Η ευθύνη του δημοσιογράφου

Roger Cohen, The New York Times, Καθημερινή, 19/07/2009

Λίγο μετά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μεγάλος Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ έδωσε μία διάλεξη στο Μόναχο με θέμα τη δημοσιογραφία. «Δεν συνειδητοποιούν όλοι», είπε ο Βέμπερ στους φοιτητές του, «ότι το να γράψεις ένα καλό δημοσιογραφικό κομμάτι είναι τουλάχιστον τόσο απαιτητικό πνευματικά, όσο η συγγραφή μιας μελέτης από έναν ερευνητή. Και αυτό γιατί πρέπει να γραφτεί επί τόπου και να έχει άμεση επίδραση, παρόλο που δημιουργείται κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες απ’ ό, τι μία ακαδημαϊκή έρευνα. Γενικότερα, αγνοείται ότι η ευθύνη ενός δημοσιογράφου είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του ακαδημαϊκού».

Η δημοσιογραφία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Στις μέρες μας συνηθίζεται να δυσφημούνται και όχι να επαινούνται τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Στο χάος των συνεχών κραυγών της πολιτικής αντιπαράθεσης, και στις εξίσου συχνές τυμπανοκρουσίες περί του επικείμενου θανάτου του Τύπου, μία βασική αλήθεια χάνεται: το να είσαι δημοσιογράφος σημαίνει να είσαι μάρτυρας των γεγονότων. Ολα τα υπόλοιπα είναι διακοσμητικά.

Το να είσαι μάρτυρας σημαίνει να βρίσκεσαι εκεί - και αυτό κοστίζει. Καμία διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης δεν μπορεί να σου μεταδώσει τη μυρωδιά ενός εγκλήματος, την ένταση στον αέρα ή τον ήχο μιας κραυγής. Καμία ιστοσελίδα δεν μιλά για την ερημωμένη πόλη το σούρουπο, ούτε αναφέρεται γλαφυρά σε φωνές μέσα στη νύχτα. Κανένα θαύμα της τεχνολογίας δεν μπορεί να αποδώσει τη γεύση του φόβου. Κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να απαθανατίσει την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την έκρηξη της αδρεναλίνης ή το σημάδι από ένα μαστίγιο.

Πρέπει να ομολογήσω ότι η πρόσφατη εμπειρία του Ιράν με άφησε ενεό. Εχω αρχίσει πια να σκέφτομαι περί της ευθύνης του να είσαι μάρτυρας. Μπορεί να είναι μοναχική η δημοσιογραφική δουλειά, αλλά δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Ενα κομμάτι μου βρίσκεται πίσω στην Τεχεράνη, ανάμεσα στην Ενκουελάμπ (Επανάσταση) και την Αζαντι (Δημοκρατία). Είδα τους Ιρανούς να εξεγείρονται για να επανακτήσουν τις ψήφους τους και να διαμαρτυρηθούν για την παραβίαση του Συντάγματός τους.

Εμείς οι δημοσιογράφοι πρέπει να προχωράμε μπροστά. Τις περισσότερες φορές, σαν ακόρεστοι παρατηρητές, το κάνουμε. Αλλά μία φορά στα δέκα χρόνια περίπου, γινόμαστε ευάλωτοι, σαν ερωτευμένοι, και το θέμα μας παίρνει την εκδίκησή του, αλλάζοντας τη σειρά των πραγμάτων, αρνούμενο να μας αφήσει σε ησυχία.

Το Ιρανικό Σύνταγμα λέει ότι ο πρόεδρος εκλέγεται «με την άμεση ψήφο του λαού» και όχι από επικλήσεις στη θέληση του Θεού. Ο αρχηγός της επανάστασης του 1979, Αγιατολάχ Ρουολά Χομεϊνί, είπε το 1978 ότι «Η μελλοντική μας κοινωνία θα είναι μία ελεύθερη κοινωνία και όλα τα στοιχεία καταπίεσης, σκληρότητας και βίας θα έχουν καταστραφεί». Πλέον το καθεστώς έχει αποδυναμωθεί από τη στυγερότητα του ψέματός του, και διατηρείται μόνο μέσω της βίας.

Ημουν από τους τελευταίους Δυτικούς δημοσιογράφους που έφυγαν από την πόλη. Αγνοώντας την ανάκληση της δημοσιογραφικής μου ταυτότητας, συνέχισα όσο περισσότερο μπορούσα. Ολο μου το είναι επαναστατούσε εναντίον της κλίκας γύρω από τον πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, του οποίου η περίοδος διακυβέρνησης αποσταθεροποίησε τους θεσμούς της επανάστασης, και έχει έναν ξεκάθαρο στόχο: κανένας αυτόπτης μάρτυρας του εγκλήματος.

Προφανώς οι Ιρανοί έχουν γίνει μάρτυρες -μέσω φωτογραφιών και βίντεο από κινητά τηλέφωνα και μέσω διάφορων ιστοσελίδων- και έτσι συγκέντρωσαν ένα άσβεστο παγκόσμιο κατηγορητήριο για τους σφετεριστές της 12ης Ιουνίου. Ποτέ ξανά δεν θα μπορέσει ο Αχμαντινετζάντ να κάνει λόγο για δικαιοσύνη χωρίς να εκτίθεται από το Φαινόμενο Νέντα - το κενό βλέμμα, και το αίμα στο πρόσωπο της Νέντα Αγκχα Σολτάν.

Η τραγωδία του Ιράν συντρίβει τους ανθρώπους. Ηταν αβάσταχτο να φύγω, και συνεχίζει να είναι. Εικόνες πολλαπλασιάζονται στο Ιντερνετ, αλλά τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, πειθαρχημένα και αναγκασμένα να φιλτράρουν, λείπουν.

Ακόμα, ο κόσμος παρακολουθεί. Καθώς εμείς, οι Αμερικανοί γιορτάζουμε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ας σταθούμε στο πλάι του Ιράν ενθυμούμενοι την πρώτη δημοκρατική επανάσταση στην Ασία. Ξεκίνησε το 1905 στο Ιράν, καθοδηγούμενη από το αίτημα για εξασφάλιση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και ενός Συντάγματος από τη δυναστεία Καζάρ.

Τώρα, μετά από 104 χρόνια, οι Ιρανοί απαιτούν τον σεβασμό του Συντάγματος στην Ισλαμική δημοκρατία, καθώς και μία κυβέρνηση στην οποία να μπορούν να βασιστούν. Δεν θα τους επιβάλλουν τη σιωπή. Η βάση του καθεστώτος έχει μικρύνει δραματικά, ενώ οι εσωτερικές διαμάχες αυξάνονται συνεχώς.

Ενας διακεκριμένος Ιρανός λόγιος, ο Φαριντέ Φάρχι, μου έγραψε το εξής: «Κλαίω και αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να το κάνουμε αυτό στους εαυτούς μας συνεχώς. Αλλά έχω ελπίδες, ίσως για καθαρά εγωιστικούς λόγους - επειδή δεν θέλω να κλαίω όλη την ώρα, αλλά και λόγω της ενέργειας που περιγράφεις. Εχουμε ένα ρητό στα περσικά, ότι λόγω ιστορικής εμπειρίας, το Ιράν τελικώς δαμάζει τους εισβολείς». Αυτό με μετέφερε στην πλατεία Φερντόιοσι στις 18 Ιουνίου, όπου μία γυναίκα μου είπε με φοβερό πάθος: «Αυτή η χώρα είναι η δική μου χώρα». Αποκάλεσε τον Αχμαντινετζάντ «το φωτοστέφανο χωρίς φως» - ένα στίχο από τον ύμνο του Ιράν που απαιτεί τη χώρα του πίσω, το Ιράν που συνεχίζει να λέει «Οχι» ανυψώνοντας την αλύγιστη επωδό του μέσα στη νύχτα.

Από μακριά το ακούω, και αυτή η απόσταση μοιάζει σαν προδοσία αυτών των γενναίων φωνών, και της «πραγματικής ευθύνης» ενός δημοσιογράφου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι