Δόγμα Μπάιντεν;

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 29/04/2021

Το συμβολικό (και προφανώς αυθαίρετο) όριο των 100 πρώτων ημερών μιας νέας κυβέρνησης γεννήθηκε στις ΗΠΑ. Αλλά η χρήση του απλώθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο, όπου σπανίως σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα προεκλογικό πακετάρισμα υποσχέσεων που δεν θα τηρηθούν και φιλοδοξιών που θα αραιωθούν στο αναπόφευκτο μετεκλογικό νερό. Στην ίδια την Αμερική, πάντως, εξακολουθεί να χρησιμοποιειται - κυρίως ως μέσο σύγκρισης ενός νέου προέδρου με το προηγούμενο του Ρούζβελτ, ο οποίος είχε περάσει 76 νόμους στις δικές του, πυρετώδεις 100 πρώτες ημέρες της μάχης με την Μεγάλη Υφεση.

Συμπληρώνονται σήμερα, λοιπόν, οι 100 ημέρες του προέδρου Μπάιντεν. Το νομοθετικό του σκορ υπολείπεται σαφώς όχι μόνον του ρουζβελτιανού ρεκόρ, αλλά και πολλών άλλων προέδρων. Μα κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτοί οι πρώτοι μήνες ήταν ασυνήθιστα πυκνοί, εντυπωσιακά αποτελεσματικοί (στα βασικά: τη δραματική επιτάχυνση των εμβολιασμών) και αναπάντεχα ριζοσπαστικοί. Θα αρκούσε να επικαλεστεί κανείς το ύψος της παρέμβασης στην οικονομία (2,8 τρισ., ή 14% του αμερικανικού ΑΕΠ για εφέτος, 1.400 δολάρια απευθείας στον λογαριασμό 100 εκατομμυρίων Αμερικανών, συν 2,25 τρισ. επενδύσεις σε υποδομές τα επόμενα χρόνια). Ή την αύξηση της φορολόγησης των επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων (αν και όχι στο 90% που ήταν στη μεταρουζβελτιανή εποχή). Ή τη νέα πρόταση για μια διεθνή συμφωνία ελάχιστης φορολόγησης των επιχειρήσεων.

Είναι ένας εντυπωσιακός απολογισμός. Και γίνεται εντυπωσιακότερος, αν συγκριθεί με το ύφος και τον τόνο της προεκλογικής εκστρατείας ενός υποψηφίου, που προσπαθούσε να μετατρέψει σε πελεονεκτήματα αυτά που του καταλογίζονταν ως ελαττώματα: τη μεγάλη ηλικία, τα 50 του χρόνια στο πολιτικό κουρμπέτι, τη μετριοπάθεια και το συμβιβαστικό του προφίλ. Κέρδισε τις εκλογές ως σοφός θείος που θα συμφιλιώσει τη διαιρεμένη χώρα και θα καταπραΰνει τα σοσιαλμιντιακά πάθη που είχε παροξύνει ο προκάτοχός του. Κυβερνά 100 ημέρες τώρα με την πιο ριζοσπαστικά μεταρρυθμιστική ατζέντα από εποχής Ρούζβελτ ή Λίντον Τζόνσον. Θα μπορούσε να είναι ένα νέο πολιτικό δόγμα - το δόγμα Μπάιντεν. Ανατρέποντας τη συνήθη πρακτική, της Αριστεράς ιδίως, αποδεικνύει ότι ο αληθινός μεταρρυθμιστής και ριζοσπάστης, όπως έγραφε ένας θαυμαστής του στον «Guardian», δεν είναι αυτός που συντάσσει φλογερά προεκλογικά μανιφέστα, μα εκείνος που αθόρυβα κερδίζει την εξουσία και τη χρησιμοποιεί για καλό σκοπό.

Δόγμα Μπάιντεν; Ο όρος χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει μια νέα, διαφορετική από την κρατούσα αντίληψη εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό είναι, ίσως ακόμη περισσότερο απʼ ό,τι η οικονομία, ένα πεδίο όπου οι 100 ημέρες του νέου προέδρου είναι μια τομή με το παρελθόν. Η Αμερική επανεκκίνησε τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, επέστρεψε στις διεθνείς συμφωνίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, επέστρεψε και στις παραδοσιακές της συμμαχίες με μια προσπάθεια αναζωγόνησης του ΝΑΤΟ.

«Η Αμερική επέστρεψε», ήταν το σύνθημα. Επέστρεψε στον κόσμο, μετά τα χρόνια του «America first», που δεν ήταν μόνον τα χρόνια Τραμπ. Αλλά επέστρεψε στην παλιά αντίληψη (με τα παλιά μέσα) της ηγεμονίας ή έχει έναν νέο ορισμό της ηγεσίας που επιδιώκει να ασκήσει; Ρητορικά τουλάχιστον, δύο νέα στοιχεία είναι προφανή. Το ένα είναι η έμφαση στη Δημοκρατία ως κριτήριο συμμαχιών και οδηγό εξωτερικής πολιτικής. Το άλλο είναι μια νέα διατύπωση για τη σχέση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.

Ενας άλλος πρόεδρος (ο Τζόνσον, παρεμπιπτόντως) φέρεται να έχει πει τη θρυλική φράση «καθάρματα, αλλά δικά μας καθάρματα», ως δικαιολογία για την υποστήριξη της Αμερικής σε διεφθαρμένες δικτατορίες ανά τον κόσμο, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Μπάιντεν, με στόχο την άμεση σύγκλιση μιας παγκόσμιας διάσκεψης κορυφής για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, κινείται στον αντίποδα. Η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα προβάλουν ως το ιδεολογικό πρόσημο για τη συγκρότηση μιας διεθνούς συμμαχίας δημοκρατικών χωρών απέναντι στον κίνδυνο τεχνολογικής κυριαρχίας της Κίνας - απέναντι στην οποία οι ΗΠΑ μόνες τους είναι αδύναμες - αλλά και απέναντι σε αυταρχικούς ηγέτες επίδοξων περιφερειακών δυνάμεων τύπου Πούτιν, αλλά και Ερντογάν. Ιδεολογικό πρόσημο ή πρόσχημα; Στην περίπτωση της Τουρκίας, πάντως, η ως τώρα στάση της νέας αμερικανικής κυβέρνησης είναι απροσδόκητα συνεπής προς τους λόγους της, όπως μαρτυρά προπάντων η αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας.

Το δεύτερο νέο στοιχείο, στη ρητορική του νέου προέδρου, είναι η σύνδεση εκωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Στην πρώτη του ομιλία στο State Department περιέγραψε την εξωτερική του πολιτική ως μια εξωτερική πολιτική για την (αμερικανική) μεσαία τάξη. Με την έννοια ότι η επιτυχία της προϋποθέτει μια ανάταξη στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αποκατάσταση της τραυματισμένης οικονομικής ισχύος και της ακόμη πιο τραυματισμένης αμερικανικής δημοκρατίας.

Πού οδηγούν όλα αυτά; Η μόνη γνωστική απάντηση είναι: θα ξέρουμε το 2024. Μα η επιφύλαξη δεν μπορεί να καλύψει το προφανές. Αυτές οι 100 ημέρες μοιάζουν με πρόλογο μιας νέας εποχής. Μιας «αλλαγής παραδείγματος», όπως ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν έχει περιγράψει τη φιλοδοξία του.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι