Το ΝΑΙ στην πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι η απάντηση της Αριστεράς

15/06/2005

Πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ του ΣΥΝ με θέμα «Το ΝΑΙ στην πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι η απάντηση της Αριστεράς».

Την εκδήλωση άνοιξε ο Στέφανος Μπαγεώργος (μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ) ο οποίος αναφέρθηκε στην ανάγκη διαλόγου ανάμεσα στις ευρύτερες δυνάμεις της αριστεράς για το μέλλον της Ευρώπης, σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης εναλλακτικού σχεδίου για την πολιτική ενοποίησή της. Εξάλλου, μιλώντας για τις τρέχουσες εξελίξεις στον ΣΥΝ και ιδιαίτερα στη συνδιάσκεψη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση τόνισε: «Η Ανανεωτική Συσπείρωση είναι διατεθειμένη να συμβάλλει στην αναζήτηση συνθέσεων στην πολιτική του ΣΥΝ για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Δεν συμφωνούμε με την διαφαινόμενη υποβάθμιση της αυτοδιοικητικής συνδιάσκεψης σε απλή σύσκεψη στελεχών χωρίς αποφάσεις».

Στην εισήγησή του Μιχάλη Παπαγιαννάκη (μέλους της ΠΓ του ΣΥΝ), μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται τα εξής: «Είναι ανάγκη να αρχίσει μια ορθολογική διερεύνηση της ‘’επόμενης μέρας’’, κάτι που κατά γενική συμφωνία επείγει πριν να καταλήξουν οι πολιτικές ηγεσίες των 25 σε αποφάσεις που θα επιφέρουν νέες καθυστερήσεις ή και ακύρωση της πορείας της πολιτικής ενοποίησης. Το ΟΧΙ μας είπαν, σημαίνει νέα και καλύτερη διαπραγμάτευση. Μακάρι, αν και ούτε νέα φαίνεται να γίνεται δεκτή από τους 25, ούτε καλύτερη θα μπορούσε, τώρα τουλάχιστον, να είναι. Στην καλύτερη περίπτωση, ακολουθεί μια μακρά περίοδος στασιμότητας και πολιτικής παράλυσης με απλή και άψυχη εφαρμογή της ελάχιστα λειτουργικής Συνθήκης της Νίκαιας. Ο εξελισσόμενος ενταφιασμός του Συντάγματος δεν αφήνει σχεδόν καμία δυνατότητα νέου σχεδίου για πολλά χρόνια. Στο μεταξύ πόσο η σημερινή ΕΕ θα ανταποκρίνεται στις διεθνείς προοπτικές που εξελίσσονται ραγδαία; Αυτή τη συζήτηση την οφείλουν στους πολίτες οι υποστηρικτές του ΟΧΙ. Αυτή τη συζήτηση οφείλουν επίσης να την κάνουν όλοι όσοι συμφωνούν στο στόχο της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, ανεξάρτητα από τη στάση που τήρησαν για το κείμενο της συγκεκριμένης Συνθήκης».

Ο Σπύρος Δανέλλης (Δήμαρχος Χερσονήσου) τόνισε ότι: «Οι αρνητές της ευρωπαϊκής ιδέας, οι οπαδοί του αγγλοσαξωνικού φιλελευθερισμού, οι εθνικιστές ξενοφοβικοί, οι ακροδεξιοί ρατσιστές βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο μοιραζόμενοι τη νίκη που πέτυχαν κατά της πρώτης ουσιαστικής, έστω δειλής και σίγουρα ατελούς προσπάθειας, θεσμοθέτησης ενός κοινού συνταγματικού καταστατικού χάρτη με τους προοδευτικούς ευρωαπαιτητικούς και τους αριστερούς φοβικούς της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι ουτοπικά πίστεψαν ότι με το «όχι» θα ωθούσαν την Ευρώπη σε ένα νέο ξεκίνημα με περισσότερο κοινωνικό πρόσωπο. Στο όνομα της απόρριψης του νεοφιλελευθερισμού και της προσέγγισης στον ατλαντισμό, αποδυναμώνεται ο γαλλογερμανικός άξονας, ενώ αντίθετα ενδυναμώνεται ανέλπιστα η βρετανική προεδρία στη διατυπωμένη της επιδίωξη για περαιτέρω φιλελεύθερη στροφή της Ε.Ε.»

Ο Δημήτρης Γιατζόγλου, (πανεπιστημιακός), μεταξύ άλλων είπε: «Ένα ζήτημα, το οποίο μας ταλαιπωρεί και διαρκώς ανακυκλώνεται, είναι αυτό της αυθαίρετης διαίρεσής μας σε ριζοσπάστες και μεταρρυθμιστές. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διχοτομία μεταξύ μεταρρυθμισμού και ριζοσπαστισμού είναι ψευδώνυμη. Υποκρύπτει την αδυναμία εκείνου του ριζοσπαστισμού που αδυνατεί να μεταφραστεί σε ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και επομένως είναι αναπόδεικτος. Συγκαλύπτει ταυτόχρονα την ανεπάρκεια ενός αριστερού μεταρρυθμισμού των μικροδιευθετήσεων που αδυνατεί να πείσει ότι το πρόγραμμά του εντάσσεται σε έναν ιδεολογικό, αξιακό και στρατηγικό ορίζοντα, εναλλακτικό ως προς αυτόν του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Το ζητούμενο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της Ευρωπαϊκής κρίσης, είναι η αποκατάσταση του αυτονόητου δεσμού μεταξύ των δύο πλευρών σ’ ένα νέο Πολιτικό Σχέδιο.

Ο Δημήτρης Χατζησωκράτης (μέλος της ΠΓ του ΣΥΝ) μεταξύ άλλων είπε: «Μια ημέρα πριν το πρώτο Συμβούλιο Κορυφής μετά το γαλλο-ολλανδικό ΟΧΙ είναι διάχυτη η αδυναμία ηγετών κρατών μελών αλλά και μεγάλων πολιτικών ευρωπαϊκών κομμάτων να αρθρώσουν μια πρόταση διεξόδου από την κρίση.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ευρωκοινοβούλιο δεν μπόρεσε να εκδώσει, πριν το Συμβούλιο, σχετικό ψήφισμα!

Το ζήτημα δεν είναι να διαγνώσουμε την ακριβή κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου του Σχεδίου Συνθήκης. Το ζήτημα, για εμάς, είναι οι πολιτικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς να διαμορφώσουν ένα Πολιτικό Σχέδιο. Σε αυτό δεν πρέπει να περιλαμβάνεται μόνο το «τι Ευρώπη θέλουμε» αλλά κυρίως το ΠΩΣ, και κυρίως με ΠΟΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ θα βαδίσουμε μαζί τα επόμενα χρόνια για την πραγμάτωσή του. Γι αυτό επιμένουμε, ως ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ, να αναλάβει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πρωτοβουλία ώστε να προωθηθεί πρόταση για πανευρωπαϊκό συντονισμό, μέσω των αντίστοιχων κομμάτων και ομάδων του Ευρωκοινοβουλίου, της Αριστεράς, των Πράσινων και των Σοσιαλιστών.

Με την έννοια αυτή θεωρούμε ότι η πρόταση που απηύθυνε προ ημερών ο Γ. Παπανδρέου δεν μπορεί να έχει αποδέκτη τον ΣΥΝ αλλά τους ομολόγους του στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ώστε να μπορέσει να διαμορφωθεί ένα κλίμα, κατ΄αρχήν, συνεννόησης στο ευρωπαϊκό επίπεδο για μια τέτοια πρωτοβουλία».

Ο Βασίλης Ζουναλής επεσήμανε: «Το διπλό Όχι των πολιτών δυο ιδρυτικών μελών της Ε.Ε. σκόρπισε τις ελπίδες για μια «εκ των άνω» συνταγματική θεσμοθέτηση της Ε.Ε. Οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι αυτό το Ευρωσύνταγμα είναι νεκρό. Οφείλουμε, επίσης, να αποδεχθούμε ότι δεν χάθηκε απλώς μια ευκαιρία προώθησης της πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε. Χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία. Το σύνταγμα της Ε.Ε. δεν θα είναι πλέον υπόθεση του άμεσου μέλλοντος, αλλά υπόθεση μακράς διάρκειας. Από αυτή την άποψη το Όχι είναι ένα αμιγές όχι που εισπράχθηκε ασμένως από τους εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους της Ε.Ε. Πάντως, αν οι ηγέτες της Ε.Ε. τολμήσουν κάποια άμεσα και αποφασιστικά βήματα Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης, η οποία προϋποθέτει μεταξύ άλλων μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ε.Ε., μείωση της ανεργίας – ανισότητας – ανασφάλειας – οικολογικής υποβάθμισης και λοιπά συναφή, τότε το Όχι δεν θα μείνει στην ιστορία ως ένα στείρο όχι. Η ευρύτερη ευρωπαϊκή αριστερά οφείλει να βοηθήσει, με πολιτική συμμετοχή και με συγκεκριμένες προτάσεις, τους ευρωπαϊκούς λαούς και τους ηγέτες τους προς αυτή την κατεύθυνση».

Ο Θόδωρος Μαργαρίτης (μέλος της ΠΓ του ΣΥΝ) τόνισε: «Η βασική αδυναμία στην πολιτική του ΣΥΝ έγκειται στο γεγονός ότι η προώθηση της πλατφόρμας του ΟΧΙ δεν θα διευκολύνει την ισχυροποίηση του κόμματος. Καταρχήν γιατί ο κόσμος μας έχει πιο έντονες ευρωπαϊκές ευαισθησίες, και κατά δεύτερον γιατί η πιο σαφής γραμμή του ΟΧΙ, η πιο συνεπής έκφραση του ευρωσκεπτικισμού εξ αντικειμένου ενισχύει την πολιτική του ΚΚΕ. Με δυο λόγια ο ΣΥΝ παίζει σε ξένο γήπεδο. Σε ένα γήπεδο – ειδικά στην Ελλάδα – όπου επικοινωνιακά κυριαρχεί ο αντι-ευρωπαϊσμός της δογματικής αριστεράς».


Δημοσιεύουμε τα πλήρη κείμενα των εισηγήσεων:

Για την μετά «ΌΧΙ» Ευρωπαϊκή πραγματικότητα

του Σπύρου Δανέλλη

Σήμερα πλέον, μετά τα δύο Δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία, μάλλον πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ένα από τα πιο πρωτότυπα πολιτικά εγχειρήματα της παγκόσμιας Νεώτερης Ιστορίας, εκείνο της δημιουργίας Πολυεθνικού – Υπερεθνικού Συνταγματικού Δικαίου, δεν τελεσφόρησε.

Δε γεννάται αμφιβολία πως αυτό δε σημαίνει το τέλος του κόσμου. Άλλο τόσο όμως βέβαιο είναι πως τίποτε στην Ένωση δεν είναι όπως χθες.

Η αισιόδοξη θεώρηση λέει, πως από την ίδρυση της, η Ε.Ε., μετά από κρίσεις αντλεί τη δυναμική της εξέλιξη της . Όμως η σημερινή κρίση κατά κοινή ομολογία, είναι η μεγαλύτερη της Ιστορίας της και φαίνεται πως είναι κρίση εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων πολιτών προς την Ένωση και τα πράγματα γίνονται πιο ανησυχητικά γιατί δεν υπάρχει σχέδιο ,πρόταση διεξόδου.

Έτυχε την επαύριο του δημοψηφίσματος στην Ολλανδία, να έχω την ευκαιρία να συνομιλώ με τον Romano Prodi που παραθέριζε στη Χερσόνησο. Εμφανώς σοκαρισμένος για τα μεγάλα ποσοστά άρνησης και τις υψηλότατες συμμετοχές, έλεγε και ξανάλεγε πως τη νέα σελίδα σφραγίζει η έλλειψη νομιμοποίησης από τους Ευρωπαίους πολίτες που βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν τους πολλαπλούς φόβους τους με το «ΟΧΙ».

Ενιαίος αλλά πολυαφετηριακός τρόπος έκφρασης. Ένα γνήσιο ,πολύχρωμο, γεμάτο αντιθέσεις πάτσγουορκ.

Σε τι άραγε ποσοστό του «ΌΧΙ», εκεί που έγιναν δημοψηφίσματα αλλά κι εδώ, που σχετικές δημοσκοπήσεις έδωσαν το «ΟΧΙ» να πλειοψηφεί, ανταποκρίνεται σε συνειδητή και μετά γνώσης άρνηση του διακυβεύματος ; ;

Έχει, δηλαδή σχέση, με την απόρριψη του κειμένου των διατάξεων της συνταγματικής συνθήκης ; ;

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι είναι ελάχιστο.

Οι λόγοι που ώθησαν τους λαούς της Ευρώπης στην δημιουργία της Ένωσης, η διασφάλιση και η μακροημέρευση της ειρήνης, ο αποκλεισμός ενός Τρίτου πολέμου, η δημιουργία όρων διευκόλυνσης και προώθησης των συναλλαγών που θα εξασφάλιζαν ευημερία, δεν αποτελούν πλέον οραματικούς στόχους.

Ο χαμηλός βαθμός ικανοποίησης των Ευρωπαίων πολιτών από το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ώθησαν τόσο εύκολα σε συστοίχιση κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, τόσο ετερόκλητες και αποκλίνουσες.

Τώρα και χρόνια, κάθε κυβέρνηση στη λήψη κάθε δύσκολής και αντιδημοφιλούς απόφασης, που απαιτούσε αναπροσαρμογές και μετακινήσεις από συνήθειες και κεκτημένα, επικαλούνταν την υποχρέωση συμμόρφωσης μας στις « πολιτικές των Βρυξελλών» λες και οι πολιτικές αυτές λαμβάνονταν- λαμβάνονται ερήμην των κυβερνήσεων των χωρών μελών. Το «Διευθυντήριο» που μας δυναστεύει δεν είναι εκτός και υπεράνω.

Η άφρον αυτή τακτική, δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, ας σημειωθεί.

Η επιλογή της διεύρυνσης προς τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης που επισπεύσθηκε για λόγους πολιτικής υστεροβουλίας , μειώνοντας τις προϋποθέσεις και αφήνοντας σε καθυστέρηση την προώθηση της ουσιαστικής εμβάθυνσης, διέψευσε προσδοκίες και δημιούργησε προβλήματα.

Οι Γάλλοι βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν την δυσαρέσκεια τους για την κοινωνική και οικονομική πολιτική της κυβέρνησης τους, να εκφράσουν την ανασφάλεια τους προς την συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, εμπρός στο φάντασμα της ανεργίας και την ολοένα αυξανόμενη ξενοφοβία(ο Πολωνός υδραυλικός ήταν παντού) .

Αντιθέτως οι Ολλανδοί, θεώρησαν πως με το «ΟΧΙ» διατύπωναν την άρνηση τους να χρηματοδοτούν την επίτευξη της σύγκλισης και συνοχής επιδοτώντας τις καθυστερήσεις των φτωχών εταίρων. Στην καλύτερη , δε, περίπτωση εξέφρασαν το φόβο και την αντίθεση τους στη κατάργηση φιλελεύθερων πολιτικών που διαφοροποιούν την Ολλανδική κοινωνία σε τομείς κοινωνικής ανοχής από την λοιπή ευρωπαϊκή οικογένεια.

Και οι δύο βρήκαν την ευκαιρία να λιθοβολήσουν την «επαπειλούμενη» ένταξη της Τουρκίας και να διαφοροποιηθούν από τις πολιτικές τους ηγεσίες κυβερνητικές και μη.

Η τεράστια αναντιστοιχία μεταξύ της έκφρασης της βούλησης των μελών των κοινοβουλίων των δύο χωρών (με περίπου 90% ναι) και της κατά 60% περίπου άρνησης των ψηφοφόρων δημιουργεί μείζον ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης και αντιπροσωπευτικότητας. Πρόβλημα πρωτοφανές που δείχνει βαθύτατη πολιτική κρίση, που σίγουρα δεν οφείλεται στο Ευρωσύνταγμα, όπως επίσης φαίνεται σαφές πως όλοι οι παραπάνω λόγοι που οδήγησαν τις πλειοψηφίες των δύο λαών στο «όχι», καμία σχέση με αυτό είχαν.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα αυτά εκφράστηκαν από μια αντιφατικότητα και πρωτοφανώς πολυσυλλεκτική συμμαχία που κατά πολύ ξεπέρασε τις συνήθεις συναντήσεις των άκρων.

Έτσι οι αρνητές της ευρωπαϊκής ιδέας, οι οπαδοί του αγγλοσαξωνικού φιλελευθερισμού, οι εθνικιστές ξενοφοβικοί, οι ακροδεξιοί ρατσιστές βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο μοιραζόμενοι τη νίκη που πέτυχαν κατά της πρώτης ουσιαστικής, έστω δειλής και σίγουρα ατελούς προσπάθειας, θεσμοθέτησης ενός κοινού συνταγματικού καταστατικού χάρτη με τους προοδευτικούς ευρωαπαιτητικούς και τους αριστερούς φοβικούς της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι ουτοπικά πίστεψαν ότι με το «όχι» θα ωθούσαν την Ευρώπη σε ένα νέο ξεκίνημα με περισσότερο κοινωνικό πρόσωπο.

Στο όνομα της απόρριψης του νεοφιλελευθερισμού και της προσέγγισης στον ατλαντισμό, αποδυναμώνεται ο γαλλογερμανικός άξονας, ενώ αντίθετα ενδυναμώνεται ανέλπιστα η βρετανική προεδρία στη διατυπωμένη της επιδίωξη για περαιτέρω φιλελεύθερη στροφή της Ε.Ε. και εγκατάλειψης κάθε έννοιας αλληλεγγύης, αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο του επιδιωκόμενου.

Θρίαμβος του μαξιμαλισμού, στο όνομα του φαντασιακού τόπου της «άλλης Ευρώπης» απορρίπτουμε τη μόνη εφικτή βελτίωση. Μόνο που οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί για την

«πτώση της Βαστίλλης» έκρυψαν προς στιγμή τη σκληρή πραγματικότητα. Το ότι δηλαδή από τις εξελίξεις αυτές διευκολύνονται αντικειμενικά τα σχέδια για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Και πριν σπεύσουμε να δηλώσουμε διαθεσιμότητα για το σκληρό πυρήνα θα θυμηθώ μια φράση της γιαγιάς μου. «Δε φθάνει η θέληση παιδί μου, είναι και η μπόρεση αναγκαία», και οι αδύνατοι στη σημερινή συγκυρία δεν είναι μόνο οι νέοι φτωχοί συγγενείς, ή οι μελλοντικοί βαλκάνιοι, μα και οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας με πρώτους εμάς, που ούτως ή άλλως δεν είμαστε και στα καλύτερά μας. Σήμερα, στη «μετά όχι» ευρωπαϊκή πραγματικότητα η …. «ευρωαναφερόμενη αριστερά» - άρα και ο ΣΥΝ υποθέτω - οφείλει ως ελάχιστο να απομακρυνθεί από τις περιοχές του ευρωσκεπτικισμού, παίρνοντας πρωτοβουλίες για την επαναφορά της πολιτικής και την αφύπνιση των ευρωπαίων πολιτών. Ας αποδειχθεί τουλάχιστον ότι και στην περίπτωση της εξέγερσης κατά του ευρωσυντάγματος έχει εφαρμογή το «ουδέν κακό αμιγές καλού»

Επί του πιεστηρίου: για την Ελλάδα οι πρώτες αρνητικές επιπτώσεις είναι η μείωση των δαπανών από το 1,14% (πρόταση της Commission) στο 1,06% του κοινοτικού ΑΕΠ (συμβιβαστική πρόταση της προεδρίας του Λουξεμβούργου στο συμβούλιο ΥΠ.ΕΞ.) αν όχι στο 1% που επιμένουν οι «6». Που σημαίνει μειωμένη πίτα για πολύ περισσότερα μάλιστα στόματα. Όσο για τα ελληνοτουρκικά, ο εκνευρισμός της Τουρκίας είναι πρόδηλος. Και η προοπτική ειδικών σχέσεων την απαλλάσσει από υποχρεώσεις, ενώ την αβαντάρει σε παροχές και δικαιώματα

____________
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ Ή ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ, Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΕΥΘΥΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΙΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ
του Δημήτρη Γιατζόγλου


Η πολιτική αντιπαράθεση που ξέσπασε στην Ευρώπη με αφορμή την κύρωση της Συνταγματικής Συνθήκης προκάλεσε μια εξυγιαντική «δημοκρατική ένταση». Τροφοδότησε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ένα έντονο, πλούσιο, βαθύ πολιτικό διάλογο. Ο δημόσιος χώρος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς όλων των ιστορικών εκφράσεων και ιδεολογικών αποχρώσεων υπήρξε ο προνομιακός τόπος αυτής της αντιπαράθεσης. Στην οποία αναγκάστηκαν να εμπλακούν και οι συντηρητικές δυνάμεις, αμήχανα και ανόρεχτα.

Το ιστορικό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης πολιτικοποιήθηκε έντονα και κοινωνικοποιήθηκε απροσδόκητα. Και αυτό το τελευταίο είναι ένα νέο στοιχείο στην πολυσύνθετη και αντιφατική αυτή διαδικασία.

Εδώ, στα καθ’ ημάς, τα πράγματα βεβαίως είναι αλλιώς. Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, με κοινό παρονομαστή ένα γκρίζο κομφορμισμό ως προς τα Ευρωπαϊκά, δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να υποκινήσουν ένα διάλογο. Από τους εγχώριους θιασώτες της αποδόμησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο όνομα των εργαζομένων και του σοσιαλισμού δεν μπορούσε κανείς να περιμένει τίποτε περισσότερο από την επανάληψη των γνωστών στερεοτύπων, από τις απόλυτες βεβαιότητες των παράκλητων της σιδερένιας ιστορικής νομοτέλειας. Και δεν μας διέψευσαν.

Απέμεινε ο ΣΥΝ και ο ευρύτερος χώρος της Ανανεωτικής Αριστεράς. Εδώ ευτυχώς, χάρη σε μια παράδοση και κουλτούρα αριστερού ευρωπαϊσμού, διεξήχθη και διεξάγεται ένας διάλογος ζωντανός και ενδιαφέρων. Μια συζήτηση στην οποία οι εμπλεκόμενοι συμμετέχουν με το μυαλό και με την καρδιά τους.

Παρακολούθησα ευσυνείδητα και επιμελώς την αντιπαράθεση και το διάλογο, ως ένας αριστερός του πολιτικού περιθωρίου. Με το πλεονέκτημα της απόστασης και της μη εμπλοκής σε σκοπιμότητες που προκύπτουν αναπόφευκτα από τους όρους μιας ευρύτερης πολιτικής διαπάλης, αλλά και μέσα στα όρια και τους περιορισμούς που θέτει ο ακαδημαϊσμός της μη συμμετοχής.

Έθεσα βεβαίως εν τέλει, ως πραγματιστής, στον εαυτό μου το υποθετικό ερώτημα ποια θα ήταν η στάση μου μπροστά στην κάλπη ενός δημοψηφίσματος. Και η απάντηση που δίνω είναι ότι, κοντολογίς, θα ήταν η στάση ενός σκεπτικιστή του ΝΑΙ.

Του ΝΑΙ, επειδή αναγνωρίζομαι πολιτικά σε πολλές πλευρές της επιχειρηματολογίας των σημερινών συνομιλητών μου, ιδίως ως προς τις άμεσες συνέπειες των δύο επιλογών. Επειδή επίσης, παρά την πολιτική δραστικότητα, την ιδεολογική επιθετικότητα και την κοινωνική ανταπόκριση που χαρακτηρίζουν την επιλογή του ΟΧΙ, θεωρώ ότι η πολιτική λογική της αριστερής υποστήριξής του, κινδυνεύει -ανεξάρτητα από προθέσεις- να εγγραφεί σ’ έναν στρατηγικό ορίζοντα ξένο προς αυτόν της Ανανεωτικής Αριστεράς. Επειδή τέλος, όσο κι αν φαίνεται παραδοξολογία, επειδή η στρατηγική σαφήνεια και σταθερότητα της επιλογής του αριστερού ΝΑΙ μπορεί να ενσωματώσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα και παραγωγικότερα τις θετικές όψεις της επιλογής του ΟΧΙ και την κοινωνική δυναμική που παρήγαγε.

Το ΝΑΙ μου ωστόσο συνοδεύεται και σημαδεύεται από ισχυρές επιφυλάξεις, από ερωτηματικά και απορίες, από τη διάθεση μιας κριτικής αποτίμησης για το πόσο δημιουργικά και αποτελεσματικά διαχειρίστηκε η Ευρωπαϊκή Αριστερά τον Ευρωπαϊσμό της.

Δεν μπορώ να ταυτιστώ με την αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι το ΟΧΙ στο Ευρωσύνταγμα προαναγγέλει την αντινεοφιλελεύθερη και αντικαπιταλιστική αφύπνιση των μαζών στην Ευρώπη. Ετσι κι αλλιώς –κοντός ψαλμός αλληλούϊα- αυτό θα επαληθευτεί ή θα διαψευστεί σύντομα σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, Αν και φοβάμαι ότι η τυχόν στασιμότητα των Αριστερών δυνάμεων (ριζοσπαστικών και μη) θα ερμηνευτεί και πάλι με τη θεωρία της φενακισμένης ψήφου.

Αισθάνομαι όμως ταυτόχρονα ότι το δικό μας ΝΑΙ υπήρξε αμυντικό, χρωματισμένο υπερβολικά από τη διαρκή επίκκληση των σημερινών δυσμενών συσχετισμών. Ότι η στρατηγική μας για την Ευρώπη, εδώ και χρόνια, δεν παράγει πρωτοβουλίες και γεγονότα. Ότι ο ιμπρεσιονισμός των αποχρώσεων της δικής μας κατάφασης, για να επικοινωνήσει με τους φόβους, τις ελπίδες και τις επιθυμίες των ευρωπαίων πολιτών, έχει ανάγκη από μερικούς αδρούς και ευκρινείς άξονες προοπτικής.

Ότι το δικό μας ευρωπαϊκό και ορθολογικό ΝΑΙ στο Ευρωσύνταγμα έχει βολευτεί μέσα στη βελούδινη αγκαλιά ενός νωθρού πολιτικού ρεαλισμού (για να παραφράσω ένα σχόλιο του Α. Πανταζόπουλου).

Επιλέγω λοιπόν στη σημερινή συζήτηση να μη υποστηρίξω τις όποιες βεβαιότητές μου για το ΝΑΙ, τα επιχειρήματα για την αυτονόητη και επείγουσα ανάγκη να προχωρήσει η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.

Επιλέγω αντίθετα να μορφοποιήσω και να διατυπώσω κάποια δικά μου ερωτήματα, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαμε να αναπροσανατολίσουμε το διάλογο πέρα από το ΝΑΙ και το ΟΧΙ.

Είναι πεποίθησή μου ότι η αντιπαράθεση του ΝΑΙ και του ΟΧΙ δεν πρέπει να πάρει το χαρακτήρα ενός ρήγματος μέσα στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Κάτι τέτοιο θα περιόριζε και το περιεχόμενο και τους στόχους του διαλόγου.

Και γι αυτό οφείλουμε όλοι να επιχειρήσουμε να αναδιατάξουμε τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν σε μια ορισμένη στιγμή. Να σκεφτούμε την επόμενη μέρα.

Δεν ξέρω αν η επόμενη μέρα θα είναι για την Ευρώπη μια ανοιξιάτικη ή μια χειμωνιάτικη μέρα. Μου φαίνεται πάντως μια δύσκολη μέρα, η οποία επανατοποθετεί για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Αριστεράς τα ερωτήματα και της απευθύνει μια πρόκληση : την πρόκληση της ηγεμονίας. Όπως ακριβώς συνέβη και το 1989.

Αυτό είναι ένα πρώτο σημείο που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε. Το σοκ του ’89 και το σημερινό σοκ μετά το «όχι» είναι για την Αριστερά, τηρουμένων των αναλογιών, δύο συγκλονισμοί ομόλογοι. Όπως τότε έτσι και σήμερα θέτουν για το σύνολο των δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Αριστεράς –ανεξαρτήτως ιστορικής προέλευσης και συμβατικών διαχωρισμών- το ζήτημα της κρίσης ταυτότητας που τις χαρακτηρίζει, το ζήτημα του προγραμματικού τους ελλείμματος και το ζήτημα των μεταξύ τους σχέσεων.

Για τους αριστερούς του ΟΧΙ, το δημοψήφισμα στη Γαλλία, επανέφερε το ενοχλητικό ζήτημα της αποτίμησης της σοσιαλδημοκρατίας και των σχέσεων της «Άλλης Αριστεράς» μαζί της. Είναι φανερό πως η εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αποτελεί ένα οιονεί νεοφιλελεύθερο συμπαγές, αποτελεί ένα κλισέ πολεμικής, ελάχιστα πρόσφορο για να ερμηνεύσουμε τα όρια, τις αντιφάσεις αλλά και τις δυνατότητες για την ανασύνθεσή της. Και ταυτόχρονα είναι πολιτικά αφελές να πιστέψουμε ότι, για παράδειγμα, η κρίση στους κόλπους του Γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος προαναγγέλει ένα ντόμινο ριζοσπαστικοποίησης της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας.

Θα ήταν επίσης μια ένδειξη νηφαλιότητας και διανοητικής εντιμότητας να αποδεχτούμε την προγραμματική αμηχανία όλων των συνιστωσών της Ευρωπαϊκής Αριστερά, η οποία επί της ουσίας αναδεικνύει ως μοναδικό σχεδόν στοιχείο αντιπαράθεσης με το νεοφιλελευθερισμό το ζήτημα του Κοινωνικού Κράτους, χωρίς μάλιστα να υποδεικνύει ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό, την ανανέωση και τον εμπλουτισμό του. Και -ειρήσθω εν παρόδω- καλό θα είναι να μη λησμονούμε ότι η όψιμη υπεράσπιση του Κοινωνικού Κράτους από τις δυνάμεις της ιστορικής Αριστεράς (αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής και μεταρρυθμιστικής) πέρα από τον αμυντικό χαρακτήρα της, έχει πίσω της μια όχι και τόσο μακρινή προϊστορία καταγγελίας του Κοινωνικού Κράτους ως επαίσχυντου συμβιβασμού του εργατικού κινήματος στη Δ. Ευρώπη, ως παγίδας η οποία χαλιναγωγούσε τον εγγενή ριζοσπαστισμό των μαζών.

Μετά το ’89 λοιπόν, σε μια δεύτερη συγκυρία κρίσης, τίθεται και πάλι το ζήτημα του διαλόγου, του προγραμματικού ανταγωνισμού, της ιδεολογικής ανασύνθεσης στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Όχι με όρους νεύρωσης ενός αδύναμου κυβερνητισμού. Με πριμοδότηση σε πρώτη φάση μιας «πολιτικής έντασης» έστω. Με εμμονή στην αυτονομία των συνιστωσών. Αλλά χωρίς να χάνουμε από το οπτικό πεδίο το πρόβλημα μιάς κοινής προοπτικής.

Ένα τέτοιο πεδίου διαλόγου είναι αυτό της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Και ιδού για το Δημόσιο χώρο της μη σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς ένας άξονας διαλόγου και πρωτοβουλιών : η επαναθεμελίωση του Ευρωπαϊσμού της, προγραμματικά, ιδεολογικά και πολιτικά.

Αυτό με φέρνει σ’ ένα δεύτερο σημείο, το οποίο θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να συζητήσουμε. Το πώς και το πόσο εντάσσεται ο Ευρωπαϊσμός του ΝΑΙ ή του ΟΧΙ σ’ ένα επαρκές προγραμματικό περίγραμμα.

Στην εποχή του Ευρωκομμουνισμού, ο Ευρωπαϊσμός ενσωματώθηκε ως θεμελιώδης άξονας στην πολιτική στρατηγική και στον ιδεολογικό ορίζοντα πολλών κομμουνιστικών κομμάτων. Τροφοδοτήθηκε και ανατροφοδότησε την αντίληψη του Δημοκρατικού Δρόμου για ένα σοσιαλισμό με δημοκρατία και Ελευθερία. Και για όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε και εξακολουθεί να είναι για την Ανανεωτική Αριστερά ένα σταθερό σημείο αναφοράς και ένα αδιαπραγμάτευτο όριο στις σχέσεις της με τα σταλινικά απολιθώματα κάθε απόχρωσης.

Σταδιακά όμως, πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα φανερό από τη δεκαετία του ’90 και μετά, καθώς δεν μπορεί να τροφοδοτηθεί από μια ταυτότητα που βρίσκεται σε κατάσταση αποδιάρθρωσης και από ένα πρόγραμμα που δε γεννά νέες ιδέες, ο ευρωπαϊσμός μας γίνεται όλο και πιο απολογητικός, η αδυναμία του να κοινωνικοποιηθεί τον στεγνώνει. Υιοθετεί έτσι πολλές φορές, για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Τ. Κατσαρού εύστοχη, παρά την υπερβολή της, το ρόλο του τραυματιοφορέα των επιλογών των κυρίαρχων συντηρητικών δυνάμεων. Και το πιο προβληματικό στοιχείο : από στρατηγικός άξονας ενός αρθρωμένου προγράμματος και μιας συνεκτικής στρατηγικής, ο Ευρωπαϊσμός της Ανανεωτικής Αριστεράς μετατρέπεται σ’ ένα γενικευμένο στρατηγικό υποκατάστατο για όλες τις χρήσεις και σε μια πατερναλιστική στάση απέναντι στην κοινωνία. Θα ήταν λοιπόν ενδιαφέρον και πολύ χρήσιμο να ξαναδούμε τον ευρωπαϊσμό μας, με αφετηρία την κρίση που προκύπτει από το ΟΧΙ. Ανοίγοντας όλη τη θεματολογία της στρατηγικής μας και σε διάλογο με εκείνη την προβληματική του ΟΧΙ που σπεύδει, έστω και διακυρηκτικά, να επαναβεβαιώσει τον φιλοευρωπαϊκό του χαρακτήρα.

Ενας τέτοιος προσανατολισμός πρέπει να ξεκινήσει από μια νηφάλια και τολμηρή εκτίμηση για το χαρακτήρα του ΟΧΙ. Και επ’ αυτού θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες σκέψεις, ιδιαίτερα για την περίπτωση της Γαλλίας.

Δεν αμφιβάλω ότι στο μέτωπο της απόρριψης αθροίστηκαν πολλά μικρά, ετερόκλητα και αντιφατικά όχι. Και δεν συμφωνώ με την άποψη που ερμηνεύει κυρίαρχα το ΟΧΙ με όρους ενός μεγαλειώδους κοινωνικού αυθόρμητου.

Το ΟΧΙ συνδιαμορφώθηκε από τη συγχώνευση της κοινωνικής εναντίωσης στον τρόπο που επιχειρείται η ευρωπαϊκή ενοποίηση, με διάφορες και αντιθετικές μεταξύ τους πολιτικές πλατφόρμες. Σύμφωνοι. Η κοινωνική διαμαρτυρία τροφοδοτήθηκε με ισχυρές δόσεις ακροδεξιού αλλά και αριστερού λαϊκισμού. Και πάλι σύμφωνοι.

Αλλά γιατί μας εκπλήσσει αυτό; Και γιατί το μεμφόμαστε;

Εμείς ξέρουμε ότι ποτέ στην ιστορία, τα λαϊκά στρώματα δεν προσεγγίζουν την πολιτική καθαρολογικά, αποκλειστικά μέσα από τους δρόμους του πολιτικού ορθολογισμού. Η τελική τους στάση και οι επιλογές τους διαμορφώνονται και μέσα από τις ανασφάλειες, τα πάθη και τις φοβίες τους. Έχουν ανάγκη από τη συγκίνηση και την προσδοκία που προσφέρουν οι διάφορες ιδεολογικές μυθολογίες. Και από τη συνάντηση με εναλλακτικές πολιτικές. Οι πολιτικές δυνάμεις του ΟΧΙ και κατά συντριπτικό ποσοστό εκείνες του «Αριστερού ΟΧΙ» κινητοποιήθηκαν, πολιτικοποίησαν την αντιπαράθεση, έδοσαν μάχη. Η στάση τους παρήγαγε πολιτικά αποτελέσματα, με πρώτο και σημαντικό την πρόκληση μιας πλατειάς δημοκρατικής συζήτησης. Ωστόσο αυτή η κινητοποίηση δεν αρκεί για να ερμηνεύσει το τελικό αποτέλεσμα. Ο βολονταρισμός τους «νίκησε» επειδή συναντήθηκε με μια υπαρκτή κοινωνική διαθεσιμότητα που θολά και αβέβαια έστω «έδειχνε» προς μια κατεύθυνση πέρα από ένα δημοσιοϋπαλληλικό ΝΑΙ.

Σε μια ιστορική στιγμή που εμείς, οι δυνάμεις του «Αριστερού Ναι» είτε πριμοδοτούσαμε μια απολογητική κατάφαση, είτε κουνούσαμε από καθέδρας το δάχτυλο στις εγκλωβισμένες στα σύνδρομά τους μάζες.

Νομίζω επίσης ότι η ανακύκλωση του ερωτήματος αν το ΟΧΙ των Γάλλων αφορά την Ευρώπη ή την εσωτερική κατάσταση της Γαλλίας είναι ερώτημα άνευ αντικειμένου, στο οποίο εμείς έχουμε απαντήσει προ πολλού. Τα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη και στο εσωτερικό των εθνικών κρατών είναι αδύνατο να διαχωριστούν. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες «εσωτερικεύουν» τα της Ευρώπης και ταυτόχρονα προβάλλουν στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα αυτά για τα οποία εναντιώνονται στις εθνικές τους κυβερνήσεις.

Τελικά, και ανεξάρτητα από την αντιφατική και άναρθρη εκκίνησή του, το κοινωνικό ΟΧΙ στη Γαλλία δεν παραμένει ένα άθροισμα από επιμέρους αρνήσεις. Αποκτά χαρακτηριστικά και πρόσημο. Δεν πρέπει λοιπόν να υποκύψουμε στον πειρασμό μιας απαξιωτικής ανάγνωσής του. Ο κοινωνικός σπασμός στη Γαλλία υπήρξε βεβαίως πολυσήμαντος και αντιφατικός. Γεννά όμως ένα αριστερόστροφο όχι, βεβαίως και με την επιρροή ενός αριστερού λαϊκισμού. Οι τάσεις που είχαν διαφανεί ήδη από τις προηγούμενες ευρωεκλογές επιταχύνονται. Οι μάζες εισβάλουν στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι γαλλικές ιδιομορφίες δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν το αποτέλεσμα. Αντίθετα, αυτό το σκληρό όχι καταδεικνύει τα όρια μιας διαδικασίας ενοποίησης που συντελείται κυρίως μέσω διακυβερνητικών συμβιβασμών οι οποίες δεν συμπαρασύρουν τις εθνικές κοινωνίες.

Έχουμε δίκιο να επισημαίνουμε τους κινδύνους της αποδιάρθρωσης, που για πρώτη ίσως φορά δεν κινούνται αποκλειστικά στη σφαίρα της φαντασίας. Είναι σωστή η διαπίστωση ότι άμεσα, το ΟΧΙ μοιάζει να ενισχύει αυτό στο οποίο εναντιώνεται. Δηλαδή την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή μιας Ευρώπης που υφίσταται απλώς ως ζώνη ελευθέρων οικονομικών ανταλλαγών. Κάτι το οποίο παραμερίζουν με ευκολία οι θριαμβολογίες των οπαδών της ρήξης.

Ας μη χάσουμε όμως από την οπτική μας ότι, με όρους μακράς διάρκειας, αυτό το ΟΧΙ διαμορφώνει μια προοπτική ελπίδας, γύρω από την οποία θα διεξαχθεί μια μάχη ηγεμονίας, για την οποία πρέπει όλοι μας να προετοιμαστούμε.

Είμαστε υποχρεωμένοι να κινητοποιηθούμε και να εργαστούμε πολιτικά σ’ αυτό το εν πολλοίς ανεξερεύνητο πεδίο του ΟΧΙ. Για να εναντιωθούμε σε ρατσιστικές εκτροπές του. Για να μη επιτρέψουμε την εθνοκεντρική του αναδίπλωση. Για να διαλεχθούμε πολιτικά μαζί του με καθαρότητα και όχι με δημαγωγική κολακεία. Για να διαμορφώσουμε εναλλακτικές προτάσεις απέναντι σε λογικές προστατευτισμού αντί να τις καταγγέλουμε.

Στο ίδιο πεδίο θα κινηθούν και οι αριστερές δυνάμεις του ΟΧΙ και θα αντιμετωπίσουν πολλαπλάσια ερωτήματα και προβλήματα.

Πως σκοπεύει να διαχειριστεί άμεσα και μεσοπρόθεσμα η Αριστερά του ΟΧΙ το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης;

Θα πριμοδοτήσει ή έστω θα αρκεστεί σε μια γενικευμένη κοινωνική αναταραχή;

Θα λειτουργήσει ως δύναμη ενοποιητική ή ως παράγοντας αποδιάρθρωσης;

Την απασχολεί ως ερώτημα έστω, το πώς μπορεί κανείς να θέσει το πρόβλημα της εναλλακτικής προοπτικής χωρίς μια πρόταση για μια άμεση παρέμβαση αντιστροφής της ντεφάκτο σημερινής υποχώρησης;

Έχω την εντύπωση -και μακάρι να διαψευστώ- ότι κάποιες από τις Δυνάμεις που εκφωνούν το ΟΧΙ στο Ευρωσύνταγμα και το συμπληρώνουν με το ΝΑΙ στην Ευρώπη δεν το κάνουν ούτε θετικά, ούτε έστω από αμηχανία. Αλλά γιατί επαναφέρουν από το παράθυρο στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς τη στρατηγική της αντικαπιταλιστικής «ρήξης», με ότι αυτό συνεπάγεται.

Έχω επίσης την εντύπωση ότι, σε αντίθεση με τα κεκτημένα του ιστορικού μας ρεύματος, και ως όχημα για να προχωρήσει το σενάριο της σύγκλισης των «ριζοσπαστών» της Αριστεράς, το σαφές ναι που η Ανανεωτική Αριστερά έχει πεί στο υπαρκτό εγχείρημα της Ενοποίησης, μεταλλάσσεται σ’ ένα ναι στην «άλλη» Ευρώπη : των λαών, του σοσιαλισμού κ.λ.π.

Όσοι όμως κινούνται στην τροχιά μιας τέτοιας, απολύτως θεμιτής λογικής, νομίζω ότι έχουν υποχρέωση -πολιτική και ηθική- να θέσουν αυτά τα ζητήματα στο τραπέζι του διαλόγου χωρίς μεταμφιέσεις.

Ας ξαναγυρίσω λοιπόν σ’ αυτό που θεωρώ ως κρίσιμο και επείγον πρόβλημα. Ο Συνασπισμός και ο Ευρύτερος χώρος της Ανανεωτικής Αριστεράς μπορούν να επανατοποθετήσουν το διάλογο στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Ο αριστερός Ευρωπαϊσμός σήμερα έχει ανάγκη από μια σοβαρή και έντιμη προγραμματική αναμόχλευση και κριτική αποτίμηση και των δικών του στερεοτύπων.

Και η συζήτηση που πρέπει άμεσα ν’ ανοίξει, οφείλει να συμπεριλάβει όλα, χωρίς εξαίρεση, τα ζητήματα στα οποία εκδηλώνονται διαφορές.

Εκείνα στα οποία οι διαφορές είναι συγκεκριμένες και υπαρκτές.

Αλλά και εκείνα, με βάση τα οποία έχουν εγκαθιδρυθεί διαφορές υπαγορευμένες από τις ανάγκες μιας πολεμικής, την οποία με τη σειρά τους αναπαράγουν και μεγενθύνουν.

Ένα ζήτημα που ανήκει στην πρώτη κατηγορία, είναι για παράδειγμα το κυρίαρχο σήμερα διακύβευμα στην Ευρώπη. Πρέπει να εγγράψουμε στην ημερήσια διάταξη της ιστορικής συγκυρίας το αίτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού πανευρωπαϊκά; Ή μήπως αυτό για το οποίο καλούμαστε να αγωνιστούμε είναι μια πιο προωθημένη και πιο προωθητική σύνθεση καπιταλισμού και δημοκρατίας; Πώς η κάθε μία επιλογή συνορθρώνεται με τους στόχους και το περιεχόμενο μιας διαδικασίας Ευρωπαϊκής ενοποίησης που φιλοδοξεί να υπερβεί τα ασφυκτικά πλαίσια της νεοφιλελεύθερης εκδοχής της;

Ποιες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες υπαγορεύει η μια ή η άλλη επιλογή;

Ένα ζήτημα το οποίο μας ταλαιπωρεί και διαρκώς ανακυκλώνεται και που σαφώς ανήκει στη δεύτερη κατηγορία είναι αυτό της αυθαίρετης διαίρεσής μας σε ριζοσπάστες και μεταρρυθμιστές.

Κατά τη γνώμη μου αυτή η διχοτομία μεταξύ μεταρρυθμισμού και ριζοσπαστισμού είναι ψευδώνυμη. Υποκρύπτει την αδυναμία εκείνου του ριζοσπαστισμού που αδυνατεί να μεταφραστεί σ’ ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και επομένως είναι αναπόδεικτος. Συγκαλύπτει ταυτόχρονα την ανεπάρκεια ενός αριστερού μεταρρυθμισμού των μικρο-διευθετήσεων που αδυνατεί να πείσει ότι το πρόγραμμά του εντάσσεται σ’ έναν ιδεολογικό, αξιακό και στρατηγικό ορίζοντα, εναλλακτικό ως προς αυτόν του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Το ζητούμενο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της Ευρωπαϊκής κρίσης, είναι η αποκατάσταση του αυτονόητου δεσμού μεταξύ των δύο πλευρών σ’ ένα νέο Πολιτικό Σχέδιο.

Δεν διαθέτουμε όλες τις απαντήσεις, αντίθετα διαθέτουμε πολύ λίγες.

Έχουμε όμως κάποια νέα δεδομένα, τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε.

Το πρώτο, είναι η διαφενόμενη κοινωνική ενεργοποίηση της οποίας την συνέχεια και ενδυνάμωση δεν μπορούμε να προεξοφλούμε, αν δεν την τροφοδοτήσουμε ιδεολογικά και πολιτικά. Μια νέα κοινωνική διαθεσιμότητα που κατά τη γνώμη μου θα αρκείται όλο και λιγότερο σε πολιτικές αναδιανομής και σε μια επιλεκτική κοινωνική προστασία. Και που θα αποζητά όλο και περισσότερο μια «θέαση του μέλλοντος» και μια καινούργια ταυτότητα.

Το δεύτερο είναι η εξάντληση των πολιτικών προσαρμογής και των λύσεων που η Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επεξεργάστηκε στη δεκαετία του ’90 για να απαντήσει στις ραγδαίες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.

Στη βάση αυτών των δυό δεδομένων μπορούμε να συνεννοηθούμε όλοι και να συμφωνήσουμε ότι όσο ο κοινός παρονομαστής μεταρρυθμιστών και ριζοσπαστών παραμένει ο ξεθυμασμένος εθνικός κεϋνσιανισμός δεν θα μπορέσουμε να διαμορφώσουμε απαντήσεις σε νέα πρωτότυπα προβλήματα και δεν θα μπορέσουμε να συμπεριλάβουμε στην οπτική μας μεγάλες περιοχές των σύγχρονων κοινωνιών. Ότι επομένως πυρήνας ενός νέου μεταρρυθμιστικού προγράμματος θα έπρεπε να είναι μια τολμηρότερη αμφισβήτηση της κυρίαρχης σήμερα ορθολογικότητας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αυτής δηλαδή του ολοκληρωτικού οικονομισμού και του ξέφρενου ιδιωτικού καταναλωτισμού. Ότι η αυθεντική ταξικότητα του ΟΧΙ, ακόμα κι αν είναι αληθινή, δεν είναι ικανή συνθήκη για μια πλειοψηφική κοινωνική συμμαχία που θα προωθήσει μια δημοκρατικότερη εκδοχή της Ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης. Ότι επομένως η άλλη προοπτική δεν τίθεται με όρους ταξικής αντιπαράθεσης αλλά με όρους ηγεμονίας. Ότι η διάχυτη σε ολόκληρη την Ευρώπη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης δεν μας έχει αφήσει αλώβητους. Είναι και δικό μας πρόβλημα, πρόβλημα της προγραμματικής μας ανεπάρκειας αλλά και του υπερ-πολιτικισμού μας.

Τα ερωτήματα βεβαίως είναι πολλά. Ας αρχίσουμε τουλάχιστον να τα θέτουμε με σωστό τρόπο, κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά από τις σημερινές άγονες διαιρέσεις.

____________
Αριστεροί, πράσινοι, σοσιαλιστές οφείλουν για την κοινωνική ,οικολογική και φεντεραλιστική Ευρώπη ένα Πολιτικό Σχέδιο
του Δημήτρη Χατζησωκράτη

Στις 20 Φεβρουαρίου 2005 ο ισπανικός λαός με 76,7% ΝΑΙ (και συμμετοχή 42,3%, δηλ. 3 μονάδες λιγότερο από τις ευρωεκλογές του 2004) υπερψήφισε το Σχέδιο που στηρίχθηκε από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση Θαπατέρο και το σύνολο των εργατικών συνδικάτων της χώρας. Φυσιολογική εξέλιξη για την πολιτική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαινόταν ως πριν τις 29 Μαΐου και 1ης Ιουνίου

Την Κυριακή όμως και την Τετάρτη ζήσαμε το διπλό σοκ από το ΟΧΙ των Γαλλο-ολλανδών που έχει φέρει τα πάνω κάτω στην Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι μπλοκαρισμένη και ουδείς Γάλλος μηχανικός ούτε καν ο Πολωνός υδραυλικός δεν μπορεί να την επιδιορθώσει!..

Νομίζω ότι αξίζει και μόνο να δώσω ένα στοιχείο που εκφράζει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια πως ο άνεμος του ΟΧΙ έχει κατακλύσει τη στιγμή αυτή την Ευρώπη. Οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου από το 16% του ΟΧΙ πριν τα δύο δημοψηφίσματα την τελευταία βδομάδα έφτασαν να το υποστηρίζουν 45% ! Το Λουξεμβούργο , το πιό φιλοευρωπαϊκό κράτος της Ε.Ε. Αυτό το τονίζω για να βλέπουμε με ένα σχετικό μέτρο τη συγκεκριμένη στιγμή και τις τελευταίες δημοσκοπήσεις στη χώρα μας όπου το ΟΧΙ καταγράφει υψηλά σκορ , ακόμα και στο χώρο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. ( Θυμόμαστε τα στοιχεία της VPRC του Απριλίου με το 43%ΝΑΙ,14% ΟΧΙ και 43% ΔΞ/ΔΑ) !

Δεν έχουν κανένα νόημα οι αυτοψίες πάνω από το πληγωμένο, ημιθανές ετοιμοθάνατο ή και νεκρό Ευρωσύνταγμα. Η άμιλλα για την καλύτερη διάγνωση της κατάστασης δεν προσφέρει και πολλά.

Το κύριο είναι να βρούμε μαζί με ολόκληρη την Ευρώπη που «ψάχνεται» μιαν έξοδο κινδύνου . Και το κυριότερο, για μας, να ανιχνεύσουμε την έξοδο από τη δική μας σκοπιά .Την σκοπιά της ανανεωτικής αριστεράς.

Μια ημέρα πριν το πρώτο Συμβούλιο Κορυφής μετά το γαλλο-ολλανδικό ΟΧΙ είναι διάχυτη η αδυναμία ηγετών κρατών- μελών αλλά και μεγάλων πολιτικών ευρωπαϊκών κομμάτων να αρθρώσουν μια πρόταση διεξόδου από την κρίση.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ευρωκοινοβούλιο, αυτός ο χώρος όπου γεννώνται τόσες ιδέες για το μέλλον της Ευρώπης, δεν μπόρεσε να εκδώσει, πριν το Συμβούλιο, σχετικό ψήφισμα!

Θα επιθυμούσα με την παρέμβασή μου αυτή να προσεγγίσω μαζί σας την κατάσταση

τη σημερινή όπως ακριβώς εμφανίζεται στον ευρωπαϊκό χώρο. Τι ακριβώς προτείνουν σε τι υπεκφεύγουν οι μεγάλοι παίκτες, τι ακριβώς οι δυνάμεις της αριστεράς και ποιά ακριβώς είναι τα προβλήματα που κάθε προσέγγιση παρουσιάζει.

Σήμερα πιθανόν θα προλάβατε να διαβάσετε στις ελληνικές εφημερίδες ότι επίσημη ευρωπαϊκή διπλωματική πηγή έδωσε τις 7 διαφορετικές απόψεις για την πορεία, από εδώ και πέρα, της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, όπως αυτές εκφράστηκαν στο προχθεσινό συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών στις Βρυξέλλες. Αυτές εν τάχει είναι :

1.Ταυτοχρόνως δημοψηφίσματα σε όλα τα κράτη-μέλη για την τύχη της.

2. Εξακολούθηση των κυρώσεων του Ευρωσυντάγματος με επιταχυνόμενο ρυθμό, ώστε να φανεί καθαρά «πού πηγαίνει» η κατάσταση.

3. Διακοπή της διαδικασίας ώστε να υπάρξει χρόνος (χωρίς χρονικό περιορισμό) αποτίμησης της κατάστασης.

4. Διακοπή της διαδικασίας κυρώσεων και άμεση επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης.

5. Εξακολούθηση της διαδικασίας κυρώσεων. Αν όμως το «όχι» προτιμηθεί από λιγότερα από πέντε κράτη-μέλη, τότε θα επαναληφθεί η διαδικασία των κυρώσεων.

6. Επιστροφή , αν τα «όχι» είναι περισσότερα από πέντε, της Ε.Ε. στη Συνθήκη της Νίκαιας και «τεμαχισμός» της Ευρωπαϊκής Συνθήκης σε θέματα που έχουν τη συναίνεση των κρατών-μελών.

7. Άμεση επιστροφή «στον σκληρό πυρήνα» των κρατών-μελών της Ε.Ε. που θα αποφασίσουν για το μέλλον τους.

Σύμφωνα με την ίδια διπλωματική πηγή, η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι η διαδικασία κυρώσεων πρέπει να εξακολουθήσει κανονικά την πορεία της: «Το βασικό κριτήριο της ελληνικής θέσης είναι η ανάγκη ενίσχυσης της Ε.Ε. και όχι η αναστολή της ή παραλυτικές διαδικασίες».

Θα ήθελα πάντως εξαρχής να επισημάνω ότι όλα τα σενάρια δεν είναι έωλα. Έχουν , τούτων δοθέντων, τη δικαιολογητική τους βάση. Θα φέρω ένα παράδειγμα, διαφωνώντας με τον Πρόεδρο του ΣΥΝ, που σε όλους τους τόνους ζητά τη νεκροταφή του Σχεδίου. Οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί δεν έχουν το δικαίωμα να αποφανθούν για το Σχέδιο; Και ακόμη περισσότερο. Τα αριστερά κόμματα και κινήματα δεν θα πρέπει και αυτά να έχουν την ευκαιρία της μοναδικής δυνατότητας πολιτικής συζήτησης για την πορεία της Ευρώπης που μόνο μια διαδικασία δημοψηφίσματος, αποδεδειγμένα, προσφέρει;!

Κεντρικός, από τα πράγματα, παίκτης είναι σήμερα ο Μπλερ. Η αδήριτη συγκυρία- με εσωτερικά αποδυναμωμένους τους Σιράκ και Σέντερ-, έφερε τον Μπλερ μετά την 3η εκλογική νίκη του- να αναλαμβάνει μια από τις πιο δύσκολες προεδρίες!

«΄Το Σχέδιο Μπ΄ όπως Μπλερ». Αυτός ήταν ο τίτλος της γερμανικής συντηρητική Die Welt την Τετάρτη 8/6 όπου κάνοντας επίκληση στον Βρετανό ηγέτη διέβλεπε ως μόνη διέξοδο στην κρίση την επιτυχία ενός συμβιβασμού για τον προϋπολογισμό του 2007-2013. Αυτό θεωρούσε ότι θα ήταν ένα θετικό σινιάλο για την πορεία της Ευρώπης!

Ο Μπλέρ είχε θέσει, μια μέρα πριν, στους Financial Times, αναφερόμενος στη Συνθήκη το ερώτημα: «Θα σώσουμε τη Συνθήκη ή θα κοιτάξουμε προς μια επαναδιαπραγμάτευση; Δεν ξέρουμε προς τα που γιατί δεν έχουμε από πουθενά αυτή την απάντηση».

Προσανατολίζεται προς πάγωμα της διαδικασίας. Για τη Βρετανία βεβαίως είχε ήδη αποφασίσει την αναβολή του δημοψηφίσματος.

Ο Σιράκ υποστηρίζει ότι σεβασμός των λαών και της δημοκρατίας είναι να εκφραστούν και οι άλλοι λαοί.

Οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας Τσεχίας Ουγγαρίας λοβακία, την Παρασκευή 10/6 με κοινή τους δήλωση τάσσονται υπέρ της συνέχειας της διαδικασίας ψήφισης.

Ο αποδυναμωμένος Πρόεδρος της Επιτροπής Μπαρόζο προτείνει ένα «Σχέδιο Δ» (για Διάλογο και Δημοκρατία). Τονίζει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί οφείλουν να προχωρήσουν σε μια διαδικασία ακρόασης και διαλόγου με τους πολίτες και την κοινωνία των πολιτών για να φτάσουν μέσω της διάγνωσης σε μια διαδρομή πιό συμβιβαστική. Προτείνει μια μετάθεση στο χρόνο της συνολικής εξέτασης του προβλήματος Σύνταγμα. Φρονώ ότι τελικά το Συμβούλιο Κορυφής μάλλον προς μια τέτοια κατεύθυνση θα οδηγηθεί...

Οι σοσιαλιστές ως σύνολο αλλά και ξεχωριστά «ψάχνονται». Ως οικοδεσπότης της συνόδου του προεδρείου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς ο Iσπανός πρωθυπουργός Θαπατέρο τόνισε πριν από δυο ημέρες.

«Όσοι θέλουν να προχωρήσουν μπροστά δεν μπορούν να εμποδίζονται από εκείνους που επιδιώκουν να μείνουν πίσω. H διαδικασία ενοποίησης και ολοκλήρωσης της Eυρωπαϊκής Ένωσης είναι μια διαδικασία που θα πρέπει να προσαρμοστεί στον ρυθμό των δυνατοτήτων κάθε χώρας, αλλά επίσης είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να σταματήσει ανάλογα με τα συμφέροντα κάθε κυβέρνησης, διότι η EE πρέπει να συνεχίσει την πορεία της».

Ο Λ. Φαμπιούς μαζί με αρκετούς ηγέτες ομάδων και κινήσεων που πρωτοστάτησαν στο γαλλικό ΟΧΙ κινείται προς την κατεύθυνση της επαναδιαπραγμάτευσης. Παρουσίασε τρεις βασικούς άξονες για την επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης: Απομάκρυνση του Τρίτου μέρους , που δεν έχει καμία θέση μέσα σε ένα Σύνταγμα .Να γίνει το κείμενο αναθεωρητέο. Να απομακρυνθούν όλοι οι περιορισμοί που περιορίζουν την ενισχυμένη συνεργασία.

Επιπλέον διεκδικεί ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ» για τις χώρες της διεύρυνσης για την ανάπτυξή τους και τον ταυτόχρονο περιορισμό του φορολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ.

Στο Ευρωκοινοβούλιο Ο Κον Μπεντίτ, ο πρόεδρος των ευρωπαίων πράσινων, εκτιμά πως πρέπει να συζητήσουμε ευρύτερα το οικονομικό και κοινωνικό πρότυπο που θέλουν οι ευρωπαίοι πριν ξεκινήσουμε μια νέα συνταγματική άσκηση η οποία θα είχε κίνδυνο να γίνει ακόμα περισσότερο απορριπτέα.

Το κόμμα, τέλος, της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, απορρίπτει τη Συνθήκη, «ενσωματώνει» την αντίληψη της ριζικής επαναδιαπραγμάτευσης- όπως υποστηρίζει και η Μ.Ζ. Μπιφέ - και προωθεί, χωρίς ακόμα να έχει προσδιορίσει διαδικασίες, μια νέα συντακτική πράξη. Στην σχετική απόφαση της Ρώμης τονίζει: « Η παρούσα συνθήκη έχει ήδη απορριφθεί και είναι πολιτικά νεκρή. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να λάβει υπόψη του το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την νέα φάση που ξεκίνησε. Τα θεμέλια και οι στόχοι της ΕΕ πρέπει να επανακαθοριστούν καθώς και οι οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές, θεσμικές πολιτικές καθώς και η εξωτερική πολιτική της ΕΕ».

Το ερώτημα που τίθεται σε μένα και πιστεύω και σε όλους εσάς:« Εμείς , ένα τμήμα ενός κόμματος της ελληνικής αριστεράς, σε τι θα μπορούσαμε να συμβάλλουμε στην αλλαγή της ευρωπαϊκής πορείας;»

Έχουμε πλήρη επίγνωση της θέσης μας. Από την άλλη δεν παύουμε να πιστεύουμε ότι μέσα από την μεγάλη οικογένεια της ευρωπαϊκής αριστεράς –αυτήν μπορούμε να επηρεάσουμε και σε αυτήν να συνεισφέρουμε- μπορούν να προκύψουν και προτάσεις αλλά και Πολιτικό Σχέδιο.

Τώρα θεωρώ αναγκαίο να αναλάβει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πρωτοβουλία ώστε να προωθηθεί πρόταση για πανευρωπαϊκό συντονισμό, μέσω των αντίστοιχων κομμάτων και ομάδων του Ευρωκοινοβουλίου, της Αριστεράς, των Πράσινων και των Σοσιαλιστών

Στόχος αυτής της προσπάθειας πρέπει να είναι η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης και η διαμόρφωση, μέσα από τις αναγκαίες αντιπαραθέσεις και συμβιβασμούς, ενός εναλλακτικού σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης και σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και σε ό,τι αφορά τη μέθοδο προώθησης. Άλλως, ο νεοφιλελευθερισμός θα επικρατήσει και η Ευρώπη θα μετατραπεί βαθμιαία σε Ενιαίο Οικονομικό Χώρο.

(Και όταν ομιλώ για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν αναφέρομαι στα μέλη που διαφωνούν με τις κομματικές επιλογές αλλά στους υπαρκτούς πολιτικούς σχηματισμούς με τις υπαρκτές διαφορές. Και στο ζήτημα αυτό μοιράζομαι την κατ’ επανάληψη τοποθέτηση της Μ.Ζ. Μπιφέ, εθνικής γραμματέα του ΓΚΚ, που απαντώντας στην Κομμουνιστική Λίγκα εν μέσω της εκστρατείας του δημοψηφίσματος, επέμενε ότι "δεν υπάρχουν δυο αριστερές αλλά μία".)

Με την έννοια αυτή θεωρώ ότι η πρόταση που απηύθυνε προ ημερών στην Βουλή ο Γ. Παπανδρέου( «οι προοδευτικές δυνάμεις του ΟΧΙ και οι προοδευτικές δυνάμεις του ΝΑΙ να προχωρήσουν σε διάλογο και συντονισμό εν όψει ευρωσυντάγματος» ) δεν μπορεί να έχει αποδέκτη τον ΣΥΝ. Πρέπει να έχει αποδέκτες τους ομολόγους του προέδρου του ΠΑΣΟΚ στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα-και με την έννοια αυτή ήταν παράληψη ότι δεν έθεσε προ ημερών μια τέτοια πρόταση στην Σύνοδο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στη Μαδρίτη- ώστε να μπορέσει να διαμορφωθεί ένα κλίμα, καταρχήν, συνεννόησης στο ευρωπαϊκό επίπεδο για μια τέτοια πρωτοβουλία. Αυτό προφανώς σημαίνει ότι και εμείς, ως Α.Σ., και ο ΣΥΝ θα αγωνιστούμε ώστε το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς να κινηθεί προς αντίστοιχη κατεύθυνση...

____________
ΝΑ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
του Θόδωρου Μαργαρίτη


Το ερώτημα τι κάνει ο ΣΥΝ κυριαρχεί…

Ø Η στάση μας εναρμονίζεται με την παράδοση της Αναν. Αριστεράς στην Ευρωπαϊκή προοπτική. Πριν το Γαλλικό Δημοψήφισμα στις σχετικές δημοσκοπήσει για τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων του ΣΥΝ τα αποτελέσματα έδιναν θετική κατεύθυνση. (43% υπέρ – 17% κατά – 43% ΔΞ/ΔΑ)

Ø Υποστηρίζαμε στο συνέδριο του ΣΥΝ την πρόταση όχι στο όχι με έμφαση στο ΥΠΕΡ και τη δυνατότητα ενδεχόμενου συμβιβασμού για τη ψηφοφορία της Βουλής το ΠΑΡΩΝ. Η πρόταση απορρίφθηκε. Είναι αρνητικό ότι στο «όχι» συσπειρώθηκαν τάσεις, συλλογικότητες και πρόσωπα με την ίδια παράδοση αριστερού ευρωπαϊσμού (πχ. Αρ. Ανανέωση, Παρέμβαση κλπ). Επομένως ήταν δύσκολη η συζήτηση στο κόμμα.

Ø Η πορεία προσέγγισης στον ευρωσκεπτικισμό ξεκινά τον Απρίλιο του 98 όταν σε σαφώς καλύτερους εσωκομματικούς συσχετισμούς η πρόταση τότε του Ν.Κων/πουλου και Ν. Μπίστη για ΠΑΡΩΝ στη συνθήκη του Άμστερνταμ δίνει το πρώτο πλήγμα στον πυρήνα του Ευρωπαϊσμού του κόμματος.

Ας κρατήσουμε επίσης μια ακόμα εικόνα. Στις ευρωεκλογές του 2004 ο ΣΥΝ εμφανίζει θετικές και αρνητικές παρεμβάσεις.

Στα θετικά να προσμετρήσουμε – εφ όσον τότε με το αυτόνομο κομματικό ψηφ0οδέλτιο δεν υπήρχαν οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ – μια σφοδρή αντιπαράθεση με τη γραμμή του ΚΚΕ. (θα λέγαμε ότι αυτή ήταν η μόνη τηλεοπτική και πολιτική αντιπαράθεση…).

Το αρνητικό βρίσκεται στο ότι αρκετά στελέχη του ΣΥΝ δεν υπερασπίστηκαν τη θετική ψήφο για τη συνθήκη του Μάαστριχτ η οποία ήταν η απαραίτητη θεσμική κίνηση για τη δημιουργία του Ευρώ.

Επιτρέψτε μου μια ακόμα σκληρή παρατήρηση για τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων. Πέρα από τα μηνύματα που όλοι – και εμείς – οφείλουμε να αξιοποιήσουμε ας μην οδηγηθούμε στην ακραία απολυτοποίησή τους. Ποιο άραγε θα ήταν στην Ελλάδα το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος στα τέλη της δεκαετίας του ’70 για την ένταξή μας στην ΕΟΚ;

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Οπωσδήποτε το σημερινό ηχηρό όχι του ΣΥΝ δεν ταυτίζεται με τις απόψεις που αρνούνται την ευρωπαϊκή προοπτική. Υπάρχει όμως σοβαρό ζήτημα για τη διαχείριση αυτής της πολιτικής.

1ο συνυπάρχει για μέσου του ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένων δυνάμεων του Κοινωνικού Φόρουμ με τη γραμμή του Ευρωσκεπτικισμού και ορισμένες φορές της ευρωάρνησης.

2ο την ώρα που διατυπώνεται το ΟΧΙ δεν συνοδεύεται με σκληρή αντιπαράθεση με το ΟΧΙ της ακροδεξιάς και κυρίως με το ΟΧΙ εκείνων των δυνάμεων που ανοιχτά μιλούν για γκρέμισμα της ΕΕ όπως το ΚΚΕ και τμήματα της Αριστεράς.

Το πιο σοβαρό πρόβλημα βρίσκεται όμως στο γεγονός ότι η προώθηση της γραμμής του ΟΧΙ δεν θα διευκολύνει, σε τελευταία ανάλυση, την ισχυροποίηση του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Κατ’ αρχάς γιατί ο κόσμος του έχει πιο έντονες ευρωπαϊκές ευαισθησίες και κατά δεύτερο γιατί η πιο σαφής γραμμή του ΟΧΙ, η πιο συνεπής έκφραση του ευρωσκεπτικισμού εξ αντικειμένου ενισχύει την καθαρή κατεύθυνση του ΚΚΕ.

Με δυο λόγια ο ΣΥΝ παίζει σε ένα ξένο γήπεδο. Σε ένα γήπεδο όπου οι αποχρώσεις δεν είναι κρίσιμες και χρήσιμες. Επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι ΝΑΙ του αριστερού Ευρωπαϊσμού είναι πιο ευκρινές από το ΝΑΙ των δυνάμεων του δικομματισμού σε σχέση με τα πολυποίκιλα αριστερά ΟΧΙ.

Επομένως ο ΣΥΝ σήμερα οφείλει:

1. Να συστρατευτεί δια μέσου του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με την πρόταση για συζήτηση της Αριστεράς, των σοσιαλιστών, των πρασίνων για ένα άλλο Ευρωσύνταγμα και για την προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.

2. Μαζί με τη δεδομένη πλέον κριτική του στο ΝΑΙ, στο σημερινό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής οικοδόμησης με τα δημοκρατικά και κοινωνικά ελλείμματα, με την απόσπαση της γραφειοκρατικής ελίτ των Βρυξελλών από τις κοινωνικές ανησυχίες να ορθώσει μέτωπο στις αντιλήψεις κατεδάφισης του ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού στόχου.

3. Να αλλάξει την ατζέντα της συζήτησης δίνοντας πειστικές και ριζοσπαστικές απαντήσεις για τη χρησιμότητα της Ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, για την αλληλεγγύη στους μετανάστες, για τις μεγάλες κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη, για την αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως της μόνης υπέρβασης στη μετεξέλιξη της γηραιάς ηπείρου σε μια ζώνη οικονομικών συναλλαγών και ως της πιο ισχυρής απάντησης στις πολιτικές του φιλοατλαντισμού.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκό Σύνταγμα

Σύνολο: 65 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι