Μνήμες Τασκένδης

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 22/02/2006

Την προπερασμένη Κυριακή ένα άρθρο του Α. Λιάκου στο «Βήμα», με τίτλο «Ο ακρωτηριασμός της Ιστορίας» και θέμα το περιβόητο ψήφισμα περί κομμουνισμού, με έκανε να προβληματιστώ. Είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους μας φαντάζομαι, όποτε αντιμετωπίζουμε μια σκέψη γόνιμη, άσχετα αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση συμφώνησα. Ομως τα επιχειρήματά του δεν κέντρισαν μόνο το μυαλό μου αλλά ανέσυραν στην επιφάνεια μια μνήμη από τα παλιά.

Στα τέλη του 1967 έτυχε να επισκεφτώ την Τασκένδη, και εκεί συνάντησα πολλούς Ελληνες που είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το 1949. Για όποιον γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην Αριστερά, η εμπειρία ισοδυναμούσε με προσκύνημα σε ό,τι πιο ιερό και τιμημένο διέθετε αυτή η παράταξη, που τόσα είχε περάσει και που δοκιμαζόταν άλλη μια φορά από τη χούντα στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους όμως γνώρισα έναν άνθρωπο, ας τον πούμε διαφορετικό. Συνοψίζω την ιστορία του: μέλος του ΚΚΕ πριν από τον πόλεμο, στάλθηκε από το κόμμα να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Δεν ξέρω τι έκανε ή μάλλον τι είπε. Πάντως, τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στη Σιβηρία, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Σε αυτό το διάστημα, και ενώ οι σύντροφοί του γίνονταν ήρωες πολεμώντας τούς Γερμανούς και στη συνέχεια μάρτυρες στα κολαστήρια της Δεξιάς, εκείνος έσπαγε πέτρες. Ωσπου μια μέρα βρέθηκαν όλοι τους στην Τασκένδη -όσοι αγωνίστηκαν για να έρθει ο σοσιαλισμός στη χώρα μας και ο Ελληνας που ο σοσιαλιασμός τον έθαψε άδικα στην εξορία. Χωρίς εσωτερικό διαβατήριο τού ήταν αδύνατο να ταξιδέψει, ακόμα και μέσα στη Σοβιετική Ενωση, κι αυτό τον πόναγε. Είχε γεννηθεί σε κάποιο νησί του Αιγαίου, δεν θυμάμαι ποιο, όπως επίσης δεν θυμάμαι και το όνομά του. Ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω εκείνο το βράδυ, όταν μου έλεγε και μου ξανάλεγε με βουρκωμένα μάτια: «Σύντροφε, έχω τριάντα χρόνια να δω τη θάλασσα». Ηταν η πιο τραγική φιγούρα αριστερού που γνώρισα στη ζωή μου.

Η ταύτιση του κομμουνισμού με τον ναζισμό στο ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι τερατώδης και σίγουρα εκ του πονηρού. Οχι μόνο παραβλέπει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τη «δημοκρατική» Δύση -αποικιοκρατία, δουλεμπόριο που χρηματοδότησε τη βιομηχανική επανάσταση κ.ο.κ.- αλλά κυρίως αρνείται να παραδεχτεί το εξής προφανές: η ναζιστική ιδεολογία μπορεί να ηττήθηκε στρατιωτικά, στάθηκε όμως πιστή στις αρχές της. Τα στρατόπεδα εξόντωσης είχαν προαναγγελθεί στο Mein Kampf και δεν αποτέλεσαν παρέκκλιση ή διαστροφή. Αντίθετα, τα ιδανικά των κομμουνιστών ήταν και είναι ό,τι πιο ευγενές έχει συλλάβει ο ανθρώπινος νους: ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, κατάργηση της εκμετάλλευσης. Κατέληξαν όμως στον εφιάλτη του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Κατά συνέπεια, έχουν απόλυτο δίκιο όσοι διαμαρτύρονται για την εξίσωση κομμουνισμού - ναζισμού. Από την άλλη μεριά ωστόσο, η διαμάχη έδειξε πεντακάθαρα ότι οι περισσότεροι αριστεροί, στην Ελλάδα τουλάχιστον, δεν είναι διατεθειμένοι να αναμετρηθούν με τους δαίμονες της δικής τους ιστορίας. Επικαλούμενοι πάντα κάποιον αντίπαλο που τους διαβάλλει, είτε το επάρατο ψήφισμα είτε την κακή Αμερική ή το νεοφιλελευθερισμό, προσπαθούν απεγνωσμένα να ασχοληθούν πάντα με κάτι άλλο. Φυσικά ομολογούν «λάθη», ακόμα και εγκλήματα. Οχι όμως για να αρχίσει έτσι η συζήτηση, αλλά για να μη γίνει. Ολα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, λένε, σημασία έχει τι κάνουμε τώρα.

Το δίδαγμα από την πρόσφατη αντιδικία είναι ότι το πρόβλημα δεν κουκουλώνεται, γιατί πάντα θα βρίσκονται κάποιοι που θα το επαναφέρουν με όρους δυσμενείς ή και συκοφαντικούς για την Αριστερά. Το πρόβλημα θα λυθεί μόνον όταν οι ίδιοι οι αριστεροί αποφασίσουν να το αντιμετωπίσουν με το απαιτούμενο πολιτικό θάρρος. Οχι με εύκολες δηλώσεις του τύπου «Εγώ είμαι με τους ναύτες της Κροστάνδης» ούτε με την υπεκφυγή μιας ρηχής αυτοκριτικής που γίνεται για ν’ αλλάξουμε κουβέντα, αλλά θέτοντας συγκεκριμένα, δυσάρεστα και δύσκολα ερωτήματα, όπως, πώς φτάσαμε μέχρις εκεί και, κυρίως, τι πρέπει να διορθώσουμε για να μην ξανασυμβεί. Οταν μιλάμε για το παρελθόν δεν πρέπει να θυμόμαστε μόνον ό,τι μας συμφέρει, π.χ. τους αγωνιστές που μαρτύρησαν στη Μακρόνησο, αλλά και εκείνο τον άγνωστο και ξεχασμένο, που οι σύντροφοί του, οι κομμουνιστές, τον έστειλαν στη Σιβηρία.

Προσωπικά, δεν το βλέπω να γίνεται. Και τούτο επειδή στην Ελλάδα η Αριστερά έχει βολευτεί με έναν άλλο ρόλο, γενικά αποδεκτό, ακόμα και από τη Δεξιά: πολιτικά αδύναμη, σχεδόν αμελητέα, το μόνο που κάνει είναι να επιτιμά ανέξοδα τους πάντες και τα πάντα. Αυτός ο ναρκισσισμός της γκρίνιας δεν ξεριζώνεται εύκολα, γιατί κολακεύει και κάνει τη ζωή εύκολη.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι