Φασισμός, νεοφασισμός, μεταφασισμός

Μαρτσέλο Κατανέλι, Η Αυγή, 13/02/2019

Η γενιά που προηγείται της δικής μου (γεννήθηκα στα πρώτα-πρώτα μεταπολεμικά χρόνια) είχε να αντιμετωπίσει τον φασισμό. Η δική μου γενιά συγκρούστηκε με τον νεοφασισμό. Οι μεταγενέστερες (δύο τουλάχιστον) θα έχουν να αντιμετωπίσουν τον μεταφασισμό.

Πρόκειται για τρία φαινόμενα πολύ διαφορετικά, που δύσκολα μπορούν να ξαναπαρουσιαστούν, για τα χαρακτηριστικά τους, σε εποχές και συγκυρίες καινούργιες σε σχέση μʼ εκείνες όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν και επιβλήθηκαν, αλλά που έχουν οπωσδήποτε παρόμοια γνωρίσματα. Έτσι δικαιολογούν, πέρα από τα προθέματα, το ουσιαστικό που τα εξομοιώνει: φασισμός.

Πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται, συχνά αδικαιολόγητα, για να δραματοποιηθεί η σημερινή πραγματικότητα, παρ’ όλο που είναι γνωστό ότι ο φασισμός (όπως και ο νεοφασισμός) είναι πια ιστορικό φαινόμενο, οριστικά ξεπερασμένο σίγουρα στον συμβολικό του εξοπλισμό, αλλά και στον ιδεολογικό. Πέρα απʼ αυτό, πρόκειται για ένα φαινόμενο ηττημένο όχι τόσο από την Ιστορία -που είναι μια αφηρημένη έννοια- όσο από στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα που τα δημιούργησαν η θέληση και η δράση χιλιάδων ανδρών και γυναικών που αποφάσισαν το τέλος ενός υποταγμένου κράτους, ενός αυταρχικού καθεστώτος, διακλαδωμένων και παντοδύναμων μηχανισμών εξουσίας.

Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε να επιβιώνει, στο περιθώριο του δημοκρατικού καθεστώτος της Ιταλίας, μια πολιτική και πολιτισμική παρουσία με νοσταλγίες του φασισμού, ποτισμένη από τις αξίες του, νομιμοποιημένη από τον τυφλό αντικομμουνισμό της στην κρίσιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ικανή μόνο να δανείζεται από το μοντέλο της ένα μοναδικό στοιχείο: την παρακρατική βία.

H κατάσταση αυτή μετέτρεψε τον νεοφασισμό σε εργαλείο για μια πολιτική σύγκρουσης, ύπουλη και διφορούμενη καμιά φορά, σαν τη λεγόμενη «στρατηγική της έντασης» που αποσκοπούσε να εμποδίζει όποια εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων, να υπονομεύουν όποια στρατηγική ανοίγματος και σύγκρισης, να στερήσουν νομιμοποίηση σε όποια βούληση αλλαγής. Με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη δραστική αναπροσαρμογή (αν όχι την εξαφάνιση) στις δυτικές χώρες των «αδελφών κομμάτων», δεν είχε πια σημασία η μάχη απέναντι σ’ έναν εχθρό ήδη σχεδόν αφανισμένο: για την κεφαλαιοκρατική Δύση είχε εξαφανιστεί μια απειλή (περισσότερο θεωρητική, παρά πραγματική) στις κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές καταστάσεις της.

Ο κόσμος γινόταν μόνο ένας, με μόνο μία υπερδύναμη, μόνο ένα οικονομικό μοντέλο, μόνο μία κυρίαρχη θεώρηση. Αν δεν υπήρχε πια κανένας εξωτερικός εχθρός, ένας πολιτιστικός αγώνας, η ανάγκη να παραταχθεί κανείς σε μια παράταξη ή στην άλλη, έχαναν νόημα άβολες συμμαχίες, υπόγειες δεσμεύσεις, διφορούμενες υποστηρίξεις, λαθραίες καλύψεις και επιχορηγήσεις. Έληγε έτσι η εποχή του νεοφασισμού, με τους νεκρούς και τις τρομοκρατικές ενέργειές της, τους φασιστικούς χαιρετισμούς και τις βόμβες, τις συγκρούσεις στις διαδηλώσεις και τις απόπειρες πραξικοπήματος.

Παραμένει η τρίτη παραλλαγή, η σημερινή, που δεν είναι φασισμός, ούτε η νοσταλγία του, αλλά μια σύγχρονη έκφραση, συνδεδεμένη με τα συμπτώματα της πολιτικής φάσης, συμφυής με τη νέα πολιτική κατάσταση: ο μεταφασισμός.

Όσοι τον αντιπροσωπεύουν δεν σείουν ρόπαλα ούτε σε ποτίζουν ρετσινόλαδο, δεν κάνουν φασιστικούς χαιρετισμούς ούτε φορούν μαύρα πουκάμισα, δεν οργανώνουν εγκληματικές απόπειρες ούτε δημιουργούν συγκρούσεις στις διαδηλώσεις, δεν έχουν πάρε-δώσε με τις μυστικές υπηρεσίες ούτε κινούνται στην παρανομία: συμμερίζονται, όμως, ανοιχτά τρία γνωρίσματα του φασισμού: τη δημαγωγία, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό.

H ανενδοίαστη χρήση της γλώσσας, γεμάτη από fake news και κενές διακηρύξεις, υποβολές και υποσχέσεις, που την επεκτείνουν τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και τη διαδίδουν κατευθείαν τα social media, δεν είναι σημερινό φαινόμενο, χώρια από την πληροφορική επανάσταση. Ο προφορικός εκφοβισμός, καρικευμένος με ειρωνεία και παράδοξα, η μεθοδική επανάληψη ενός ψέματος ώσπου να γίνει αλήθεια, η επιμονή στο ύφος και όχι στο περιεχόμενο των μηνυμάτων δεν είναι εφεύρεση των σημερινών μας αντιπροέδρων ή υπουργών: είναι κάτι μελετημένο και τελειοποιημένο από παλιά, διαδεδομένο από μπαλκόνια ή από εξέδρες σταδίων, που σήμερα προσαρμόστηκε στα καινούργια όργανα και τεχνολογίες. Το να εμφανίζεται κανείς οπωσδήποτε κι οπουδήποτε, να παίρνει από πίσω τούς συμμάχους ή τους αντιπάλους, όχι στο επίπεδο του πράττειν, αλλά του λέγειν, λίγο πριν ή αμέσως μετά, είναι η επαναπρόταση μιας γλώσσας κι ενός πολιτικoύ συστήματος· τυπικά ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ξέροντας ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο, αν όχι το μονοπώλιο, της δημόσιας πληροφόρησης και μπορούν να βασίζονται στην κοντινή κατάργηση, με ειδικά αντιφιλελεύθερα διατάγματα, της ανεξάρτητης πληροφόρησης.

Το έθνος, η έννοια της πατρίδας, η ταυτότητα και η ιδιότητα που εμπεριέχονται σε μόνο μία γλώσσα, σε μια μοναδική παράδοση, σε μια αρχική και ιδιαίτερη θεσμική διάταξη έμοιαζαν να είχαν ξεπεραστεί από νέες υπερεθνικές διατάξεις, από την εξάλειψη των γλωσσικών και πολιτιστικών και τελωνειακών φραγμών, από την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων και από την ελευθερία κίνησης των ατόμων.

Δεν ήμασταν πια περήφανοι να είμαστε Ιταλοί ή Γάλλοι ή Βούλγαροι, αλλά, μάλλον, ήμασταν ευχαριστημένοι να έχουμε την εθνικότητά μας για να χαρούμε αγχιστίες και ευκαιρίες μιας κοινής μνήμης και να μπορούμε να συμμεριζόμαστε μια παρόμοια ερμηνεία της πραγματικότητας. Αυτά, όμως, σ’ έναν κόσμο ανοιχτό, όπου δεν προηγούνταν το εθνικό ανήκειν, αλλά η ικανότητα, οι επιδεξιότητες, οι γνώσεις. Κι όπου τα δικαιώματα, όπως και τα καθήκοντα, ήταν παγκόσμια, εφόσον ήταν κοινά σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στον κόσμο του δικού σου σπιτιού. Αυτή ήταν μια ελπίδα πριν από τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, και είχε γίνει πραγματικότητα με την κατάρρευση των φασισμών, γιατί ήταν δικός τους ο ισχυρισμός ότι υπάρχει μια «μητρική πατρίδα» (heimat) ενάντια σε άλλες, που θεωρούνταν μάλλον κατώτερες, η πρόταση συνόρων και διαφοροποιήσεων (που έπρεπε να υπερασπίζονται και με τα όπλα) για να εμποδίσουν την είσοδο σε όσους ήταν αλλότριοι και να ευνοούν κυριαρχίες και ηγεμονισμούς. Όποιος τώρα προτείνει τέτοιες έννοιες, και μάλιστα από τα έδρανα της κυβέρνησης, αναφέρεται σ’ αυτά τα πρωτότυπα ψαρεύοντας αδιάντροπα στους βρόμικους μαιάνδρους των εντοσθίων της χώρας, εφευρίσκοντας εχθρούς ανάμεσα στους χθεσινούς (αλλά και σημερινούς) συμμάχους, αμβλύνοντας ομοιότητες, μηδενίζοντας ανάγκες για οικονομικές και χρηματιστηριακές ολοκληρώσεις.

Η κατάργηση του δικαιώματος ασύλου δεν προβλέπει μόνο την επιβολή της κατηγορίας του «πατρίου εδάφους» που μόνο οι αυτόχθονες έχουν το δικαίωμα να το πατήσουν, αλλά και -προπαντός- την εφεύρεση του άλλου, ενός προσώπου απρόσωπου, που ανήκει σ’ ένα είδος ή σ’ ένα γένος που δεν δικαιούται πρόσβαση, φιλοξενία, παρ’ όλο που φεύγει από τον πόλεμο, τις καταδιώξεις, την πείνα, παρʼ όλο που εκφράζει μια βούληση ενσωμάτωσης, λόγου χάρη, διαμέσου της εργασίας ή της παιδείας, έχει θρησκευτική ευαισθησία, δίνει σημασία στην πατρότητα, τη μητρότητα και την οικογένεια. Θα έπρεπε αυτό να φτάνει για να τον θεωρήσουμε όμοιο ή ίδιο, αν προπαντός βρίσκεται στην Ιταλία από καιρό, αν τον αποδεχθήκαμε πριν μήνες, αν όχι πριν χρόνια, και είχε τον καιρό να αποδείξει ότι είναι σαν κι εμάς. Για να αποδιωχθεί, είναι ανάγκη να τον ταξινομήσουμε, να τον εγκλωβίσουμε σε μια κατηγορία ετερότητας. Μέχρι σήμερα έφτανε η κατηγορία του μετανάστη ή του εξωκοινοτικού. Αλλά δεν θα φτάνει πάντα. Τότε θα εφευρεθεί άλλη φυλή. Τα παραδείγματα δεν μας λείπουν, ξεκινώντας από τους Εβραίους.

Μετάφραση: Στάθης Λουκάς
---
* Ο Μαρτσέλο Κατανέλι είναι Ιταλός σύντροφος, αλληλέγγυος του ελληνικού Αντιχουντικού Φοιτητικού Κινήματος (1967-1974), πρώην αντιδήμαρχος της Περούτζια και διευθυντικό στέλεχος του συστήματος Υγείας της περιφέρειας της Ούμπρια, με δημοσιεύσεις για ιστορικά θέματα και θέματα της εξέλιξης της ιταλικής πολιτικής πραγματικότητας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι