Ναρκωτικά: Εκατόν εξήντα ένα δώρα χριστουγεννιάτικα

Ενάντια στο μύθο της αθεράπευτης νόσου

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 27/12/2006

Οι χριστουγεννιάτικες μέρες βρίσκουν συνήθως τις κοινωνικοπολιτικές στήλες των εφημερίδων υπερφορτωμένες. Ειδήσεις και συλλογισμοί που σωρεύονται όλο το χρόνο αποθέτουν βάρος στα γραφόμενα. Οι αρθρογράφοι και ύστερα οι αναγνώστες μάλλον μάταια αναζητούν θετικούς απολογισμούς και ελπιδοφόρα μηνύματα. Τα καλά νέα είναι είδος εν ανεπαρκεία. Ειδήσεις για την υπερθέρμανση της Γης διαδέχονται άλλες για κυκλοφορία ραδιενεργών υλών ή για εχθροπραξίες ή για θανάτους από ναρκωτικά, λατινικά ρητά στρογγυλεύουν βασανιστικές συμπεριφορές κάποιων οργάνων της τάξης, γκράφιτι και ρητορείες ηρωοποιούν τους κουκουλοφόρους με τις μολότοφ, χαιρέκακες φωνές ακούγονται για τη φθορά του δημόσιου πανεπιστημίου.

Στον τομέα των ναρκωτικών, ωστόσο, ανακαλύπτεται η καλή είδηση. Το Σάββατο 16 Δεκεμβρίου στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις της Αρσης Βαρών στη Νίκαια η κοσμοσυρροή κάλυπτε τις κερκίδες. Τα μέλη των προγραμμάτων απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ, οι συγγενείς και οι φίλοι, οι εργαζόμενοι, συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν την αποφοίτηση των ανθρώπων που νίκησαν την εξάρτηση από ναρκωτικά. Συναντήθηκαν εκατόν εξήντα μία ανθρώπινες πορείες από την παραμεθόριο του θανάτου στην επικράτεια της ζωής. Και της χαράς: όποιος έχει παλέψει για να μπορεί να αποφασίζει πού θα κατευθυνθεί το πρωί, για να μπορεί να αγαπά και να αγαπιέται, να κλαίει και να γελάει, γνωρίζει πια κάποιες στιγμές να χαίρεται.

Δεν αποτελούν πρωτόγνωρο επίτευγμα οι απεξαρτήσεις. Εδώ και χρόνια στη χώρα μας, ετησίως ή ανά εξάμηνο, όσοι συμπληρώνουν καθαροί από ουσίες τρία τουλάχιστον χρόνια (συνήθως 150-200 άνθρωποι το χρόνο) προσέρχονται στις γιορτές της αποφοίτησης. Γιορτές κλειστές, αλλά πολυπληθείς: κάποιοι φθάνουν με τα παιδιά τους, με συζύγους και συντρόφους που έχουν εν τω μεταξύ αποκτήσει, με άδειες από τις (νέες) δουλειές τους. Μαζί τους συμβολικά και ουσιαστικά «αποφοιτούν» οι οικογένειες και οι φίλοι που τους συμπαραστάθηκαν αλλάζοντας και οι ίδιοι σε πολλά πράγματα τη ζωή τους.

Η πρόσφατη αποφοίτηση στη Νίκαια χρωματίστηκε μάλιστα από μια καινοτομία. Για πρώτη φορά έλαβαν μέρος απεξαρτημένοι που αποφοίτησαν απευθείας από τα προγράμματα αποφυλακισμένων. Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί η συγκίνηση της στιγμής, όταν κάποιοι άνθρωποι συγκεφαλαιώνουν την αντιστροφή της διαδρομής τους από την απελπισία της εξάρτησης και του εγκλεισμού στη διέξοδο της αξιοπρέπειας: του αυτοπροσδιορισμού εκείνου που είναι εφικτός στον καθένα ενεργό πολίτη.

Δύο - τρεις εν τω μεταξύ κρύβουν σε μια παρένθεση την αγωνία: κάποιες εκκρεμότητες της προ-προηγούμενης ζωής απειλούν να τους οδηγήσουν πίσω στη φυλακή, σε συνθήκες που θα ωθούν πάλι στην παρανομία και στη σύριγγα. Υπάρχουν νομικές διέξοδοι για τους απεξαρτημένους, αλλά θα τις προσέξουν τα δικαστήρια;

Πολλοί αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και την αξιοπιστία των αποφοιτήσεων αυτών. Πρόκειται όμως πάντοτε για αμφισβητίες χωρίς άμεση γνώση, που ποτέ δεν έτυχε ή δεν θέλησαν να βρεθούν κοντά στις θεραπευτικές προσπάθειες και στους απεξαρτημένους. Τους λείπει ακόμη και η έμμεση γνώση: η αποτελεσματικότητα της στεγνής απεξάρτησης έχει αξιολογηθεί και τεκμηριωθεί. Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας έχει διερευνήσει την αποχή από τα ναρκωτικά και την επανένταξη, όπως εμφανίζονται πέντε χρόνια μετά την έναρξη της πορείας της απεξάρτησης. Η έρευνα (σε 551 άτομα), με διεθνή μεθοδολογική στήριξη, έχει δείξει ότι από την ηρωίνη απομακρύνθηκε το 11% όσων πέρασαν από τις θεραπευτικές διαδικασίες για τρεις μήνες, το 31% όσων παρέμειναν εκεί 3 με 9 μήνες, το 47% όσων παρέμειναν 9 με 12 μήνες και το 76% όσων συμπλήρωσαν έτος. Εντυπωσιακό είναι το εύρημα ότι στην περίοδο της χρήσης το 79% των εξαρτημένων είχε εμπλοκές (συλλήψεις, καταδίκες, φυλακίσεις) με το ποινικό σύστημα, ενώ μετά την απεξάρτηση οι εμπλοκές αυτές αφορούν μόνο το 27,3% των απεξαρτημένων (βλ. Δ. Αγραφιώτη - Ε. Καμπριάνη, Αρθρο, «Εξαρτήσεις», 2002, 13-43).

Η έρευνα αλλά και οι άμεσες εμπειρίες πολλών πολιτών, μαρτυρούν ότι όσοι κατορθώνουν να μείνουν αρκετά (τρία, πέντε) χρόνια μακριά από τα ναρκωτικά δεν επιστρέφουν στην παλιά έξη. Η υγεία τους έχει εν τω μεταξύ δυναμώσει, η κοινωνική τους ζωή έχει γίνει ενδιαφέρουσα. Γνωρίζουν να διαχειρίζονται τις όποιες ψυχικές ή κοινωνικές εντάσεις τους χωρίς να προσφεύγουν σε σύριγγες και σιρόπια. Ο χαρακτηρισμός της εξάρτησης από ναρκωτικά ως «χρόνιας υποτροπιάζουσας νόσου» είναι απλώς η ετικέτα που πασχίζει να σκεπάσει προκαταβολικά τις αποτυχίες των προσεγγίσεων εκείνων που με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν σε υποτροπές.

Κάποιοι αντιτάσσουν ότι οι επιτυχίες των στεγνών προγραμμάτων (ΚΕΘΕΑ, 18 Ανω, «Αργώ» της Θεσσαλονίκης) αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό, αν συγκριθούν με τον αριθμό των εξαρτημένων ή με τους φοβερούς αριθμούς που δημοσιοποίησε το συντονιστικό όργανο της Διώξης στη χώρα μας. Θυμίζω ότι κατά το έτος 2005 διαπιστώθηκε αύξηση των θανάτων από ναρκωτικά σε σχέση με το 2004 κατά 13,53% (βλ. ημερήσιο Τύπο, 22/12/2006). Η κάμψη που είχε παρατηρηθεί αμέσως προηγουμένως συνδεόταν προφανώς με την πρόσκαιρη ελάττωση της ροής ηρωίνης από την Ανατολή, ήταν δηλαδή συγκυριακή.

Το καλό νέο της απεξάρτησης, ωστόσο, δεν σχετικοποιείται με αναγωγές στον μεγάλο αριθμό των εξαρτημένων στη χώρα μας. Ποιος θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι η σωτηρία ζωής και ενός μόνο ανθρώπου, π.χ. με μια εγχείρηση, έχει μικρή σημασία επειδή από την ίδια πάθηση πολλοί άλλοι συνεχίζουν να πεθαίνουν; Τα οφέλη άλλωστε της απεξάρτησης δεν είναι μόνο ατομικά, αλλά και οικογενειακά και ευρύτερα κοινωνικά.

Η αυταρχική πρόταση για την αντιμετώπιση των ναρκωτικών έριχνε όλο το βάρος στην ποινική καταστολή. Η νεοφιλελεύθερη πρόταση αποφεύγει αυτήν την ακρότητα, αλλά μόνον αυτή: κατά τα λοιπά αναπαράγει και εκμεταλλεύεται τα αδιέξοδα. Καθένας είναι ελεύθερος να καταναλώνει όποια ουσία θέλει, δέχεται η αγορά, αλλά είναι προσωπική του υπόθεση επίσης να αποτοξινωθεί με τις (ατομικές-οικονομικές) δυνάμεις του, αγοράζοντας κλινικές υπηρεσίες ή χημικά προϊόντα.

Η νεοφιλελεύθερη αυτή θεώρηση σωρεύει δύο πλάνες: σύμφωνα με την πρώτη, η προσφυγή στα ναρκωτικά είναι δήθεν μια τελείως ατομικά προσδιορισμένη επιλογή. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πολίτης είναι υπεύθυνος για τη χρήση, αλλά όχι μόνο ο ίδιος, καθώς στις επιλογές του συμβάλλουν διάφορες οικογενειακές δυσλειτουργίες και κοινωνικοί αποκλεισμοί. Δεύτερο ψεύδος είναι ότι ο εξαρτημένος μπορεί επίσης μόνος του, χάρη σε αγοραίες πανάκειες, να απεξαρτηθεί. Στην πραγματικότητα η θεραπεία και η κοινωνική επανένταξη δεν είναι μοναχικές πορείες, αλλά διαντιδράσεις: προϋποθέτουν υποδοχή, οικογενειακή στήριξη, συντροφικότητες, θαλπωρή που δεν πωλείται. Με τεχνικούς όρους: η κοινωνική επανένανταξη δεν είναι επακόλουθο ή «μεταθεραπευτική φροντίδα», αλλά αναγκαίο μέρος της θεραπείας.

Το χριστουγεννιάτικο μήνυμα της απεξάρτησης είναι χαρμόσυνο. Μας γνωστοποιεί ότι συνάνθρωποί μας ξέφυγαν από πορείες θλιβερές. Μας θυμίζει επίσης ότι αυτό κατακτήθηκε με προσπάθειες ατομικές και οικογενειακές, με κοινωνική αλληλεγγύη και αγάπη. Ας το ακούσουμε.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ, πρώην πρόεδρος του ΚΕΘΕΑ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι