Tο ελληνικό κρατικό οιδιπόδειο

H ανάγκη αναζήτησης νέου ρόλου του Kράτους στις συνθήκες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 08/04/2006

EINAI ΓNΩΣTΟ ΟTI H ΣXEΣH TΟY EΛΛHNA ME TΟ KPATΟΣ EINAI ΦPΟΫΔIKA ΠEPIΠEΠΛEΓMENH. ΣXEΣH EPΩTA KAI MIΣΟYΣ. KPATΟΛATPEIA KAI ANTIKPATIΣMΟΣ, ΠEΛATEIAKH ΠPΟΣTAΣIA KAI ANAPXIKΟΣ ATΟMIΣMΟΣ ΣYMΠΛEKΟNTAI ΣE ENA KΟYBAPI

Με αυτή την παράδοση στις πλάτες, καταλαβαίνουμε γιατί έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολη η συζήτηση για τον ρόλο του Κράτους στη σημερινή Ελλάδα. H νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει χρωματίσει το Κράτος αρνητικά, βάζοντας ως στόχο τον περιορισμό του. H παραδοσιακή Αριστερά παραμένει προσκολλημένη σε κρατικιστικές αντιλήψεις. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους, η αναζήτηση ενός νέου ρόλου του Κράτους στις συνθήκες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης παρέμεινε υποτυπώδης και αμήχανη έναντι των δύο άλλων αντιλήψεων. Και όμως είναι αναγκαία. Το Κράτος στην Ελλάδα έχει όλα τα γνωστά ελαττώματα. Ούτε όμως οι δυνάμεις της εθνικής αγοράς, ούτε η κοινωνία των πολιτών έχουν τον αναγκαίο δυναμισμό για να κάνουν χωρίς αυτό.

Τρεις αιτίες

Πέρα από τη θεωρητική και πολιτική δυσκολία του θέματος, τρεις παράγοντες πιστεύω ότι εξηγούν την έλλειψη. Ο πρώτος είναι το βάρος που άσκησε και ασκεί μια αρνητική και μονομερής θεώρηση της παγκοσμιοποίησης η οποία την ταυτίζει με την ισοπεδωτική ομοιομορφία και την επιβολή εξωτερικών καταναγκασμών έναντι των οποίων το εθνικό Κράτος δεν έχει δυνατότητα απάντησης. Στο πλαίσιο αυτής της θεώρησης, η σχέση κράτους - αγοράς αντιμετωπίζεται σαν παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος: ό,τι κερδίζει η αγορά το χάνει το κράτος. H προσαρμογή των χωρών στους καταναγκασμούς της παγκοσμιοποίησης επαφίεται βασικά στους μηχανισμούς της εθνικής αγοράς, ενώ το Κράτος θεωρείται περισσότερο βαρίδι παρά εργαλείο. Ο δεύτερος είναι ένας ορισμένος εφησυχασμός στη δύναμη και στην αποτελεσματικότητα του «εξευρωπαϊσμού των δημόσιων πολιτικών», δηλαδή στην αναβάθμιση της θεσμικής οργάνωσης και κουλτούρας που επιφέρει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πράγμα αληθές, σημαντικό και γνωστό, δεδομένου ότι η «εισαγωγή» εκσυγχρονισμού και μεταρρυθμίσεων ήταν διαρκής στη νεοελληνική ιστορία. Όμως, η εξωτερική ώθηση δεν απαλλάσσει από την εσωτερική εγρήγορση, γιατί οι περισσότερες από τις ευρωπαϊκές δημόσιες πολιτικές και θεσμικές πρακτικές προϋποθέτουν διαφορετικές σχέσεις Κράτους - αγοράς - κοινωνίας από τις ελληνικές. Είναι προφανές ότι χωρίς μια κοινωνιολογική γνώση των προϋποθέσεων των ευρωπαϊκών δημόσιων πολιτικών και των ανάλογων ελληνικών συνθηκών, ο «εξευρωπαϊσμός» είτε θα αστοχεί είτε θα καθυστερεί. Ο τρίτος παράγοντας είναι καθαρά πολιτικός - κομματικός. H μορφολογία και η σύμπλεξη Κράτους - κοινωνίας ανέκαθεν συνιστούσε εύφορο πεδίο για την εμφάνιση σκανδάλων, αλλά πρωτίστως έκανε εκλογικά ιδιαιτέρως προσοδοφόρα τη σκανδαλολογία. Το ζήσαμε προσφάτως, όταν ο αντιπολιτευτικός λόγος της N.Δ. επικεντρώθηκε με επιτυχία στη «διαπλοκολογία» και τη «σκανδαλολογία», οδηγώντας το ΠΑΣΟΚ στην άμυνα και στην ήττα. Ο τρόπος που το χρησιμοποίησε η N.Δ. και το εισέπραξε η ελληνική κοινωνία, παραμόρφωσε τους όρους με τους οποίους τίθεται ένα από τα πλέον κρίσιμα προβλήματα των σημερινών δημοκρατιών: τη σχέση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Από τη μια, η «διαπλοκή» από μείζον και δυσεπίλυτο πρόβλημα δημοκρατίας ξέπεσε σε ασαφή και συνήθως καιροσκοπική καταγγελία. Από την άλλη, ποινικοποίησε αδιάκριτα τη συνεργασία εθνικών θεσμών και εθνικών επιχειρηματικών συμφερόντων που είναι αναπόφευκτη και υπό όρους εθνικά ωφέλιμη. Συνήθως λέγεται ότι θύμα αυτής της προπαγανδιστικής χρήσης ήταν και είναι η επιχειρηματικότητα. Στην πραγματικότητα, θύμα είναι οι κρατικοί θεσμοί και η ικανότητα του Κράτους να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην αναβάθμιση της χώρας στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Σουηδία και Κορέα

Χρειάστηκε η θεαματική εκτίναξη της Κίνας και της Ινδίας για να επικυρώσει αυτό που η ευρωπαϊκή Αριστερά έλεγε στη δεκαετία του ’90, αλλά δεν στάθηκε ικανή να το επιβάλλει στην Ευρώπη. Ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο καταναγκασμός. Προσφέρει νέες δυνατότητες αρκεί να τη διαχειριστείς πολιτικά. Χρειάστηκε η επιτυχία των σκανδιναβικών χωρών για να δείξει ότι αυτές οι δυνατότητες δεν αφορούν μόνο τις υπανάπτυκτες χώρες της φτηνής εργασίας αλλά και τις πλουσιότερες, της ακριβής εργασίας, της πανάκριβης κοινωνικής πρόνοιας και της υψηλής φορολογίας. Έδειξε επιπλέον, ότι η νεοφιλελεύθερη θεσμική ανάλυση (neoliberal institutionalism) καθόσον στηρίζεται σε μια υπερ-ομογενοποιητική αντίληψη της παγκοσμιοποίησης και στις πραγματικότητες του αγγλοσαξονικού φιλελεύθερου μοντέλου καπιταλισμού, περιορίζει ασφυκτικά τον ρόλο των εθνικών θεσμών στην επιβολή ρυθμιστικών κανόνων και στη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Επειδή όμως η Ελλάδα δεν είναι Σουηδία, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ισχυρότερη συνηγορία υπέρ της σημασίας των εθνικών θεσμών έρχεται από τη συγκριτική ανάλυση των χωρών της NA Ασίας. Της περιοχής δηλαδή που πραγματοποίησε ένα τεράστιο αναπτυξιακό άλμα εκμεταλλευόμενη τη δυναμική της παγκοσμιοποίησης. Με διαφορετικό αλλά και πιο δημοκρατικό σε σχέση με το παρελθόν τρόπο, στις χώρες αυτές (π.χ. Κορέα, Ταϊβάν) το Κράτος συνεχίζει να αποτελεί το κλειδί της επιτυχίας στον διεθνή ανταγωνισμό. Απλώς αλλάζουν οι προτεραιότητες και τα εργαλεία: ισχυροί κρατικοί θεσμοί που συντονίζουν και κινητοποιούν τον ιδιωτικό τομέα με στόχο τη γρήγορη και ευέλικτη προσαρμογή στις νέες συνθήκες, συνεργασία δημόσιων φορέων με τους ιδιώτες για τη χάραξη εξωστρεφούς εθνικής οικονομικής στρατηγικής, συστηματικοί και οργανωμένοι δεσμοί συνεργασίας Δημοσίου και ιδιωτικών επιχειρηματικών δυνάμεων κ.τ.τ. Αυτή η σχέση Κράτους - κοινωνίας ενέχει πάντα τον κίνδυνο της διαφθοράς και πράγματι περιοδικά εκδηλώνονται σκάνδαλα, αλλά το γεγονός αυτό δεν αποτρέπει τις ηγεσίες να αναλάβουν το ρίσκο. Ως αντίβαρα έχουν μια (αυταρχική) παράδοση αυτόνομης γραφειοκρατίας, ισχυρών δομών κοινωνικής διαπραγμάτευσης, εθνικές ελίτ με συνοχή και προσανατολισμένες στην εκμετάλλευση των νέων δυνατοτήτων της παγκοσμιοποίησης. Προϋποθέσεις που λείπουν από τη χώρα μας. Σύμφωνοι λοιπόν. H Ελλάδα δεν είναι ούτε Σουηδία ούτε Κορέα. Πρέπει ως εκ τούτου να αδιαφορήσει για την υπόδειξη ότι οι εθνικοί θεσμοί έχουν ακόμα ουσιαστική ευχέρεια επιλογών;

Θεσμική κουλτούρα μηδέν

Δυστυχώς η συντηρητική παράταξη δείχνει μια απογοητευτική γύμνια θεσμικής κουλτούρας, αναιρώντας και τα μικρά βήματα που έκανε η χώρα στη δεκαετία του ’90. Ασπάζεται, χωρίς να τολμάει καν να το υποστηρίξει, τη νεοφιλελεύθερη θεσμική ανάλυση (η ιλαροτραγωδία της απογραφής, πέρα από τον μικροκομματισμό, έχει μια τέτοια δόση). Τιμά δεόντως τις «παραδοσιακές αξίες» της κομματικής κατάληψης του Κράτους. Προσπαθεί με σπασμωδικές ενέργειες (βασικός μέτοχος, πολιτική επίθεση στην ιδιωτική εταιρεία AGB) να αλλάξει προς όφελός της τους συσχετισμούς στον χώρο των MME. Το χειρότερο όμως είναι ότι η επιτυχία της αντιπολιτευτικής της καμπάνιας με επίκεντρο τη σκανδαλολογία και τη διαπλοκολογία, έχει ναρκοθετήσει στα μάτια της κοινής γνώμης κάθε σοβαρή αναζήτηση για τον ενεργό στρατηγικό ρόλο του Κράτους. Γιατί, όπως δείχνουν οι επιτυχημένες διεθνείς εμπειρίες, αυτός ο ρόλος απαιτεί μεταξύ άλλων μια συνεχή, θεσμοθετημένη και συντονισμένη συνεργασία κρατικών θεσμών και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Είναι βέβαιο ότι σε αυτό το πλέγμα θα αναφανούν σκάνδαλα και διαπλοκές συμφερόντων. Αλλά μια μεταρρυθμιστική πολιτική οφείλει να αναλάβει το ρίσκο, αν δεν θέλει να χάσει ένα μείζον εργαλείο πολιτικής. Οφείλει κάποια στιγμή να βγει από την άμυνα και χωρίς κόμπλεξ να τολμήσει να συζητήσει, όχι τη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, στην οποία συνήθως περιορίζεται το ζήτημα, αλλά τον ρόλο του Κράτους ως εργαλείου αναβάθμισης της Ελλάδας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Ο στόχος δεν θα είναι βεβαίως η δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών» όπως ήταν η ευρωπαϊκή «φιλοσοφία» της δεκαετίας του ’80. Χρειάζονται σχήματα και σχέσης δημόσιου - ιδιωτικού που να ενθαρρύνουν πολύ περισσότερο την ανταγωνιστικότητα, τη διαρκή τεχνολογική αναβάθμιση και τη διεθνοποίηση. Χρειάζονται αλλαγές που να ενισχύουν την αυτονομία του Δημοσίου περιορίζοντας κατά το δυνατόν την αιχμαλωσία του από τα ιδιωτικά συμφέροντα, τον πελατειασμό και το τέλμα του μικροσυντεχνιακού πλουραλισμού. Αυτή όμως είναι η πρόκληση. Και σε ό,τι αφορά τη μεταρρυθμιστική παράταξη, το πρόβλημα δεν έχει μόνο οικονομικές - θεσμικές όψεις. Αφορά πρωτίστως την ιδεολογική της αυτονομία.

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι