Ασφυκτικές πιέσεις για κούρεμα 60% του ελληνικού χρέους

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 23/10/2011

Με προδικασμένη την αδυναμία λήψης ολοκληρωμένων αποφάσεων στη σημερινή ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής και με αμφίβολη την έκβαση της νέας συνόδου που αναγγέλθηκε εσπευσμένα για την Τετάρτη, οι προοπτικές διαγράφονται εξαιρετικά ανησυχητικές για την Ελλάδα, ακόμα και για την επιβίωση της Ευρωζώνης συνολικά. Το απειλητικότερο στοιχείο είναι οι ασφυκτικές πλέον πιέσεις για μεγάλο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, τόσο για τις καταστροφικές επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει στη χώρα μας, όσο και για τους κινδύνους αλυσιδωτής μετάδοσης σε άλλες χώρες.

Στις πιέσεις εντάσσεται η τελευταία («εμπιστευτική») εκδοχή της έκθεσης της τρόικας, όπως κυκλοφορούσε σε έγκυρες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες αργά προχθές το βράδυ:

«Τα αποτελέσματα δείχνουν - αναφέρεται εκεί - ότι το χρέος μπορεί να περιοριστεί σε λίγο πάνω από 120% του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 αν εφαρμοστούν εκπτώσεις 50%. Με δεδομένη την καθυστέρηση στην πρόσβαση στις αγορές θα απαιτούνταν μεγάλη πρόσθετη δημόσια [από τα άλλα κράτη] χρηματοδότηση, που εκτιμάται σε 114 δισ. ευρώ. Για να κατέβει πιο χαμηλά το χρέος θα απαιτούνταν μεγαλύτερη συμβολή του ιδιωτικού τομέα (π.χ. για να περιοριστεί το χρέος κάτω από 110% του ΑΕΠ ώς το 2020 θα απαιτούνταν μια μείωση της ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 60% και/ή ευνοϊκότεροι όροι της δημόσιας χρηματοδότησης). Οι πρόσθετες απαιτήσεις δημόσιας χρηματοδότησης θα μπορούσαν να περιοριστούν σε 109 δισ. ευρώ στην περίπτωση αυτή. Φυσικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι το εκτιμώμενο κόστος για το δημόσιο τομέα [των άλλων χωρών, πάντα] δεν περιλαμβάνει κόστη που θα προέρχονταν από μετάδοση.»

Η τελευταία πρόταση του αποσπάσματος ακούγεται φαιδρή, ακριβώς διότι το κόστος από την αλυσιδωτή μετάδοση σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης - μιαν επίθεση των αγορών και στα δικά τους ομόλογα που θα ανέβαζε τα επιτόκια δανεισμού τους σε αφόρητα επίπεδα, αναγκάζοντάς τις και αυτές με τη σειρά τους μία-μία σε κουρέματα - θα κινδύνευε να τινάξει όλη την Ευρωζώνη στον αέρα. Αλλά πέραν αυτού, οι εκτιμήσεις της τρόικας βασίζονται σε συγκεκριμένες δυσμενείς μακροοικονομικές προβλέψεις για τη χώρα μας, χαμηλή μεγέθυνση, χαμηλές επενδύσεις ώς το 2020, όταν το ζητούμενο είναι να στηριχθεί η ανάπτυξη που θα έκανε βιώσιμο το χρέος και θα αντιστάθμιζε όλα αυτά τα φοβερά κόστη. Σε καμία περίπτωση εξάλλου δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερες. Είναι πια φανερό ότι δεν είναι ανεπηρέαστες από ισχυρές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που ωθούν προς ένα τέτοιο «ξεκαθάρισμα» στην Ευρώπη: μιαν απαλλαγή από ασθενείς σαν την Ελλάδα, και ίσως όχι μόνο. Ήδη στην καλοκαιρινή έκθεση του ΔΝΤ αναλυτές ελληνικών τραπεζών είχαν επισημάνει αυθαιρεσίες στις προβλέψεις για χειρότερη ύφεση και ιδίως για ανεξήγητη αύξηση του χρέους το 2012.

Στο ερώτημα πώς θα απομονωθούν οι ασθενείς, ώστε να μην κολλήσουν όλοι, οι οπαδοί της χρεωκοπίας (και της καταστροφής) μας, προβάλλουν σενάρια αμφίβολης πρακτικής αξίας: ωμά στην προχθεσινή Bild π.χ. ο επικεφαλής της δεύτερης σε μέγεθος γερμανικής τράπεζας Commerzbank Μάρτιν Μπλέσινγκ ζητούσε να εξαναγκαστούμε σε χρεωκοπία, δείχνοντας το δρόμο εξόδου από την Ευρωζώνη. Και το παιχνίδι δεν περιορίζεται σε κάποιους κυνικούς τραπεζίτες. Η Γαλλική Αρχή Κεφαλαιαγοράς έχει ήδη καλέσει τις τράπεζες της χώρας να γράψουν στους ισολογισμούς τους μεγαλύτερες απώλειες από το 21% που προέκυπτε για τον ιδιωτικό τομέα στις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, αποκάλυπταν χθες οι Financial Times.

Απέναντι στο μεγάλο κίνδυνο που συνεπάγονται οι πιέσεις για περικοπή του χρέους έως και 60% δεν έχει αντιδράσει η ελληνική κυβέρνηση. Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών Ευ. Βενιζέλος, εύλογα περιχαρής μετά την απόφαση του Eurogroup να εκταμιευθεί η 6η δόση του δανείου μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, δήλωνε: «Οι μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού και η εφαρμογή σκληρών, αλλά εθνικά αναγκαίων σωστικών μέτρων, είναι η βάση όχι μόνο για την έκτη δόση, αλλά για το νέο πρόγραμμα που θα διασφαλίζει την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους και άρα την ευκολότερη κάλυψη του ετήσιου βάρους εξυπηρέτησής του».

Το όποιο όφελος από μια μεγάλη, και άρα αναγκαστική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα ήταν μικρό, ενώ θα υπεραντισταθμιζόταν από μεγάλους κινδύνους, κατέδειξε σε μιαν ύστατη προσπάθεια να την αποτρέψει ο άλλοτε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας και αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος: Οι δυσμενείς συνέπειες για την Ελλάδα δεν εξαντλούνται στο κόστος ανακεφαλαίωσης των εγχώριων τραπεζών και στήριξης των ασφαλιστικών ταμείων, έγραφε στους Financial Times. Ουσιαστικές θα ήσαν οι επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη, τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και την πραγματική οικονομία. Θα υπονόμευαν επίσης τη δημοσιονομική εξυγίανση, ιδίως εφόσον προκαλούσαν πιστωτική ασφυξία. Επιπλέον, σημαντικές και εκτεταμένες εκτιμά τις συνέπειες της μετάδοσης σε άλλες χώρες και τράπεζες. Γιʼ αυτό θεωρεί ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί κατάλληλα ενισχυμένη η συμφωνία των ηγετών του Ιουλίου.

Κατηγορηματικά αντίθετος σε μια τέτοια εξέλιξη δήλωσε και ο ΣΕΒ, παραθέτοντας ανάλογες εκτιμήσεις.

Σύνοδος κορυφής με θολή ατζέντα - σε επικίνδυνο δρόμο η Ευρώπη

Από τις 21 Ιουλίου, όπου οι ηγέτες της Ευρωζώνης είχαν καταλήξει σε μια σειρά μέτρα για να αντιμετωπιστεί η ελληνική κρίση του χρέους αφενός, οι εντεινόμενες ήδη τότε απειλές για όλη τη νομισματική ένωση αφετέρου, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά σε όλα τα μέτωπα: Σʼ εμάς οπωσδήποτε, με το δημόσιο έλλειμμα να ξεπερνά κατά πολύ τις προβλέψεις παρά τις νέες δραστικές περικοπές εισοδημάτων και τις μεγάλες πρόσθετες φορολογίες που επιβλήθηκαν, με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται ολοένα περισσότερο, οπότε η δυναμική του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ εμφανίζεται εκρηκτική, ενώ η κοινωνική και πολιτική αντοχή στη χώρα μοιάζει πια να έχει εξαντληθεί. Αλλά όχι μόνο σʼ εμάς.

Επαληθεύοντας τους εξ αρχής επικριτές της (κορυφαίος ανάμεσά τους ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ), η γερμανική εμμονή στην εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στη στήριξη χωρών με πρόβλημα χρέους, όπως σχεδιάστηκε συγκεκριμένα για την ελληνική περίπτωση στις 21 Ιουλίου, αποδείχθηκε ολέθρια. Προτού καν εφαρμοστεί, μετατράπηκε σε κρίση των τραπεζών με πυροδότη τα κρατικά ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους. Πιο ευάλωτες πρώτες οι γαλλικές τράπεζες είδαν τον Αύγουστο τη χρηματιστηριακή αξία των μετοχών τους να καταρρέει, στη συνέχεια πλήττονται όλο και περισσότερες τράπεζες από διάφορες χώρες, εισπράττοντας διαρκώς νέες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους ικανότητας από τους οίκους αξιολόγησης. Και παράλληλα, καθώς η ρητή διαβεβαίωση των 17 ηγετών ότι η Ελλάδα αποτελούσε ξεχωριστή, μεμονωμένη περίπτωση (σε αντιδιαστολή με τις υπόλοιπες χώρες που «θα τιμούσαν την υπογραφή τους» έναντι των πιστωτών τους) δεν έγινε πιστευτή, εξαπολύθηκαν κερδοσκοπικές επιθέσεις στα ομόλογα της Ισπανίας και της Ιταλίας. Όσο και αν αναχαιτίσθηκαν με παρεμβάσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ως ένα βαθμό, διότι η αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ προσέκρουε συνεχώς σε αντιρρήσεις, γερμανικές ιδίως), ανατροφοδοτούν πάντως την κρίση των τραπεζών.

Αλλά η κρίση των τραπεζών μεταφράζεται και στη μειούμενη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, τις παραγωγικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Χειρότερες φαίνονται τώρα, σε σύγκριση με τον Ιούλιο, οι προοπτικές για την οικονομική μεγέθυνση στην Ευρώπη - όχι μόνο στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, εκτός Ευρωζώνης στη Βρετανία, χώρες επιπλέον αναγκασμένες να ακολουθούν πολιτικές λιτότητας, για να χρηματοδοτήσουν και να μειώσουν τα υψηλά τους ελλείμματα. Ορατός είναι ο κίνδυνος μιας νέας γενικευμένης οικονομικής ύφεσης. Ακόμα και στη Γερμανία ο δείκτης του επιχειρηματικού κλίματος υποχωρεί ξανά.

Σʼ αυτές τις επιδεινωμένες συνθήκες, η ευρωπαϊκή σύνοδος κορυφής είχε αναγγελθεί από καιρό ότι θα απαντούσε αποφασιστικά στην κρίση του χρέους, θα οριστικοποιούσε το δεύτερο πακέτο για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας την επόμενη τριετία, εφόσον εκείνο που είχε εγκριθεί τον Ιούλιο δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή και αμφισβητείται η βιωσιμότητά του, θα όριζε διαδικασίες για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα διεύρυνε κι άλλο τις δυνατότητες παρέμβασης του Ευρωπαϊκού Χρηματοπιστωτικού Ταμείου, και θα ενίσχυε την «οικονομική διακυβέρνηση» της Ευρωζώνης.

Οι προσδοκίες διαψεύσθηκαν όμως μετά τη διαφωνία μεταξύ των ηγεσιών της Γαλλίας και της Γερμανίας για το ρόλο του Ταμείου κυρίως, με τον οποίο συνδέεται και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η σύνοδος κορυφής ανάγεται σε «φάρσα», έγραφαν ευρωπαϊκές εφημερίδες. Μέσα σε εντεινόμενες εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες άλλωστε, η καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ δεν έλαβε από την επιτροπή προϋπολογισμού του γερμανικού κοινοβουλίου την εντολή που επιτάσσει το Σύνταγμα της χώρας, οπότε ακόμα και αν κατέληγαν κάπου με τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί το βράδυ του Σαββάτου, και πάλι δεν θα είχε το δικαίωμα να συναποφασίσει σήμερα.

Τη διαχείριση της κρίσης του ευρώ από τις πολιτικές ηγεσίες χαρακτήριζε «καταστροφική» ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ προχθές.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι