Φυλακές: Οι επικίνδυνες φυλακές της Νέας Τάξης

Πληθαίνουν κρατούμενοι και θάνατοι

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 05/04/2006

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νέο επεισόδιο μιας επαναλαμβανόμενης τραγωδίας: τρεις κρατούμενοι νεκροί κι ένας σε κρίσιμη κατάσταση μέσα στο κλειδωμένο κελί τους. Οι αρμόδιοι του υπουργείου Δικαιοσύνης εκφράζουν τη λύπη τους, αναγνωρίζουν ελλείψεις οφειλόμενες στους (όποιους) προηγούμενους και υπόσχονται αποκατάσταση, καθώς και αναζήτηση ευθυνών. Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου δεν εισέρχεται στο κατεστραμμένο κελί, επειδή, όπως δηλώνει στην τηλεόραση, δεν του επιτράπηκε λόγω της εκεί κακής κατάστασης· «λεπτομέρεια», που ξεφεύγει από κάθε στερεότυπο, καθώς ο απαράδεκτος χαρακτήρας της είναι ανεπανάληπτος.

Ο διευθυντής του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού πάντως «αποκεφαλίζεται», φύλακες θα διωχθούν, άλλοι θα καταθέσουν ότι οι συνάδελφοι μέσα στις σκληρές συνθήκες έκαναν ό,τι μπορούσαν. Η ατμόσφαιρα στα κελιά ηλεκτρίζεται και η φρουρά εύλογα αγχώνεται. Κάποιοι κρατούμενοι ή αποφυλακισμένοι καταγγέλλουν τις συνθήκες με τη γλώσσα του ανθρώπου που «δεν έχει λόγια» για να περιγράψει το απίστευτο βίωμα.

Ν. Παρασκευόπουλος

Λίγοι ευαίσθητοι πολίτες θα υποψιαστούν ότι ο συνωστισμός των κρατουμένων και οι ελλείψεις της υποδομής δεν συνιστούν πρόβλημα προς επίλυση αλλά σύστημα αντικειμενικά προσδιορισμένο και στατικό. Με την ευκαιρία, εν τω μεταξύ, ο τοπικός δήμος θα ζητήσει να μεταφερθούν οι φυλακές αλλού. Η αυλαία θα πέσει, το έργο θα τελειώσει και (μέχρι να αρχίσει το επόμενο) κάθε κατεργάρης, εντός ή εκτός, θα ξανακαθήσει στον πάγκο του.

Επανάληψη μήπως της ίδιας πάντα τραγωδίας; Κι όμως, όχι! Οι συνθήκες έχουν αλλάξει ουσιαστικά, οι φυλακές έχουν πια κι αυτές περάσει στη μεταμοντέρνα (λοιδορούμενος ο όρος, αλλά χρήσιμος) εποχή. Τα βιβλία του Μ. Φουκό αρχίζουν να ξεχνιούνται στο ράφι και η αξία τους μεταλλάσσεται: από εργαλεία ανάλυσης τρέπονται ξαφνικά σε εγχειρίδια Ιστορίας. Στα κλειστά καταστήματα της Νέας Τάξης δεν ενδιαφέρει πια η πειθάρχηση ψυχών και σωμάτων, αλλά ο αμετάκλητος αποκλεισμός.

Οι σημαντικές αλλαγές εντοπίζονται τόσο στο επίπεδο της ποινικής εξουσίας, όσο και στο κοινωνικό περιβάλλον. Δύο δεκαετίες πριν οι προοδευτικοί πίστευαν ότι «οι μέρες των φυλακών είναι μετρημένες».1 Το ξεπέρασμα του αριθμού των 2.000.000 κρατουμένων στις αμερικανικές φυλακές (2003) θεωρήθηκε μάλλον προάγγελος μιας κατάρρευσης, παρά στάδιο διόγκωσης.

Σήμερα όμως οι φιλελεύθερες θεωρίες αντιμετωπίζουν τη διάψευσή τους. Οι απάτες και οι αυταπάτες διαλύονται, ιδίως επειδή έγιναν περιττές. Οι στερεότυποι συμμέτοχοι διαφόρων επιχειρησιακών συμβουλίων συμφωνούν ότι η ασφάλεια προέχει, ενώ οι υπερασπιστικές εγγυήσεις μετά λύπης υποχωρούν.

Ο υπερπληθυσμός των εγκλείστων δεν μπορεί παρά να αυξάνεται. Στο σωφρονιστικό σύστημα προέχει η ποσότητα, όχι η ποιότητα: χρειάζονται περισσότερες φυλακές, έστω π.χ. κι αν χώροι για εργαστήρια λείπουν, έστω κι αν ο εξοπλισμός αφήνεται γι’ αργότερα. Η ανεργία καθιστά ανορθόλογα τα προγράμματα επανένταξης των αποφυλακιζομένων στην αγορά και στη νομιμότητα. Απομένει ο οριστικός αποκλεισμός, ως πολιτική άρρητη, αλλά πανίσχυρη. Ούτε λόγος για χρηματοδότηση της βελτίωσης των συνθηκών. Οταν τα πανεπιστήμια δυσλειτουργούν και ξεσηκώνονται εξαιτίας της ελλειμματικής δημόσιας επιχορήγησης, όταν οι εναπάρκειες εξοπλισμού των νοσοκομείων συνιστούν ανθρωποκτόνα συνθήκη για αθώους, οι δαπάνες για τους καταδίκους θεωρούνται πολυτέλεια.

Πράγμα περίεργο, όμως, δεν ευθύνεται μόνον η (ποινική) εξουσία! Το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον (ακόμη και με τα ωραία ονόματά του, λαός, κοινωνία των πολιτών, δήμος, κοινότητα) κάπου αρχίζει να αμφιρρέπει, ανάμεσα στην αδιαφορία και στην υπόθαλψη των συνθηκών. Αυτοί που σήμερα κλείνονται στη φυλακή «δεν μας μοιάζουν». Δεν πρόκειται βέβαια για τους αντιστασιακούς ήρωες της δικτατορίας, στους οποίους πάντα θα οφείλουμε ένα μέρος της όποιας αξιοπρέπειάς μας. Δεν πρόκειται καν για ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που αδικήθηκαν από το σύστημα ή παραστράτησαν, αλλά μπορούν να επανενταχθούν.

Τώρα στις φυλακές σωρεύονται κατά το πλείστον ξένοι: Ρουμάνοι, Αλβανοί, Ρώσοι, Κούρδοι, Αφγανοί με ονόματα παράξενα. Χωρίς έθιμα και συγγένειες να μας ενώνουν και να μας διακινούν συναισθηματικά. Τρομοκράτες, μαφιόζοι αλλά και «κοινωνικά απόβλητα»,2 καθώς και άνθρωποι που σε τίποτε δεν έφταιξαν, παρά μόνο περιμένουν την απέλασή τους, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει γκρι, όλοι αυτοί ελάχιστους απασχολούν. Η αισιοδοξία ότι σταδιακά οι μικροαστοί θα ευαισθητοποιηθούν για τα προβλήματα των κρατουμένων, σταδιακά εκλείπει.

Ακόμη και οι κορυφαίοι διανοητές δείχνουν πια κουρασμένοι. Ο ίδιος ο Μ. Φουκό είχε δείξει, και μάλιστα πρώιμα, μια επιφυλακτικότητα. Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση (1975) του θεμελιακού έργου του «Επιτήρηση και Τιμωρία, είχε αμυνθεί ενώπιον των συνθηκών που δεν άλλαξαν»,3 «για μας το θέμα ήταν να πούμε απλώς υπάρχει πρόβλημα, δεν είναι δική μας δουλειά να κάνουμε προτάσεις». Τελειώνει όμως ποτέ η αποστολή του διανοητή πριν από την κοινωνική παρέμβαση; Ανεξάρτητα λοιπόν από ευθύνες κρατουμένων ή φυλάκων, που ίσως αποδειχθούν, αυτό που αναδεικνύεται με ενάργεια μέσω του πρόσφατου τραγικού συμβάντος είναι οι αιτιακές συνθήκες: ελλείψεις προσωπικού και εξοπλισμού (πυρ)ασφάλειας. Στους υψηλούς διαχειριστές αυτών των συνθηκών εδρεύουν σοβαρές προσωπικές ενοχές. Είναι τεράστιο το θέμα, εδώ υπάρχει χώρος μόνο για δύο από τα πολλά ερωτήματα.

Επιτρέπεται να μην έχει τοποθετηθεί ώς τώρα σύστημα πυρανίχνευσης σε μια φυλακή, όπου συσσωρεύεται κλειδωμένος ένας υπερβολικά μεγάλος αριθμός ανθρώπων; Στη φυλακή, η παθητική πυρασφάλεια ώς ένα βαθμό αποκλείεται, ας το δεχθούμε. Πυροσβεστήρες και σφυριά αντενδείκνυνται να είναι εύκολα προσιτά σε κοινόχρηστους χώρους. Τα κελιά εξάλλου δεν μπορεί παρά να μένουν κάμποσες ώρες κλειδωμένα. Αυτό σημαίνει ότι ο κρατούμενος δεν μπορεί να αυτοπροστατευθεί από πυρκαγιά, ότι η ασφάλειά του εναπόκειται αποκλειστικά στο φυλάσσον κράτος. Ενα κοινωνικοπολιτικό σύστημα που έχει αναγάγει την ασφάλεια σε υπέρτατη αξία, αποκαλύπτεται: η ασφάλειά του αφορά ορισμένους μόνο, όχι βέβαια τους απόβλητους.

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: αν κάποιοι χώροι έχουν προτεραιότητα για την τοποθέτηση συστημάτων πυρανίχνευσης, είναι αυτοί ακριβώς στους οποίους οι εντός δεν μπορούν να κινηθούν για να γλιτώσουν από τις φλόγες: τα νοσοκομεία και οι φυλακές.

Το δεύτερο ερώτημα είναι εξίσου καίριο: αποκαταστάθηκε πλέον η δυνατότητα του Συνηγόρου του Πολίτη να ελέγχει τα παράπονα των κρατουμένων και τις συνθήκες στη φυλακή; Προ έτους και πλέον είχε ανακύψει ανάλογο θέμα.4 Ο Συνήγορος του Πολίτη (ο καθηγητής κ. Γ. Καμίνης) είχε αναγκαστεί να απευθύνει αυστηρό μήνυμα προς τους αρμόδιους (στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και στο υπουργείο Δικαιοσύνης) για να θυμίσει ότι η σχετική δυνατότητα της ανεξάρτητης αρχής είναι νομικά κατοχυρωμένη και αυτονόητη για τα ισχύοντα στις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι γνωστή στην ελληνική κοινωνία η όποια αποτελεσματικότητα του Συνηγόρου, που οπωσδήποτε κατορθώνει να αποκαλύπτει δυσλειτουργίες της διοίκησης και να συμβάλλει έτσι σε διορθώσεις.

Αν όμως κάποιοι υψηλά ιστάμενοι διακατέχονται ακόμη από το πνεύμα «να εμποδίσουμε την είσοδο, μη γίνουν γνωστές οι άθλιες συνθήκες μας», τότε αυτοί γίνονται οι βασικοί μέτοχοι των εγκληματικών παραλείψεων που ακολουθούν.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μ. Tonry, 1, 4, σε Μ. Tonry (ed.) The Future of Imprisonment (Oxf. Univ. Pr., 2004).

2. Για την έννοια βλ. Ζ. Bauman, «Σπαταλημένες ζωές» (μτφρ. Μ. Καρασαρίνης, «Κατάρτι» 2005) 70.

3. Στη συλλογή κειμένων «Ο μεγάλος εγκλεισμός» (μτφρ. Σπ. Παντελάκης, «Μαύρη Λίστα» 1999) 109.

4. Ν. Παρασκευόπουλου, «Ο Συνήγορος του Πολίτη και οι φυλακές», «Ελευθεροτυπία» 29/12/2004.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι