Ο νόμος και τα υπόγεια ιδεολογήματα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 22/11/2006

Κατά μία έννοια, η στάση μας απέναντι στο νόμο οφείλει να είναι αμφίθυμη. Οι οργανωμένες κοινωνίες προϋποθέτουν κανόνες που οφείλουμε να τηρούμε, αλλά τους κανόνες αυτούς δεν μας τους επέβαλε ο Θεός, όπως πιστεύαμε παλιά -εμείς τους θεσπίζουμε και εμείς τους καταργούμε. Κατά συνέπεια η αποδοχή του νόμου, όταν απολυτοποιείται, έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμά μας να τον αμφισβητούμε και να τον αλλάζουμε.

Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι αντιμετώπισης του νόμου, όπως διαπιστώσαμε τελευταία. Το πρώτο κρούσμα σημειώθηκε με την αντίδραση του κ. Σούρλα στη δήλωση του επίτιμου αρχηγού του Πολεμικού Ναυτικού ότι ήταν άθεος. Σύμφωνα με τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, ο ναύαρχος Αντωνιάδης θα πρέπει να παραιτηθεί ή να εκδιωχθεί από τη θέση του. Το εξωφρενικό της αξίωσης δεν έχει να κάνει μόνο με την άποψη του κ. Σούρλα, την οποία ίσως πολλοί επικρότησαν. Εχει να κάνει κυρίως με κάτι άλλο: ότι δεν ζήτησε, όπως είχε κάθε δικαίωμα, να αλλάξουν οι ισχύοντες νόμοι και το Σύνταγμα που καθιστούν τη στάση του ναυάρχου απολύτως νόμιμη. Αντίθετα επικαλέστηκε έμμεσα το εξής ιδεολόγημα, το οποίο προφανώς θεωρεί προφανές: ότι δεν μπορεί κάποιος να φτάσει τόσο ψηλά στην Ελλάδα χωρίς να είναι χριστιανός ορθόδοξος. Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα πανίσχυρο, ακριβώς επειδή προβάλλεται ως αυτονόητο. Ετσι, διαχέεται η πεποίθηση ότι οι Ελληνες είναι πρώτα χριστιανοί ορθόδοξοι και μετά οτιδήποτε άλλο. Χωρίς όμως κανείς να έχει το θάρρος να πει ξεκάθαρα ότι υπάρχουν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ανάλογα με το αν θρησκεύονται ή όχι. Ετσι επίσης το μεσαιωνικό αυτό ιδεολόγημα, που αντιβαίνει ευθέως στο Σύνταγμα, τίθεται υπεράνω του νόμου και λειτουργεί ως υπέρτατο κριτήριο, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει διότι ουδέποτε θεσπίστηκε. Απλώς ισχύει.

Μην περιμένετε λοιπόν από τον κ. Σούρλα να κατεβάσει μια συγκροτημένη πρόταση προς συζήτηση, καθορίζοντας τα επαγγέλματα για τα οποία το θρήσκευμα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Ξέρουμε μόνο ότι ένα από αυτά είναι και ο αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού. Ποια άλλα όμως εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία άραγε; Ανάδοχος δημοσίων έργων, εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Eurovision, εκπαιδευτικός, δασοπυροσβέστης ή βουλευτής;

Ας πάμε τώρα στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος. Οπως ίσως γνωρίζετε, η πανεπιστημιακή κοινότητα, διδάσκοντες και φοιτητές, απορρίπτει μετ επιτάσεως την πρόταση να αλλάξει ο νόμος που διέπει το πανεπιστημιακό άσυλο. Οταν όμως τις προάλλες ένας εισαγγελέας προβληματίστηκε για το πώς θα εφαρμοστεί ο νόμος που σήμερα ισχύει, οι υπέρμαχοί του, εκείνοι δηλαδή που δεν θέλουν να αλλάξει, κατήγγειλαν την ενέργειά του ως άκαιρη, προκλητική και ύποπτη. Θέτω λοιπόν το ερώτημα: γιατί η εφαρμογή ενός νόμου που θέλουμε να ισχύει θεωρείται άκαιρη, προκλητική και ύποπτη;

Οχι, δεν έχουμε τρελαθεί εντελώς. Κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Η κατακραυγή εναντίον του εισαγγελέα ανασύρει στην επιφάνεια το εξής ασαφές αυτονόητο, της Αριστεράς αυτή τη φορά: όποιος δηλώνει ότι αντιστέκεται, όποιος καταγγέλλει, διεκδικεί και διαμαρτύρεται έχει κατ αρχήν δίκιο. Αρα, ακόμα και οι λεγόμενοι «αντιεξουσιαστές» είναι κατά κάποιο τρόπο «δικοί μας». Παραστρατημένοι, πολιτικά αφελείς, επιβλαβείς ή απαράδεκτοι -αλλά όταν παρεμβαίνουν οι εισαγγελείς ή οι μπάτσοι, εμείς τους προτιμάμε. Διότι μας ενοχλούν μεν, αλλά όχι τόσο. Συγκεκριμένο παράδειγμα: προ μηνών ένας πανεπιστημιακός και στέλεχος του Συνασπισμού χτυπήθηκε απρόκλητα μέσα στο Πάντειο από «αντιεξουσιαστές». Το έμαθαν μόνο οι φίλοι και γνωστοί του. Αν του είχαν επιτεθεί χρυσαυγίτες θα γινόταν πρωτοσέλιδο.

Μολονότι η ορθοδοξία και η αφηρημένη έννοια της αντίστασης διαφέρουν όσο η μέρα από τη νύχτα, ένα κοινό στοιχείο το έχουν: θεωρούνται από κάποιους αυτονόητες αξίες, οι οποίες αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα επειδή δεν εξειδικεύονται ποτέ. Δηλαδή απολυτοποιούνται. Πράγμα διόλου περίεργο όταν το λένε εκείνοι που επικοινωνούν με το υπερβατικό και το αιώνιο. Οταν όμως το ακούς από ανθρώπους που υποτίθεται ότι πιστεύουν στην πολιτική, κάτι έχει πάει πολύ στραβά. Δεν αποκλείεται αυτή η υποβάθμιση της πολιτικής προς όφελος της χειρονομίας, να οφείλεται στη γενικότερη παρακμή της Αριστεράς, η οποία έχει αναγάγει μια τόσο θολή και άνευ πολιτικού περιεχομένου αγωνιστικότητα σε αυτονόητη αρετή ή μάλλον σε ύφος, το οποίος μας συγκινεί, μας θυμίζει τα παλιά, μας κάνει να αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας. Είναι όμως μια Αριστερά ανήμπορη, που απλώς θέλει να αισθάνεται αριστερή. Αν υπάρχει ένα κριτήριο για το αν ασχολούμαστε πραγματικά με την πολιτική ή απλώς θεραπεύουμε το ναρκισσισμό μας είναι η αποδοχή της αδήριτης ανάγκης να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες καταστάσεις. Πράγμα πολύ πιο δύσκολο από το να δηλώνουμε γενικώς και αορίστως ότι «αντιστεκόμαστε». Από την άλλη μεριά όμως, στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι