Ο νόμος για την σεξουαλική παρενόχληση. Νομικές ή κοινωνικές αντιδράσεις;

Αθηνά Γουλιάρου, Μαρία Στρατηγάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 17/09/2006

Οι αντιδράσεις στον νέο νόμο που ρυθμίζει την σεξουαλική παρενόχληση που ψηφίσθηκε πρόσφατα από την Βουλή, μας θύμισαν αντίστοιχες αντιδράσεις στη ψήφιση όλων σχεδόν των νόμων του ελληνικού κράτους που ρυθμίζουν ζητήματα σχετικά με θέματα φύλου. Από τον εκλογικό νόμο που για πρώτη φορά έδωσε ψήφο στις γυναίκες το 1952 μέχρι το οικογενειακό δίκαιο του 1983, από τον νόμο για τον βιασμό του 1986 μέχρι την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος το 2000 που επιτρέπει τη λήψη θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, από το νόμο για τις ποσοστώσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μέχρι το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ενδο-οικογενειακή βία, οι αντιδράσεις έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Πολλοί πολιτικοί ξεχνούν την κομματική τους ταυτότητα (αν δηλαδή είναι της συμπολίτευσης ή της αντιπολίτευσης), τη στάση τους ως προς την Ε.Ε. (αν είναι υπέρ ή κατά εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο) και αντιδρούν μόνον με κριτήρια φύλου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αντέδρασαν με τα κριτήρια του φύλου του οποίου η κοινωνική κυριαρχία απειλείται, η "σεξουαλική" συμπεριφορά περιορίζεται και ενδέχεται να δημοσιοποιηθούν κάποιες "ιδιωτικές" σχέσεις. Σχέσεις που στηρίζονται σε ρητούς ή άρρητους, άμεσους ή έμμεσους εκβιασμούς σε βάρος της σωματικής, ψυχικής ή και σεξουαλικής ακεραιότητας των γυναικών.

Επίκεντρο των αντιδράσεων αυτή τη φορά αποτέλεσε η περίφημη "αντιστροφή του βάρους απόδειξης" η οποία απειλεί να φέρει σε δύσκολη θέση τους παρενοχλούντες υποχρεώνοντάς τους να αποδείξουν ότι δεν παραβίασαν τον νόμο. Ο εξ αυτού φόβος μήπως γίνει κατάχρηση αγωγών διογκώθηκε ως εάν οι αγωγές των θυμάτων δεν συνεπάγονται ταυτόχρονα σοβαρούς κινδύνους αποκλεισμού από την απασχόληση (μεγάλη ανεργία γαρ), δημόσιου διασυρμού από τα ΜΜΕ, αλλά και ψυχικής και οικονομικής επιβάρυνσης από την όλη διαδικασία της επαφής με το δυσκίνητο ελληνικό δικαστικό σύστημα. Έτσι, αντί να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην καλύτερη δημοσιοποίηση των διατάξεων του νόμου^1^ και την ενημέρωση των εργαζομένων γυναικών, οι "πολιτικοί άνδρες" (και λίγες γυναίκες) έστρεψαν τη δημόσια συζήτηση στο άρθρο 17 σχετικά με το βάρος απόδειξης. Μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της νομικής ρύθμισης της σεξουαλικής παρενόχλησης δείχνει ότι το βάρος απόδειξης δεν είναι ούτε "αντιστραμμένο" ούτε απειλείται το τεκμήριο της αθωότητας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τα τελευταία μόλις 20 χρόνια οι διεθνείς οργανισμοί και η Ε.Ε. ασχολήθηκαν σοβαρά με το παμπάλαιο φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης, το οποίο χρονολογείται από το 19ο αι. με την μαζική είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας. Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρήθηκε από φεμινιστική σκοπιά ως η |τιμωρία |για την εκτροπή των γυναικών από τον παραδοσιακό τους ρόλο και το |τίμημα |για την μαζική, πλην όμως αναγκαία είσοδό τους στον κόσμο εργασίας.

Από τα όργανα της Ε.Ε. αναγνωρίστηκε ότι η |σεξουαλική παρενόχληση συνιστά μορφή βίας κατά των γυναικών, συνδέεται άμεσα με την κοινωνική ανισότητα των γυναικών και αποτελεί διακριτική μεταχείριση λόγω του φύλου.| Στο πλαίσιο αυτό, η Ε.Ε. ανέλαβε έντονη δράση με ψηφίσματα, συστάσεις και οδηγίες, με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την πραγματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Στην Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (92/C27/04) για την προστασία της αξιοπρέπειας γυναικών και ανδρών κατά την εργασία, περιέχεται για πρώτη φορά ο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης. Στην Σύσταση επισυνάφθηκε ένας "Κώδικας συμπεριφοράς για μέτρα καταπολέμησης της σεξουαλικής παρενόχλησης" που απευθύνεται στους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, επισημαίνοντας, |τις βλαπτικές συνέπειες που επιφέρει η σεξουαλική παρενόχληση στο άτομο που την υφίσταται|.

Με την Οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποίησε την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ, ορίζεται|: "2. Για τους σκοπούς της παρούσας Οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: ... "σεξουαλική παρενόχληση": όταν εκδηλώνεται οιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός ατόμου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος. 3 ....Η ...σεξουαλική παρενόχληση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας θεωρούνται ως διάκριση λόγω φύλου και συνεπώς απαγορεύονται. Το γεγονός ότι κάποιος απορρίπτει ή υποκύπτει σε παρόμοια συμπεριφορά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για να ληφθεί απόφαση, που θίγει το εν λόγω πρόσωπο|"^2^.

Η οδηγία της σεξουαλικής παρενόχλησης που σήμερα ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη είναι αναγκαίο νομοθετικό μέτρο, καθώς οι μέχρι σήμερα νομοθετικές διατάξεις, τόσο του αστικού όσο και του ποινικού δικαίου δεν την ρύθμιζαν, ούτε σε διάταξη νόμου είχε διατυπωθεί ο ορισμός της^3^, με αποτέλεσμα ελάχιστες να είναι οι καταγγελίες και ακόμη πιο ελάχιστες οι καταδικαστικές αποφάσεις.

Ας υπενθυμίσουμε στους επικριτές του νόμου, ότι πολλές έρευνες που έγιναν τα τελευταία 20 χρόνια σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. έδειξαν ότι 1 στις 4 γυναίκες έχει εμπειρία σεξουαλικής παρενόχλησης από εργοδότη, συνάδελφο ή πελάτη. Ελάχιστες ωστόσο, ιδίως στη χώρα μας, προχώρησαν στην καταγγελία τους. Βασικές αιτίες που τα θύματα αποφεύγουν να καταγγείλουν τέτοιες πράξεις είναι το βάρος απόδειξης, γιατί κατά κανόνα οι αποδείξεις βρίσκονται στα χέρια του δράστη και υπάρχει φόβος αντιποίνων από τον παρενοχλούντα^4^. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς από τους επικριτές του νόμου και τους "θιασώτες" του δικονομικού μας συστήματος, γιατί τόσα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης δεν τόλμησαν να προχωρήσουν σε αγωγές ή μηνύσεις; Μήπως η έλλειψη καταγγελιών σημαίνει κατά την άποψή τους απουσία περιστατικών;

Η Ε.Ε. προκειμένου να διευκολύνει τα θύματα διακρίσεων λόγω φύλου στην αγορά εργασίας εξέδωσε την Οδηγία 97/80/ΕΚ "σχετικά με το βάρος απόδειξης στις περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου" η οποία μεταφέρθηκε στη δική μας έννομη τάξη με το Π.Δ. 105/2003. Η Οδηγία ισχύει και για την σεξουαλική παρενόχληση που συνιστά διάκριση λόγω φύλου.

Καταρχήν κανένα "τεκμήριο αθωότητας" δεν καταργείται γιατί η αντιστροφή του βάρος απόδειξης ισχύει |μόνο| σε αστικές δίκες και όχι σε ποινικές, το προβλέπει ρητά το άρθρο 17 του νόμου. Ο ισχυρισμός ότι θα υπάρξει "βιομηχανία αγωγών" ή "επιτηδευμένη θυματοποίηση" είναι μύθευμα και ασφαλώς σεξιστική λογική, γιατί η καταγγελία για κάθε μορφή βίας, είτε αυτή είναι σεξουαλική παρενόχληση, είτε ενδοοικογενειακή βία, απαιτεί πράγματι δύναμη και υπέρβαση της θυματοποίησης από τον/την καταγγέλλοντα/ουσα, καθώς συνεπάγεται τις περισσότερες φορές προσβλητική για την προσωπικότητά του/της δημοσιότητα και συνεπώς δεν μπορεί κατά τεκμήριο να είναι αναληθής. Σύμφωνα δε, με την Σύσταση της Επιτροπής 92/C27/04 "|ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι ότι οι εργαζόμενοι που την υφίστανται είναι απρόθυμοι να την καταγγείλουν. Οι αποδέκτες της όχλησης πιστεύουν ότι δεν υπάρχει λόγος καταγγελίας καθόσον δεν επιτυγχάνουν τίποτε με αυτό, ή επειδή θεωρείται τετριμμένο ή επειδή ο καταγγέλλων οδηγείται σε γελοιοποίηση ή φοβάται αντίποινα.

|Όσο δε για το επιχείρημα ότι ανατρέπεται το δικονομικό μας σύστημα με την αντιστροφή του βάρους απόδειξης επισημαίνουμε τα εξής:

- Δεν είναι απολύτως ακριβές, διότι πρόκειται για |μερική αντιστροφή του βάρους απόδειξης| δεδομένου ότι το θύμα, το οποίο επικαλείται ότι υφίσταται διακριτική μεταχείριση, οφείλει να επικαλεστεί ενώπιον του δικαστηρίου |γεγονότα ή στοιχεία, κοινώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου στον οποίο στηρίζεται η αγωγή και από τα οποία συνάγεται ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης ή συμπεριφορά που συνιστά κατά τον ορισμό του νόμου σεξουαλική παρενόχληση| και ο εναγόμενος (παρενοχλών) φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ισότητας. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι επιβάλλεται η προσαρμογή των κανόνων σχετικά με το βάρος απόδειξης όταν τεκμαίρεται διάκριση και ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επαληθεύεται αυτή η κατάσταση, η πραγματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης απαιτεί να μετατίθεται το βάρος απόδειξης στον εναγόμενο. Συνεπώς, μία αόριστη καταγγελία δεν έχει καμία απολύτως πιθανότητα να ευδοκιμήσει στα δικαστήρια, παρά μόνο εάν αυτή η καταγγελία είναι επαρκώς ορισμένη.

- Η διάταξη αυτή κατά την άποψή μας αποτελεί ένα |αντιστάθμισμα| στην μακροχρόνια παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των γυναικών και ένα αναγκαίο |θετικό μέτρο| προκειμένου οι γυναίκες να "σπάσουν τη σιωπή τους", η δε κοινωνία να μετρήσει το φαινόμενο στις πραγματικές του διαστάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζουμε, οι άνδρες και οι γυναίκες δικαστές στην Ελλάδα να διαθέτουν την απαιτούμενη παιδεία, εμπειρία και κοινωνική ευαισθησία, ώστε να εκτιμήσουν την αλήθεια ή όχι των πραγματικών περιστατικών και να κρίνουν αναλόγως. Άλλωστε, είναι προτιμότερο να χρειαστεί να αλλάξουν οι νόμοι, αν αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν λειτουργούν καλά, παρά να διαπαιδαγωγείται μια ολόκληρη κοινωνία με την άποψη ότι η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί μια ανώδυνη ερωτική έκφραση, και όχι μια αξιόποινη και εκβιαστική πράξη που θίγει την αξιοπρέπεια, κυρίως γυναικών.

1. Ο οποίος εκτός από την σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνει και άλλες θετικές διατάξεις για την ισότητα όπως η νομική ρύθμιση των θετικών δράσεων (άρθρο 4), η δυνατότητα προσφυγής γυναικείων οργανώσεων για λογαριασμό των θιγόμενων μελών τους (άρθρο 12), η ανάθεση στο Συνήγορο του Πολίτη της παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα (άρθρο 13).

2. Για μεγαλύτερη ανάλυση βλέπε Καίτη Κωσταβάρα Παπαρήγα "H σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας" Νο Β 1995 σελ. 617 επ. και Παναγιώτα Πετρόγλου, "Η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών κατά την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική εκπαίδευση", ΕΔΚΑ 2004, σελ. 80 επ. (87).

3. Ληξουριώτης Ι. ΔΕΕ 5/2000 σελ. 548, σχόλιο στην υπ αριθμ. Μ.Πρ.Αθ 743/1999

4. Καίτη Κωσταβάρα-Παπαρήγα ό.π. σελ. 625

|H Αθηνά Γούλιαρου είναι δικηγόρος. Η Μαρία Στρατηγάκη είναι πανεπιστημιακός|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι