Ρυθμίζεται νομικά η μνήμη;

Αντώνης Λιάκος, Το Βήμα της Κυριακής, 05/11/2006

Αγνοώντας τις τουρκικές αντιδράσεις, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση υπερψήφισε στις 12 Οκτωβρίου το νομοσχέδιο που ποινικοποιεί την άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Με τη γαλλική κυβέρνηση να τηρεί επιφυλακτική στάση, επισημαίνοντας ότι για να τεθεί σε εφαρμογή θα πρέπει να λάβει την έγκριση της Γερουσίας και να υπογραφεί από τον γάλλο πρόεδρο, το νομοσχέδιο - που κατατέθηκε από το κόμμα των Σοσιαλιστών - δίχασε όλες τις πολιτικές ομάδες, ενώ συνάντησε αντιδράσεις και στον χώρο των ιστορικών. «Ποιος εξουσιοδοτεί το κράτος να νομοθετεί για το τι και το πώς θα πρέπει να θυμόμαστε;», «Μήπως με τον τρόπο αυτόν καθιερώνεται μία και μόνη αλήθεια;» είναι τα σημαντικότερα από τα ερωτήματα που τέθηκαν και στα οποία, στο σημερινό αφιέρωμα, ειδικοί δίνουν τη δική τους άποψη.

Συγκέντρωση Αρμενίων έξω από το γαλλικό κοινοβούλιο την ημέρα της έγκρισης του νομοσχεδίου που ποινικοποιεί τη μη αποδοχή της γενοκτονίας του 1915

«Ποιος θυμάται τους Αρμένιους;» λέγεται ότι είχε πει ο Χίτλερ σε μια κυβερνητική συνεδρίαση που αφορούσε την εξόντωση των εβραίων. Ακριβής ή όχι η πληροφορία περιέχει μια ηθική αλήθεια: η αμνησία των παλαιών μαζικών εγκλημάτων διευκολύνει τη διάπραξη καινούργιων. Από την άποψη αυτή, ο νόμος που τιμωρεί όσους αμφισβητούν τη γενοκτονία των Αρμενίων στη Γαλλία έρχεται ως η καθυστερημένη δικαίωση των θυμάτων και ως ηθική καταδίκη όσων αποσιωπούν και απαγορεύουν την αναφορά στο έγκλημα, όπως συμβαίνει στην Τουρκία. Η έστω καθυστερημένη απόδοση της δικαιοσύνης έχει και μια άλλη, πρόσθετη λειτουργία: Αποτελεί αυτή τη μικρή αλλά πεισματική ελπίδα που κάνει τους ανθρώπους να στέκονται όρθιοι σε καταστάσεις ανείπωτης φρίκης και πόνου. «Υπάρχει και Θεός!» ήταν ο ολοσέλιδος τίτλος μιας εφημερίδας του Μπουένος Αϊρες όταν μετά 23 χρόνια εντοπίστηκε και οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη ένας υπεύθυνος για τις εξαφανίσεις παιδιών διαφωνούντων την εποχή της δικτατορίας.

* Οι αντιρρήσεις των ιστορικών

Αλλά ο νόμος αυτός συνάντησε τη σχεδόν καθολική αντίδραση των ιστορικών και αρνητικά σχόλια στον Τύπο. Γιατί; Πρώτον, ποιος εξουσιοδοτεί το κράτος να νομοθετεί για το τι και το πώς θα πρέπει να θυμόμαστε; Ο ευρωπαϊκός κανόνας ιστορίας περιέχει μια πορεία εκκοσμίκευσης, κατά την οποία το κράτος έπαυσε σταδιακά να αναμειγνύεται σε ζητήματα συνείδησης. Οτιδήποτε αντίθετο θεωρήθηκε παρέκκλιση, παραβίαση, μη ευρωπαϊκότητα. Πώς τώρα στην υποτιθέμενη καρδιά της Ευρώπης, στη Γαλλία, μπορεί να θεσμοθετηθεί μια κρατική παρέμβαση που απειλεί την ελευθερία της συνείδησης; Οι ιστορικοί είχαν και πιο συγκεκριμένες αντιρρήσεις. Μήπως με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται μία και μόνη αλήθεια; Μήπως περιορίζεται η ελευθερία της έρευνας και της ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων;

* Η πολιτική σκοπιμότητα

Θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι κινδυνεύει η ελευθερία της γνώμης στη Γαλλία, αλλά είναι ανησυχητικό ότι κρατικοί ή διακρατικοί θεσμοί νομοθετούν ολοένα και περισσότερο για ζητήματα που αφορούν τη μνήμη. Αρκεί να θυμηθούμε την πρόσφατη συζήτηση για το ψήφισμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου που καταδίκαζε τον κομμουνισμό. Πολλές χώρες παρεμβαίνουν σε ζητήματα μνήμης και αν υπάρχει μια χώρα όπου η συζήτηση για τις σφαγές των Αρμενίων είναι απαγορευμένη είναι η ίδια η Τουρκία. Τα κράτη βέβαια πάντοτε παρενέβαιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης των υπηκόων τους και οι ιστορικοί, που συνήθως έπαιζαν ενεργό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, είχαν προβλήματα όταν εξέφραζαν δημόσια διαφορετική γνώμη. Τι είναι επομένως εκείνο που μας ξενίζει ώστε να προκαλεί συζήτηση;

Σήμερα έχει κανείς πρόσβαση σε άπειρες πηγές πληροφόρησης που δυνητικά μπορούν να τον οδηγήσουν στο να σχηματίσει ο ίδιος μια προσωπική εκδοχή της Ιστορίας, χωρίς την παρέμβαση του κράτους ή τη διαμεσολάβηση των ιστορικών. Το Διαδίκτυο είναι μία από αυτές τις δυνατότητες, ίσως η ισχυρότερη ανάλογα με την ηλικιακή βαθμίδα. Αλλά γενικότερα η ενασχόληση με πλευρές του παρελθόντος, έχει γίνει βασικό συστατικό των αποχρώσεων της καθημερινής κουλτούρας. Οσο κι αν είναι αποσπασματική αυτή η ενασχόληση, μας αναγκάζει να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας στην πορεία του ιστορικού χρόνου, πράγμα που έχει αποτέλεσμα τη διαρκή συζήτηση και αναζήτηση των πολιτισμικών καταβολών και των ταυτοτήτων. Αλλά στο βαθμό που η ενασχόληση με παρελθοντικά ζητήματα μαζικοποιείται, στο βαθμό αυτό διαφεύγει από την ιστορία ως οργανωμένος τρόπος σκέψης. Περνά στον αστερισμό της μνήμης και των πολιτισμικών καταβολών. Αυτή η μετάβαση συγκροτεί έναν από τους βασικότερους μετασχηματισμούς της ιστορικής κουλτούρας στις τελευταίες δυο - τρεις δεκαετίες. Η ιστορία δίνει έμφαση στο πλαίσιο που ερμηνεύει, η μνήμη αναζητά την αυθεντικότητα της μαρτυρίας. Περισσότερο σκεπτικιστική η προσέγγιση της πρώτης, η συναίσθηση κυριαρχεί στη δεύτερη.

Εδώ θα έπρεπε να διακρίνουμε ανάμεσα στα διαφορετικά χρονικά βάθη του αντικειμένου της μνήμης. Είναι αναμενόμενο, λόγου χάρη στα ιστορικά συνέδρια που γίνονται στη Νότια Αμερική, η συντριπτική πλειονότητα των ανακοινώσεων να αφορά ζητήματα τραυματικής μνήμης από τις δικτατορίες των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Τα τραύματα εκεί είναι ακόμη ανοιχτά και η μνήμη νωπή. Αλλά πολλές φορές η μνήμη, όταν είναι απομακρυσμένη από την εμπειρία, σχεδόν έναν αιώνα ή και πολύ περισσότερο, χειραγωγείται για σκοπούς που μικρή σχέση έχουν με τα αισθήματα δικαιοσύνης. Δύσκολα, για παράδειγμα, μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η γαλλική απόφαση για τη γενοκτονία των Αρμενίων δεν σχετίζεται με την άρνηση ευρωπαϊκού διαβατηρίου στην Τουρκία. Ανάλογες στάσεις που χειραγωγούν ζητήματα μνήμης για λόγους επιθετικής εξωτερικής πολιτικής είναι πολλές στον κόσμο.

* Η πρόσληψη της Ιστορίας

Αλλά και εδώ υπάρχει αντίλογος. Οι θυματικές κοινότητες δεν εγείρουν ζητήματα αναγνώρισης των εγκλημάτων παρά με την πάροδο αρκετών δεκαετιών. Αρχικά η ανάμνηση της βίας εμπεριέχει το αίσθημα της ταπείνωσης και αποσιωπάται. Χρειάζεται χρόνος και ενθάρρυνση ώστε να κατορθώσουν τα θύματα να μιλήσουν για την εμπειρία τους και να διεκδικήσουν αναγνώριση και δικαιοσύνη. Και η αναγνώριση αποτελεί συστατικό στοιχείο της επανασυγκρότησης μιας νέας ταυτότητας μετά τον κατακλυσμό. Ισως η παράπλευρη ωφέλεια αυτού του εσφαλμένου γαλλικού νόμου να είναι ότι έδωσε μια ευκαιρία συζήτησης για τα πάθη των Αρμενίων, η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν είχε λάβει παρόμοια έκταση. Από την άλλη μεριά, καθώς η αναγνώριση της ιδιότητας του θύματος προσδίδει μια ηθική ανωτερότητα στα υποκείμενα που αντισταθμίζει άλλες απώλειες, τα όρια χρήσης και κατάχρησης των όρων με τους οποίους περιγράφεται η θυσία (λ.χ., ο πολυσυζητημένος όρος «γενοκτονία») και των πραγματικοτήτων στις οποίες αντιστοιχούν γίνονται πολλές φορές λεπτά και δυσδιάκριτα.

Συμπέρασμα; Οφείλουμε σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων, οφείλουμε να απαιτούμε την αναγνώρισή τους από όσους τους την αρνούνται ως κληρονόμοι των θυτών. Η άρνηση της αναγνώρισης του θύματος μαρτυρά την επιβίωση της ιδεολογίας του θύτη. Αλλά το αίτημα αυτό δεν επιτρέπεται να πάρει το χαρακτήρα νόμων και περιορισμών που παρεμβαίνουν κατευθείαν σε ζητήματα διαμόρφωσης της μνήμης και της συνείδησης. Τα ζητήματα αυτά είναι σύνθετα και απαιτούν διανοητική επεξεργασία. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και οι ιστορικές σπουδές έχουν σήμερα έναν ρόλο ευρύτερο, που δεν περιορίζεται δηλαδή στην προετοιμασία ιστορικών. Να διαμορφώνουν τις δυνατότητες και την προβληματική της πρόσληψης και της επεξεργασίας όσων η μνήμη και το παρελθόν κουβαλούν στο παρόν. Να διαμορφώνουν ετοιμότητες απέναντι στους ακρωτηριασμούς του παρελθόντος. Παίζουν όμως αυτόν τον ευρύτερο πολιτισμικό ρόλο οι ιστορικές σπουδές στον τόπο μας ή εξαντλούνται στη γεγονοτολογία; Μαθαίνω ιστορία δεν σημαίνει τίποτε αν δεν μαθαίνω πώς να σκέπτομαι ιστορικά. Δεν θα έπρεπε η προβληματική της πρόσληψης της Ιστορίας να βρίσκεται στο επίκεντρο των ιστορικών σπουδών;

Ο Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι