ελεγχόμενες από τη μεριά των πολιτών: τέλος πάντως, χωρίς να

παρασυρόμαστε από μύθους, ένα μοντέλο ανάπτυξης πιο «δημοκρατικό», δεδομένου ότι

αυτή η μετάβαση απαιτεί κολοσσιαία δέσμευση σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης -από

το «πλανητικό» ώς το εκάστοτε εθνικό και ώς το τοπικό/αυτοδιοικητικό-, αλλά πολύ

δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον «πρωταγωνιστικό ρόλο της βάσης»,

χωρίς την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Μα πώς, θα αναρωτηθεί κάποιος, ο

καπιταλισμός μετασχηματίζεται και γίνεται «πιο καλός»; Ο καπιταλισμός είναι

αναμφίβολα αντικείμενο μιας βαθιάς μεταμόρφωσης, που στα τελευταία τριάντα

χρόνια μεταφέρει τις πιο «προωθημένες» κοινωνίες -συμπεριλαμβανομένων της Κίνας

και της Ινδίας- από την εποχή του «βιομηχανισμού» στην εποχή του

«informazionalismο» («πληροφορισμού»), όπως προσδιορίστηκε από πολλούς μελετητές

η δική μας εποχή: το πέρασμα από την κοινωνία των μηχανών και των εργοστασίων

στην κοινωνία της πληροφορικής και του web (ιστοχώρου). Αλλά ο μετασχηματισμός

της green economy έρχεται μετά μια τριακονταετία περιβαλλοντικών αγώνων σε όλο

τον κόσμο -σημάδι που διέκρινε και το κίνημα «no global»-, οι οποίοι, στο όνομα

του περιβάλλοντος, της υγείας και του ανθρώπου, κατόρθωσαν να επιβάλουν στην

αγορά κρίσιμες στροφές προς τη βιωσιμότητα.

Η GREEN ECONOMY -επιβάλλεται να το υπογραμμίσουμε- είναι η απάντηση στις

δραματικές κλιματικές ανατροπές. Για πολλά χρόνια οι ειδικοί τεχνικοί και οι

επιστήμονες αρνούνταν τα «ανθρωπογενή» αίτια, αρνούνταν δηλαδή ότι η επιδείνωση

του φαινόμενου του «θερμοκηπίου» οφειλόταν στις ανθρώπινες δραστηριότητες,

παρΆ όλο που οι παγκόσμιες ενεργειακές ανάγκες τετραπλασιάστηκαν τα τελευταία

πενήντα χρόνια, με μια εκθετική αύξηση του βάρους των ορυκτών καυσίμων. Η ίδια η

επιστήμη του Κλίματος είχε πρόβλημα να αποδεχθεί ότι ένα φαινόμενο που

αφορούσε στην ατμόσφαιρα -το global warming- μπορούσε να παίξει τόσο σημαντικό

ρόλο στις κλιματικές αλλαγές. Οι έρευνες σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. στους

παγετώνες της Ανταρκτικής ή στα ιζήματα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας) και

οι μελέτες που διεξήχθησαν στη δεκαετία του Ά90 άλλαξαν εκ βάθρων αυτή την

επιστημονική προσέγγιση. Σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Ακαδημίες των Επιστημών των

Χωρών του G8 συν εκείνες της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας και της Ν.

Αφρικής απευθύνθηκαν απευθείας στους G8 του Gleeneagles (2005) και της Αγ.

Πετρούπολης (2006), με statements (εκθέσεις) που επιβεβαίωναν τα «ανθρωπογενή»

αίτια των κλιματικών αλλαγών και υπογράμμιζαν το link (την αλυσιδωτή σχέση)

ενέργεια / κλιματικές αλλαγές ως πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με άμεση

παρέμβαση («prompt action»). Αυτές οι εκκλήσεις της διεθνούς επιστημονικής

κοινότητας αγνοήθηκαν σχεδόν παντελώς από τα ΜΜΕ των μεσογειακών χωρών, αλλά

είχαν, αντιθέτως, τεράστια αντήχηση στις αγγλοσαξονικές χώρες και ισχυρό

πολιτικό αντίκτυπο: λίγο μετά το statement (την έκθεση) της Αγ. Πετρούπολης, ο

Nicholas Sterne παραδίδει στον Τόνυ Μπλαιρ τη διάσημη πια ερευνητική του έκθεση,

στην οποία ποσοστοποιεί σε όρους ΑΕΠ τις ενδεχόμενες οικονομικές και κοινωνικές

ζημιές των κλιματικών αλλαγών. Τον Δεκέμβριο του 2006 δημοσιεύεται ο

«δεκάλογος» της Ε.Ε. για την εξοικονόμηση ενέργειας και τον Μάρτιο του 2007 η

¶γγελα Μέρκελ, τότε πρόεδρος της Επιτροπής της Ε.Ε., προβάλλει τα τρία 20% με

μια μεσολαβητική ικανότητα υψηλού επιπέδου, που υπερβαίνει την εναντίωση των

νέων μελών της Ε.Ε., τα οποία προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη. Από τότε η

πραγματικότητα του περάσματος από τη σταθερότητα στην κλιματιστική αστάθεια και

στις επίφοβες συνέπειες προκάλεσε απίστευτη επιτάχυνση σε όλο τον κόσμο, με την

αναγγελία των ενεργειακών και οικονομικών πολιτικών που αναφέρθηκαν πριν και με

την αυξανόμενη συνειδητοποίηση της σοβαρότητας της κατάστασης. Σε τέτοιο βαθμό

ώστε ο πρόεδρος της Επιτροπής της Ε.Ε., Μανουέλ Μπαρόζο, που δύσκολα μπορεί να

είναι ύποπτος εξτρεμισμού, απευθύνεται στους προέδρους κυβερνήσεων και κρατών

από όλο τον κόσμο, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν για την προετοιμασία του COP-15, τον

περασμένο Σεπτέμβριο, στην έδρα του ΟΗΕ στην Νέα Υόρκη, με αυτόν τον τρόπο: «Το

κλίμα αλλάζει με μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν μέχρι και

πριν από δύο χρόνια. Το να συνεχίσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν να μην συμβαίνει

τίποτε, ισοδυναμεί με το να συμβάλουμε ώστε να καταστεί αναπόφευκτη μια

επικίνδυνη, ίσως καταστροφική μεταβολή του κλίματος κατά τη διάρκεια αυτού εδώ

του αιώνα».

ΑΛΛΑ ΠΩΣ διασταυρώνεται η «green economy» με την οικονομική κρίση που συντάραξε

τον κόσμο μετά την καταστροφική έκρηξη της χρηματιστηριακής «φούσκας» το 2008;

Ίσως τα χειρότερα πέρασαν, αλλά η οικοδομή δεν τραβάει με όλα εκείνα τα απούλητα

που έχει στις πλάτες της και ειδικά στις ΗΠΑ, και δεν ξεκινά και η βιομηχανία

του αυτοκινήτου τώρα που ξαναγυρίζει στο σπίτι με σπασμένα κόκαλα μετά την

μεγάλη παγκόσμια κρίση» παρατηρούν οι οικονομολόγοι για τους δύο τομείς που

θεωρούνται οι σφόνδυλοι της παγκόσμιας ανάκαμψης.

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ της ανάκαμψης της κατανάλωσης, που θα ξαναδώσει πνοή στην οικονομία,

η οποία παίζεται με υπολογισμένη ελπίδα δεξιά και αριστερά σε όλο τον κόσμο,

δείχνει σήμερα τα όριά της. Πέραν όλων των άλλων, συγκρούεται με την

περιορισμένη προδιάθεση αυτών που αποταμιεύουν να αγοράσουν διαρκή καταναλωτικά

αγαθά, εφόσον η οικονομική κρίση τούς αφήνει ελάχιστα χρήματα και μεγάλο,

δικαιολογημένο φόβο για μια χρηματιστηριακή οικονομία που βρίσκεται στα χέρια

άπληστων λωποδυτών. Οι οποίοι επιβραβεύονται με κολοσσιαίες μεταφορές δημοσίου

χρήματος, με τη δικαιολογία ότι οι τράπεζες είναι πολύ μεγάλες για να

χρεωκοπήσουν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Ομπάμα αναγκάστηκε, για να μην φανεί ότι

δεν τηρεί τις προεκλογικές υποσχέσεις του, να υψώσει τη φωνή του με κάποιους από

τους αναιδείς καρχαρίες. Όμως η εμπιστοσύνη των πολιτών της Δύσης προς την

χρηματιστηριακή οικονομία είναι στο επίπεδο του «μηδέν».

ΔΙΑΦΑΙΝΕΤΑΙ ένας φαύλος κύκλος και ο βραβευμένος με Νόμπελ Στίγκλιτς, λιγότερο

καινοτόμος απΆ ό,τι συνήθως, αναθέτει, για να βγούμε από την κρίση, έναν κάπως

ακαθόριστο ρόλο στη δημόσια οικονομία, μια και την ενθαρρύνει να μην θυσιάσει

στον βωμό της αυστηρότητας τις προσπάθειες μιας κάποιας ανάκαμψης. Αλλά εάν η

δημόσια οικονομία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εμπνεύσει «ενάρετες»

συμπεριφορές σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν αξίζει άραγε τον κόπο να επιμείνει -όπως

κάνουμε εδώ και δέκα χρόνια σχεδόν- στις θετικές επιπτώσεις ενός κολοσσιαίου

σχεδίου και ενός συγκρίσιμου προγράμματος επενδύσεων της Ε.Ε. -στΆ αλήθεια

κοινοτικών και όχι εσωτερικού ανταγωνισμού, όπως κατά κάποιο τρόπο είναι το

Desertec- για να κατευθύνει και να υποστηρίξει την προσπάθεια να «συλλέξουν»

τον ήλιο της Σαχάρας;

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ σχέδιο θα αποτελούσε διαταραχή για τη χρηματιστηριακή και παγκόσμια

οικονομία -τεράστια και θετική, όπως υποστηρίζουν πολλοί οικονομολόγοι- ικανή να

διορθώσει, με μια καινοτόμο κατεύθυνση, μια γιγαντιαία διαστροφή: Η Κίνα

μεταφέρει στα ταμεία των ΗΠΑ, της πιο χρεωμένης Χώρας του Κόσμου, σημαντικό

μέρος από τα δύο τρίτα της παγκόσμιας αποταμίευσης που εισρέουν εκεί. Με αυτό

τον τρόπο έφτασε να έχει στην κατοχή της το ένα πέμπτο της αμερικανικής ακίνητης

περιουσίας. Αλλά πόσο ευχαριστημένοι είναι το δισεκατομμύριο των χωρικών, των

μεταλλωρύχων και των εργατών που δεν έχουν το επίπεδο ζωής των νέων πλουσίων της

Σαγκάης;

ΚΑΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟ λόγο, μια τέτοια πρωτοβουλία θα δημιουργούσε αναμφισβήτητα

εσωτερικά πλεονεκτήματα στις οικονομίες των χωρών που θα συμμετείχαν και

τρομακτικές βάσεις για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Και, προ παντός, θα μπορούσε

να δώσει -με σχέδια που συμμερίζεται και η άλλη πλευρά της Μεσογείου- ενέργεια,

νερό και τροφή για να βελτιώσει τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης τόσων

αφρικανικών λαών. Πολιτική δηλαδή ανταγωνιστική προς εκείνη της λεηλασίας των

πλουτοπαραγωγικών πηγών και προς τις μορφές νέας αποικιοκρατίας, τις οποίες

υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό και η Κίνα. Και θα έδινε στην Ε.Ε ένα πρωτείο που

μπορεί να είναι συγχρόνως «ηθικό» και πραγματοποιήσιμο: μια προσέγγιση

περισσότερο βιώσιμη για την οικονομία, μια κινητοποίηση πηγών, γνώσεων και

επιδεξιοτήτων για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα που κινδυνεύει να γίνει πρόβλημα

επιβίωσης «του ανθρώπινου γένους»: οι κλιματικές αλλαγές.

KΑΙ ΤΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ στις χώρες στις οποίες η οικονομική κρίση εκδηλώθηκε με

μεγαλύτερη ένταση, γιατί ίσως επί μακρό χρονικό διάστημα τεχνηέντως απεκρύβη με

παραποιημένους αριθμούς; Έφτασε η στιγμή όλα τα κέντρα δημοσίων δαπανών, όχι

μόνον η κυβέρνηση, να υποδείξουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις στους πολίτες, στους

επενδυτές, στις επιχειρήσεις: μια αδιάκριτη βροχή περικοπών ή βοηθημάτων θα

είχε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρνητικά, αν όχι καταστροφικά αποτελέσματα.

Σήμερα, που πλέον αγγίχτηκε ο πάτος του βαρελιού, ο κανόνας για όλους -σε

περιφερειακό ή πλανητικό επίπεδο- είναι να προσδιορισθούν αυστηρές

προτεραιότητες δημοσιονομικής πολιτικής.

Ποιοι στόχοι πρέπει να επιλεγούν τότε;

ΠΑΡΑΓΩΓΗ και χρησιμοποίηση βιώσιμων, διαρκών καταναλωτικών αγαθών, που, όπως

σχεδόν το σύνολο των αγαθών της green economy, κατά μέσον όρο είναι λιγότερο

ακριβά σε σχέση με τα παραδοσιακά. Επιχορηγούνται σχεδόν σε όλο τον κόσμο, όπως

και τα αυτοκίνητα, και, σε αντίθεση με αυτά, η αγορά τους παρουσίασε εκθετική

αύξηση ακόμα και κατά τη διάρκεια της κρίσης και έγιναν ακόμη πιο «φιλικά» και

στο πιστωτικό σύστημα. Επιπλέον αυτά τα αγαθά, επειδή συνδυάζουν ηθική και

χρησιμότητα -αρκεί κανείς να σκεφθεί τον ταπεινό ηλιακό συλλέκτη που αντικαθιστά

το ορυκτό καύσιμο-, μπορεί να αποτελέσουν κίνητρο για τον καταναλωτή, που σήμερα

βρίσκεται σε μεγαλύτερο συντονισμό με την καμπάνια για να αντιμετωπιστεί η

περιβαλλοντική κρίση. Πρόκειται για μια «διδακτική» λειτουργία για την

κατανάλωση, σε μια προοπτική ορθολογικής εξέλιξης των «επιλογών» και τρόπων ζωής

πιο λιτών.

Ο ΜΟΧΛΟΣ είναι οι δημόσιες επενδύσεις ώστε να διευρυνθεί ο χώρος εκείνης της

αγοράς στην οποία η αξία χρήσης μετράει περισσότερο από την αξία ανταλλαγής:

αυτός ο χώρος βρίθει πλέον κοινωνικών μη κερδοσκοπικών οργανώσεων και άλλων

κοινωνικών υποκειμένων για τα οποία οι κοινωνικές εξυπηρετήσεις, οι

πολιτισμικές δραστηριότητες, η παραγωγή και το ισότιμο και αλληλέγγυο εμπόριο

αποτελούν εργασία και εγγυώνται κοινωνική συνοχή. Μια οικονομική πολιτική

down-top (από κάτω προς τα πάνω), που αναγνωρίζει τους πρωταγωνιστές της σε

αυτούς που είναι σε θέση να αξιοποιήσουν τους τοπικούς πόρους και τα τοπικά

δίκτυα.

ΤΕΛΙΚΑ τα τρία ευρωπαϊκά 20% μπορούν να υποδείξουν μια διαδρομή πιο

προσαρμοσμένη στις δυνατότητες, στην ιστορικο-οικονομική έφεση, στην κουλτούρα

της κάθε χώρας: Διαδρομή που, ακόμα και στην κρίση, δεν χάνει τον προσανατολισμό

της βιωσιμότητας. Διαδρομή που αναέχεται την ευθύνη να μην κλέψει το μέλλον από

τις γενεές που θα έλθουν, μια και δεν το κλέβει από τη Γη.

(Επικοινωνία με τους συγγραφείς του κειμένου και μετάφραση: Στάθης Λουκάς.

Επιμέλεια: Γ.Κ.)

*Τζιάννι Ματτιόλι: Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο «Sapienza» της Ρώμης, με

έρευνες στα στοιχειώδη σωματίδια και την κβαντική μηχανική. Από τους ιδρυτές του

οικολογικού κινήματος, εκλέχτηκε με τους Πράσινους βουλευτής τη δεκαετία του Ά90

και ήταν υπουργός στην πρώτη κυβέρνηση Πρόντι. Ιδρυτής, το 1981, του περιοδικού

Quale Energia.

*Μάσσιμο Σκαλία: Καθηγητής Φυσικής -μοντέλα εξέλιξης στις εφαρμοσμένες

επιστήμες- στο Πανεπιστήμιο «Sapienza» της Ρώμης. Είναι ένας από τους πατέρες

του οικολογικού κινήματος, εκλέχτηκε βουλευτής με τους Πράσινους τη δεκαετία του

Ά80 και χρημάτισε πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Ιδρυτής της «Lega

Ambiente» και του περιοδικού Quale Energia.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι